Τελευταία νέα

Κάστρα της Βόρειας Γαλλίας

Το κάστρο Μπλουά αναφέρεται για πρώτη φορά στα "Δέκα Βιβλία Ιστοριών" του Αγίου Γρηγορίου της Τουρ. Οι δούκες του Σαντιγιόν έκτισαν τα παλαιότερα μέρη του κάστρου κατά τον 18ο αιώνα. Η Ιωάννα της Λορένης χρησιμοποίησε το Μπλουά ως επιχειρησιακή της βάση για την άρση της πολιορκίας της Ορλεάνης, όταν ξεκίνησε την νικηφόρο πορεία της το 1429. Το Μπλουά έγινε μία από τις βασιλικές έδρες στις αρχές του 16ου αιώνα και εκεί έλαβε χώρα η δολοφονία των αδελφών ντε Γκιζ το 1588. Στο Μπλουά επίσης εξορίστηκε από την Αυλή η βασίλισσα Αικατερίνη των Μεδίκων από το γιο της Λουδοβίκο ΙΓ΄ (1617-1619).

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κάστρα, το Σαμπόρ δεν ήταν έδρα ευγενών ούτε πόλη αλλά κτίσθηκε από τον Φραγκίσκο Α΄, ως "κυνηγετικό περίπτερο", το οποίο όλως τυχαίως συνόρευε με τον πύργο του συζύγου της ευνοούμενης του, κοντέσας του Θουρύ (Thoury). Δεν είναι βέβαιο ποιος είναι ο αρχιτέκτων και κατά πόσον ο Λεονάρδος ντα Βίντσι έβαλε το χέρι του• είναι γνωστό ότι το κάστρο άρχισε να κτίζεται το 1519 και ουσιαστικώς δεν τελείωσε ποτέ· πάντως έγινε κατοικήσιμο πριν το θάνατο του Φραγκίσκου Α΄ το 1547. Ως κυνηγετικό περίπτερο ήταν άχρηστο διότι έχει τεράστια παράθυρα και πανύψηλες οροφές, οπότε είναι αδύνατον να θερμανθεί (440 δωμάτια, 282 τζάκια, 84 κλιμακοστάσια). Επίσης δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε, κοντινός οικισμός απ΄ όπου θα μπορούσε η βασιλική ακολουθία να προμηθευθεί τρόφιμα και δεδομένου ότι η συνήθης ακολουθία συμπεριελάμβανε 2000 άτομα, είναι αντιληπτό ότι η βασιλική επιμελητεία είχε κάποιες δυσκολίες σε εκδρομές τέτοιου είδους. Επιπροσθέτως, το Σαμπόρ δεν είχε επιπλωθεί πλήρως, οπότε ήταν αναγκαία η μεταφορά και του σχετικού εξοπλισμού. Όλα αυτά οδήγησαν στην εγκατάλειψη του κάστρου για έναν περίπου αιώνα, μέχρι  την εποχή του Λουδοβίκου ΙΓ΄, ο οποίος το προσέφερε στον εξάδελφό του, Γκαστόν της Ορλεάνης, ο οποίος έκανε εργασίες αποκατάστασης. Το κάστρο κατοικήθηκε περιοδικώς μόνον και περιήλθε στο γαλλικό δημόσιο ως περιουσία του εχθρού το 1915, αφού οι τότε ιδιοκτήτες, δούκες της Πάρμα, είχαν την περιουσία τους στην Αυστροουγγαρία.

περισσότερα

Τα διαμάντια της Βόρειας Γαλλίας: Λίγα ιστορικά στοιχεία

Νορμανδία: η περιοχή που ενέπνευσε μεγάλους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους να μεταφέρουν στον καμβά τις ομορφιές της, αλλά και σκηνές της καθημερινής ζωής, αποτελεί ένα κομμάτι της βόρειας Γαλλίας, με πολλές φυσικές ομορφιές, αξιοθέατα και πλούσια ιστορία και κουλτούρα.
Η περιοχή έχει μακρά ιστορία, μνημονεύεται όμως ιδιαίτερα ως το μέρος όπου έγινε η τελική μάχη που έκρινε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και η συντριβή των Ναζιστικών δυνάμεων του Χίτλερ στο Δυτικό μέτωπο. Η απόβαση της Νορμανδίας πραγματοποιήθηκε σε πέντε νορμανδικές παραλίες, με αντικειμενικό σκοπό να δημιουργηθεί ένα προγεφύρωμα, μέσω του οποίου οι Σύμμαχοι θα περνούσαν στρατεύματα από τη Μεγάλη Βρετανία στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η Μάχη της Νορμανδίας που ακολούθησε, τελείωσε στις 19 Αυγούστου του 1944 με νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.

Η Ρουέν ιδρύθηκε από τη Γαλατική φυλή των Βελλιοκάσες (Veliocasses) στην περιοχή Βεξέν (Vexin), που διατρέχεται από τον ποταμό Έπτ (Epte), παραπόταμο του Σηκουάνα (Seine). Το αρχικό όνομα της πόλης ήταν Ροτομάγκους (Rotomagus) και δεν ήταν γνωστή στον Καίσαρα, αλλά, συν τω χρόνω έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γαλατίας. Μετά από την ειρηνική και πλούσια περίοδο της Ρωμαϊκής Γαλατίας, η Νορμανδία υπέστη επιδρομές των Βίκινγκς. Το 1204 ο Φίλιππος Β΄ Αύγουστος της Γαλλίας καταλαμβάνει την πόλη και την προσαρτά στην Γαλλία μέχρι το 1419 που ανακαταλαμβάνεται από τους Άγγλους, οι οποίοι την χάνουν οριστικά το 1449. Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες της 2ης χιλιετίας (High Middle Ages 1000-1300) η Ρουέν αναδείχθηκε σε μία από τις πλουσιότερες πόλεις, λόγω του γεγονότος ότι ο Σηκουάνας, ως πλωτός, διευκολύνει τα μέγιστα το εμπόριο. Κρασί και σιτάρι εξάγονταν στην Αγγλία, ενώ εισάγονταν μαλλί και ψευδάργυρος. Η πόλη υπήρξε επίσης η εμπορική πύλη για τα πλούσια πανηγύρια της Βουργουνδίας. Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα όμως, η κατάσταση στη Νορμανδία και τη Ρουέν επιδεινώθηκε πολύ, με αποτέλεσμα την εξέγερση του 1291 και την επανάσταση της Χαρέλ (Herelle, 1382), που εξαπλώθηκε γρήγορα στις πόλεις Αμιένη, Διέππη, Φαλαίζ, Καέν, Ορλεάνη και Ρεμς, η οποία κατεστάλη ηπίως και τα αιτήματά της γίνανε σιωπηλώς αποδεκτά. Στην πλατεία  της αγοράς της Ρουέν έγινε η δίκη και η εκτέλεση της Ιωάννας της Λορένης από τους Άγγλους το 1431. Στο σημείο αυτό έχει κτισθεί μία εκκλησία, την οποία και θα επισκεφθούμε. Η περίοδος που επακολούθησε το τέλος του εκατονταετούς πολέμου ήταν ευνοϊκή για την Ρουέν με εμπορική άνοδο και άνθηση των ναυπηγείων. Το πρώτο τέταρτο του 16ου αιώνα το δόγμα των Διαμαρτυρομένων έφθασε στη Γαλλία (όπου ονομάσθηκαν Ουγενότοι) και απέσπασε πολλούς οπαδούς, κυρίως στις βόρειες περιοχές και στη Νορμανδία. Η Ρουέν ήταν μεταξύ των πόλεων που απέκτησαν σύντομα πληθυσμό Ουγενότων και μάλιστα σε υψηλό ποσοστό, περίπου 25%. Οι Ουγενότοι ήταν ιδιαίτερα μαχητικοί, κατέλαβαν την πόλη τον Απρίλιο του 1562 και ζήτησαν τη συνδρομή της Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας, η οποία έσπευσε να καταλάβει τη Χάβρη και το Καλαί. Τα βασιλικά στρατεύματα πολιόρκησαν την πόλη, την κατέλαβαν και την έδωσαν τον Μάιο του ιδίου έτους. Η πόλη υπέστη πολιορκία πολλές φορές, με την πλέον διάσημη του 1591-92, όταν οι υπερασπιστές της Καθολικής Λίγκας απέκρουσαν την πολιορκία των Γαλλικών, Αγγλικών και Ολλανδικών στρατευμάτων, μέχρι την άφιξη των Ισπανών συμμάχων τους. Έκτοτε η ιστορία της Ρουέν υπήρξε ήσυχη μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το 45% της πόλης καταστράφηκε το 1940 - το κέντρο της πόλης καιγόταν για 48 συνεχόμενες ώρες, επειδή οι Γερμανοί δεν επέτρεπαν την επέμβαση των πυροσβεστικών οχημάτων.

Το Ονφλέρ εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία το 1207 επί Ριχάρδου Γ΄ της Νορμανδίας. Σύντομα η πόλη ευημέρησε λόγω του εμπορίου με την Αγγλία, αφού λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο ως επίνειο της Ρουέν. Κατά την εποχή μετά τον Εκατονταετή Πόλεμο, το Ονφλέρ επωφελήθηκε πολύ από το θαλάσσιο εμπόριο, κυρίως με τις Δυτικές Ινδίες, τις Αζόρες και τον Καναδά. Από εδώ έφυγαν εποικιστές προς τη Βραζιλία, τη Νέα Γη και το Κεμπέκ.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης Αυτοκρατορίας (1852-1870) στην Ντωβίλ αναπτύχθηκε για πρώτη φορά ο τουρισμός και μάλιστα ο πολυτελής. Όλοι οι πλούσιοι της Γαλλίας, αλλά και της Ευρώπης, θεωρούσαν κοινωνική υποχρέωσή τους να περάσουν μια περίοδο ανάπαυσης, που για πρώτη φορά επινοήθηκε και ονομάστηκε "διακοπές". Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά κυρίως μετά το 1965 η Ντωβίλ άρχισε να παρακμάζει και για να αντισταθμίσει την κατάσταση αυτή εγκαινίασε το Φεστιβάλ του Αμερικανικού Κινηματογράφου, το οποίο συνεχίζει να φιλοξενεί μέχρι σήμερα.

Η Ανζέ ανάγεται στην εποχή της Ρωμαϊκής Γαλατίας και στο τότε όνομά της, Ιουλιομάγκους, προστέθηκε αργότερα το προσδιοριστικό της τοπικής φυλής, Aντεκαβόρουμ (Antecavorum)• από τη βάση αυτή προέκυψαν δύο λέξεις που επηρέασαν σοβαρά την ιστορία, Ανζού (Anjou - ελληνικά: Ανδεγαυία) και Ανζενβέν (Angevin), το άλλο όνομα της αγγλικής δυναστείας των Πλανταγενετών. Η γεωγραφική της θέση της χάρισε τη μεσαιωνική ακροστιχίδα "Το κλειδί της Γαλλίας", καθώς είναι η πύλη της κοιλάδας του Λίγηρα.

Η ίδρυση της Τουρ οφείλεται στη θέση της ως σημαντικό πέρασμα του Λίγηρα την εποχή της Γαλατίας. Το όνομά της ήταν Τουρόνες, από το όνομα της τοπικής φυλής. Τη ρωμαϊκή εποχή αναφέρεται με το όνομα Καισαροντούνουμ (Caesarodunum): Λόφος του Καίσαρα. Συν τω χρόνω, το φυλετικό όνομα επικράτησε λατινιστί ως Πόλη των Τουρόνων (Civitas Turonum) για να καταλήξει στο Τουρ· πάντως η περιοχή λέγεται και επισήμως Τουραίν (Touraine). Κατά τον πρώιμο μεσαίωνα η γεωγραφική θέση της Τουρ, ανάμεσα στον εκρωμαϊσμένο νότο και τον φραγκικό βορρά, έγινε τόπος διασταύρωσης πολιτισμών και θρησκειών.

Γεωλογικώς, το  Μοντ Σαιν Μισέλ είναι ένα παλιρροϊκό νησί, στο οποίο παρατηρείται το εξής σπάνιο φυσικό φαινόμενο: κατά την πλημμυρίδα γίνεται ένα πραγματικό νησί, περιβάλλεται δηλαδή εξ ολοκλήρου από νερό, ενώ κατά την αμπώτιδα δημιουργείται πρόσβαση από την ξηρά. Το φυσικό αυτό φαινόμενο όμως, παρέχει εξαιρετικά αμυντικά χαρακτηριστικά, γεγονός που δεν διέφυγε της προσοχής των Κελτών, οι οποίοι το ανέδειξαν σε οχυρό και εμπορικό σταθμό με την Αγγλία. Αυτό διήρκεσε μέχρι την αποχώρηση των Ρωμαίων από τη Γαλατία το 460 και το Μοντ Σαιν Μισέλ καταλήφθηκε στη συνέχεια από τους Φράγκους. Αργότερα περιήλθε από το αποδυναμωμένο δουκάτο της Βρετάνης στο δουκάτο της Νορμανδίας, μαζί με τη χερσόνησο του Κοτεντέν (επί Γουλιέλμου του Μακρύξιφου το 933). Ουσιαστικά, το Μοντ Σαιν Μισέλ είναι ένα μοναστήρι που δεσπόζει του νησιού. Η κατασκευή του μοναστηριού  άρχισε πολύ νωρίτερα, το 708, όταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έκανε μία τρύπα στο κεφάλι του ανυπάκουου, ακόμη, επισκόπου της Αβράνς, του Ωβέρτου (Aubert), αφού αυτός αγνοούσε τις εντολές του Αρχαγγέλου να κτίσει εκεί μία εκκλησία· σημειωτέον ότι ο επίσκοπος, σωφρονισθείς, εξελίχθηκε σε άγιο. Οι δούκες της Νορμανδίας κατασκεύασαν πολλά κτίρια στην εκκλησία, η οποία εξελίχθηκε σε Αβαείο (μονή). Η κυρίως εκκλησία, σε ρωμανικό ρυθμό, κατασκευάστηκε τον 11ο αιώνα από τον Ριχάρδο B΄ τον Καλό της Νορμανδίας. Η γεωμορφολογία του νησιού επέβαλε την κατασκευή πολλών κρυπτών, ώστε το εγκάρσιο κλίτος να βρίσκεται στην κορυφή του λόφου. Το όλο κτίσμα φαίνεται να απηχεί τη θεωρητική διαστρωμάτωση της μεσαιωνικής κοινωνίας, όπου στην κορυφή βρίσκεται ο Θεός (εκκλησία), χαμηλότερα το παλάτι  (βασιλιάς και ευγενείς) και κάτω - και πιθανώς έξω - ο λαός. Το Μοντ Σαιν Μισέλ, ως τμήμα του δουκάτου της Νορμανδίας, συμπολέμησε με τους Άγγλους κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου και υπέστη πολλές ζημιές. Τα καραβάνια των προσκυνητών, που ήταν η κύρια πηγή πλούτου του Αβαείου, αραίωσαν και εξαφανίσθηκαν με τη Μεταρρύθμιση και μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση (1789) είχε ουσιαστικά εγκαταλειφθεί. Μετατράπηκε σε φυλακή το 1813, αλλά κατόπιν διαμαρτυριών των διανοουμένων, η φυλακή έκλεισε το 1863 και κηρύχθηκε εθνικό μνημείο το 1874.

περισσότερα