Πληροφορίες για: Μονεμβασιά

Λίγα λόγια για την Μονεμβασιά
Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασιάς", που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ. Μπαίνοντας στην πόλη ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία με το παλαιό κανόνι και την Εκκλησία του Ελκομένου Χριστού. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Σήμερα έχει 4.660 κατοίκους, ενώ η παλαιά πόλη έχει 90 κατοίκους.

Ένα ονειρικό ταξίδι στην ιστορία
Η βυζαντινή καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς, το «πέτρινο καράβι» του Ρίτσου, στέκει καρτερικά στο νοτιοανατολικό άκρο της Λακωνικής γης, μεταφέροντας τους επισκέπτες σε ένα ονειρικό ταξίδι στο χρόνο και την ιστορία. Κάστρα και τείχη, παλιά αρχοντικά, στενά λιθόστρωτα δρομάκια, εκκλησίες, παλιές χαμηλές καμάρες, αψίδες, οικόσημα, μαρμάρινοι αυτοκρατορικοί θρόνοι, βυζαντινές εικόνες δίνουν την εντύπωση μιας πόλης φανταστικής, που δεν την άγγιξε το πέρασμα του χρόνου.

Πολιτισμός ίσον Μονεμβασιά
Οι επισκέπτες του Δήμου Μονεμβασιάς – όπως και των άλλων περιοχών της Πελοποννήσου – θα ανακαλύψουν έναν τόπο που γέννησε και συνεχίζει να γεννά έναν σπουδαίο πολιτισμό. Η διαχρονική εξέλιξη του πολιτισμού φαίνεται μέσα από τα αναρίθμητα ιστορικά μνημεία της περιοχής που καλύπτουν μια μακρά περίοδο από τα προϊστορικά χρόνια και την κλασική αρχαιότητα μέχρι το Βυζάντιο και τη σύγχρονη εποχή. Ιδίως η Καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς αποτελεί μια μοναδική στο είδος της κιβωτό γνώσεων για τον πολιτισμό της μεσαιωνικής Πελοποννήσου, χάρη στα καλοδιατηρημένα κτίρια του Πάνω και Κάτω Κάστρου αλλά και τα ευρήματα που εκτίθενται στην Αρχαιολογική Συλλογή της Μονεμβασιάς. Πολλές πληροφορίες για τον καθημερινό πολιτισμό και τη λαϊκή παράδοση της περιοχής δίνουν επίσης τα λαογραφικά μουσεία των Βελιών και της Ρειχιάς. Ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό κεφάλαιο αποτελεί η χριστιανική παράδοση της περιοχής. Διάσπαρτα σε όλη τη χερσόνησο βρίσκονται δεκάδες εκκλησίες και μοναστήρια που δείχνουν τους στενούς δεσμούς των κατοίκων με τη θρησκεία αλλά και το υψηλό επίπεδο των μαστόρων και καλλιτεχνών που ανέγειραν και διακόσμησαν αυτούς τους χώρους κατάνυξης και μοναχισμού. Εκτός από τον πολιτισμό του παρελθόντος, οι επισκέπτες του Δήμου Μονεμβασιάς έχουν την ευκαιρία να γνωρίζουν τη ζωντανή πολιτιστική δημιουργία μέσα από εκδηλώσεις κάθε μορφής, όπως λ.χ. συναυλίες, παραστάσεις και εκθέσεις εικαστικών. Το μεγαλύτερο φεστιβάλ που πραγματοποιείται στο Δήμο είναι τα Ρίτσεια. Πρόκειται για μια μεγάλη θερινή γιορτή αφιερωμένη στο Γιάννη Ρίτσο, διασημότερο τέκνο της Μονεμβασιάς και ποιητή που γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση μέσα από το έργο του.

Καστροπολιτεία Μονεμβασιάς

Μπαίνοντας στην πόλη αριστερά βρίσκεται το σπίτι του Μονεμβασίτη ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου. Στη συνέχεια, ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι, ο δρόμος της αγορά που οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία με το παλαιό κανόνι και την Εκκλησία του Ελκομένου Χριστού. Απέναντι το ιστορικό διατηρητέο κτίριο του 16ου αιώνα (τζαμί) όπου στεγάζεται η Αρχαιολογική Συλλογή Μονεμβασίας. Από εδώ διακλαδίζονται οι δρόμοι προς όλες τις γωνίες του Κάστρου. Τέτοιες πανέμορφες γωνιές υπάρχουν παντού. Μετά από μία ανηφορική διαδρομή 15 λεπτών, ο επισκέπτης φτάνει στην επάνω πόλη, τον «Γούλα» όπως λέγεται, αλλά η θέα σίγουρα τον ξεκουράζει. Στα πόδια του η κάτω πόλη, τα τείχη και η θάλασσα, να παίζει το αιώνιο παιχνίδι της με το Κάστρο, ενώ λίγο πιο πάνω δεσπόζει η εκκλησία της Αγίας Σοφίας χτισμένη στην άκρη του απόκρημνου βράχου. Στο Κάστρο υπάρχουν 40 εκκλησίες, μεταξύ των οποίων της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας, της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, της Παναγίας της Κρητικιάς, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Στεφάνου, του Αγίου Παύλου, της Αγίας Άννας, καθώς και το εργαστήριο και μουσείο αργυροχρυσοχοΐας. Εντός της Καστροπολιτείας δεν κυκλοφορούν οχήματα. Καλύτερη λύση είναι η στάθμευση στη Νέα Πόλη και η μετάβαση στο Κάστρο με το διαθέσιμο λεωφορείο. Η στάθμευση προς την πύλη του Κάστρου είναι ιδιαίτερα δύκολη και καλό είναι να αποφεύγεται. Υπάρχουν σημεία όπου η στάθμευση απαγορεύεται και οι οδηγοί θα είναι ιδιαιτέρα προσεκτικοί.

Αρχαιολογική Συλλογή Μονεμβασιάς

Η αρχαιολογική συλλογή του Κάστρου Μονεμβασιάς στεγάζεται σε ένα παλιό μουσουλμανικό τέμενος που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του Ελκομένου, στην Κάτω Πόλη, απέναντι από τον ομώνυμο ναό. Η οργάνωση αυτής της μόνιμης έκθεσης εντός του σημαντικότατου αρχαιολογικού χώρου του Κάστρου Μονεμβασιάς έχει ως βασικό στόχο την παρουσίαση στο κοινό μέρους των κινητών αρχαιολογικών ευρημάτων που έχουν προκύψει από σωστικές κυρίως ανασκαφές και επιφανειακές έρευνες που επί δεκαετίες διενεργούνται μέσα σε αυτό. Τα ευρήματα της Αρχαιολογικής Συλλογής είναι στο σύνολό τους σχεδόν αρχιτεκτονικά γλυπτά και κεραμικά αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Τα γλυπτά που προέρχονται από το ναό της Αγίας Σοφίας και την ερειπωμένη μεσοβυζαντινή εκκλησία που ανασκάφηκε στο οικόπεδο Γεωργούλα ανάγονται στα τέλη του 12ου αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα πιο πρώιμα μνημεία του Κάστρου που διαθέτει μαρμάρινο τέμπλο. Διακρίνουμε δύο μεγάλες βασικές ομάδες: Α) τα λίθινα γλυπτά που συνιστούν κυρίως αρχιτεκτονικά μέλη ή επιμέρους αυτοτελή στοιχεία του δομημένου περιβάλλοντος και ανάγονται στην παλαιοχριστιανική (4ος - μέσα 7ου αιώνα), στη βυζαντινή (μέσα 7ου – 15ος αιώνας) και τη μεταβυζαντινή (15ος – 19ος αιώνα) περίοδο. Β) Τα κεραμικά και άλλα μικροαντικείμενα καθημερινής χρήσης, στοιχεία της βασικής οικοσκευής ή καθαρά προσωπικά αντικείμενα που επίσης χρονολογούνται από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια έως την όψιμη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο παραπεμπτικός χαρακτήρας του Μουσείου, η λειτουργία του ως πόλου έλξης και προσανατολισμού των επισκεπτών υπηρετείται, τέλος, από την κατασκευή–πυξίδα που είναι τοποθετημένη στο κέντρο του εκθεσιακού χώρου και στην οποία εντάσσεται ο χάρτης του Κάστρου.

Λαογραφικό Μουσείο Βελιών

Το Λαογραφικό Μουσείο Βελιών ιδρύθηκε από το Σύλλογο των Απανταχού Βελιωτών Λακωνίας «Η Αγία Παρασκευή». Η κατασκευή του κτiρίου ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2004 και ολοκληρώθηκε το 2007.  Το μουσείο βρίσκεται δίπλα στον υπεραιωνόβιο πλάτανο και την παλιά βρύση των Βελιών, που αποτελούν μνημεία και σύμβολα για το χωριό και είναι στενά συνδεδεμένα με  την ιστορία του. Στο χώρο αυτό, λίγες δεκαετίες πίσω, χτυπούσε η καρδιά του χωριού, αφού εκεί συναντιόνταν καθημερινά οι χωριανοί για να πάρουν νερό, να ποτίσουν τα ζώα και να πλύνουν οι γυναίκες. Ο Σύλλογος των Απανταχού Βελιωτών παράλληλα με την κατασκευή του κτiρίου του μουσείου, προχώρησε στη συντήρηση της βρύσης και την ανάπλαση του περιβάλλοντα χώρου. Ο χώρος αυτός σε συνδυασμό με την εξέδρα και τις βαθμίδες της στέγης του μουσείου, είναι ιδανικός για την πραγματοποίηση πολιτιστικών εκδηλώσεων. Στην παλιά βρύση, που κάποτε έτρεχε ασταμάτητα κρυστάλλινο νερό, από τους πέντε κρουνούς της, αναφέρεται κι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, που στα παιδικά του χρόνια περνούσε τα καλοκαίρια του στις Βελιές. Και η αδελφή του ποιητή, Λούλα Ρίτσου-Γλέζου, στην ίδια βρύση αναφέρεται στο βιβλίο της Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου. Τα εγκαίνια του Λαογραφικού Μουσείου Βελιών πραγματοποιήθηκαν στις 16 Μαϊου 2010 και από τότε είναι στη διάθεση των επισκεπτών ντόπιων και ξένων. Στο μουσείο ο επισκέπτης μπορεί να δει ένα πλήθος από αντικείμενα οικιακής και γεωργικής χρήσης, παλαιές φωτογραφίες, ενδυμασίες, κεντήματα, εργόχειρα, υφαντά αλλά και πολλά άλλα ενδιαφέροντα αντικείμενα που παραπέμπουν σε περασμένες εποχές  και αποσκοπούν στη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και παραδοσιακής εικόνας του χωριού.

Παραλίες

Πρόκειται, κατά βάση, για βοτσαλωτές παραλίες, προστατευμένες λόγω του προσανατολισμού τους από τους Νότιους και Νοτιοδυτικούς ανέμους. Ξεκινώντας από τον Βορρά θα συναντήσουμε την Αγία Κυριακή, την Μεγάλη Άμμο και τον Δρύμισκο στο Κυπαρίσσι και την Βλυχάδα στην Ρειχιά. Κοντά στον Γέρακα είναι ο Κόχυλας και στην περιοχή του Αγ. Ιωάννη το Καστράκι και το πολυσύχναστο Πορί. Η παραλία της νέας πόλης της Μονεμβασιάς λέγεται Κάκκαβος και στην σκιά των τειχών του Κάστρου βρίσκεται το Πορτέλο. Κατευθυνόμενοι νότια συναντάμε τις παραλίες των Νομίων, Αμπελάκια, Ξιφιάς και Αγ. Φωκάς.

Νεάπολη και Βάτικα

Στην νότια απόληξη του ακρωτηρίου του Μαλέα βρίσκεται η περιοχή των Βοιών (ή Βατίκων). Οι έντονες αντιθέσεις του τοπίου δημιουργούν εικόνες ιδιαίτερες. Στο κέντρο δεσπόζει ο ορεινός όγκος της Κριθίνας (800μ. υψόμετρο), που σχηματίζει με τις απολήξεις του στη θάλασσα απάνεμα λιμανάκια, παλιά ορμητήρια πειρατών και μικρές παραλίες ιδανικές για μπάνιο, ‘’σβήνοντας’’ στους απόκρημνους βράχους στο ακρωτήριο του Μαλέα. Ο Καβομαλιάς με το λιθόκτιστο φάρο του, γνωστός από τις ιστορίες και τους μύθους για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί για να τον διασχίσουν, αποτελεί σημείο αναφοράς για τη περιοχή. Από την άλλη μεριά, ο ήρεμος κόλπος της Νεάπολης, το κατα­φύγιο των πλοίων όταν στα πέλαγα υπάρχει μεγάλη φουρτούνα, αλλά και ο εύφορος κά­μπος των Βοιών και οι εκτεταμένες αμμουδιές του Νεραντζιώνα και του Μάγγανου, έρχονται σε αντίθεση με την αγριότητα του υπόλοιπου τοπίου. Τα περισσότερα χωριά της περιοχής είναι κτισμένα σε απότομες πλαγιές και σε μερικές περιπτώσεις είναι αθέατα από τη θάλασσα για το φόβο των πειρατών. Τα άσπρα σπίτια και τα στενά δρομάκια θυμίζουν με τη γραφικότητα τους νησιώτικους οικισμούς, αποτέλεσμα των στενών επαφών που είχαν, μέσω της θάλασσας, οι Βατικιώτες με τα νη­σιά. Ναυτικοί και ψαράδες είναι άλλωστε από παράδοση πολλοί από τους κατοίκους των Βατίκων. Τα Βελανίδια είναι ο χαρακτηριστικότερος τέτοιος οικισμός. Την εικόνα συμπληρώνουν μερικά εντυπωσιακά δημιουργήματα της φύσης που προσελκύουν το ενδιαφέρον. Αξιοσημείωτα είναι τα πολλά σπήλαια της περιοχής, με σημαντικότερο αυτό του Αγίου Ανδρέα στην Καστανιά, το απολιθωμένο δάσος με τα πλούσια παλαιοντολογικά ευρήματα στην Αγία Μαρίνα, ο υγρότοπος της Στρογγύλης λίμνης και ο βιότοπος των αμμόλοφων με το σπάνιο είδος κέδρων στον οικισμό Βιγκλάφια του Αγίου Γεωργίου. Μοναδικής αρχαιολογικής αξίας είναι η βυθισμένη πολιτεία στο Παυλοπέτρι που μπορεί εύκολα να εξερευνηθεί κολυμπώντας με μια απλή μάσκα. Μόλις 15 λεπτά από την παραλία της Πούντας διαρκεί το ταξίδι για τις μαγευτικές παραλίες της Ελαφονήσου, ιδανικός προορισμός για μονοήμερες αποδράσεις.

Ασωπός και Μολάοι

Οι περιοχές των Μολάων και του Ασωπού βρίσκονται στο δυτικό κομμάτι του Δήμου Μονεμβασιάς προς τον μυχό του Λακωνικού κόλπου. Τόποι με ιστορία που χάνεται στους αιώνες αλλά και περιοχές με έντονη σήμερα αγροτική δραστηριότητα καθώς και ήπια τουριστική ανάπτυξη. Η πόλη των Μολάων αποτελεί το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής ενώ από το κέντρο της ξεκινά το εντυπωσιακό και εύκολα προσβάσιμο φαράγγι του Λάρνακα . Οι παραλιακοί οικισμοί της Ελιάς, της Πλύτρας και του Αρχαγγέλου αποτελούν ελκυστικές προτάσεις για οικογενειακό τουρισμό. Σε αυτές τις περιοχές εντοπίζονται και κάποιες από τις καλύτερες παραλίες της Λακωνίας. Τα αρχαιολογικά σημεία με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η βυθισμένη πολιτεία στην Πλύτρα,και ο λόφος  του Παλαιόκαστρου. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντες είναι και οι μύθοι και θρύλοι της περιοχής.

Κυπαρίσσι και Ζάρακας

Ο Ζάρακας βρίσκεται στο βορειοανατολικό κομμάτι του Δήμου Μονεμβασιάς, εκεί που ο Πάρνωνας ‘’γκρεμίζεται’’ στα κρυστάλλινα νερά του Μυρτώου δημιουργώντας άγρια παρθένα τοπία και παραλίες που ξαφνιάζουν τους ανυποψίαστους. Την ανέγγιχτη φύση της περιοχής διασχίζουν κάποιες από τις ομορφότερες πεζοπορικές διαδρομές. Το ζωγραφιστό Κυπαρίσσι είναι ο γνωστότερος παραλιακός οικισμός με σημαντική τουριστική υποδομή. Στους απόκρημνους βράχους που το περιβάλλουν αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό αναρριχητικό πεδίο. Ο Γέρακας με το σπάνιο φυσικό φιόρδ και τον υδροβιότοπό του αποτελεί δημοφιλές αγκυροβόλιο για σκάφη αλλά και ιδανική επιλογή για χαλάρωση στις ψαροταβέρνες και τα καφέ του. Τα ορεινά χωριά του Ζάρακα εντυπωσιάζουν με την απλότητά και την άγρια ομορφιά τους. Στη Μονή Ευαγγελίστριας στον Γέρακα, συρρέουν προσκυνητές από όλες τις γωνιές της γης, ενώ τα διάσπαρτα σημαντικά ξωκλήσια στέκουν λιτά και αυστηρά, στηρίγματα πίστης για τους κατοίκους, από τους προηγούμενους αιώνες. Το Λαογραφικό Μουσείο στην Ρειχιά παρουσιάζει με ξεχωριστό τρόπο τις συνήθειες και τις παραδόσεις του Ζάρακα. Πολλά επίσης είναι τα μνημεία που μαρτυρούν την σημαντική ιστορία του Ζάρακα, αλλά πολλοί είναι και οι μύθοι και θρύλοι που διηγούνται μέχρι σήμερα οι κάτοικοι τις άγριες νύχτες του χειμώνα δίπλα στο τζάκι.

 

Πληροφορίες για τις Χώρες

Ελλάδα

Η Ελλάς είναι κράτος στο νότιο άκρο της Βαλκανικής ή χερσονήσου του Αίμου και αποτελεί επίσης τη νοτιοανατολική άκρη της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, συνορεύοντας προς Βορρά με την Αλβανία, τη FYROM ή ΠΓΔM, τμήμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας και την Βουλγαρία και προς Ανατολάς με την Τουρκία.

Γεωγραφία

Γεωλογική διαμόρφωση
Ο σημερινός ελληνικός χώρος διαμορφώθηκε ύστερα από σειρές γεωλογικών ανατροπών, ηπειρογενετικών και ορογενετικών κινήσεων της Πλειόκαινης εποχής. Τα γεωλογικά αυτά φαινόμενα, στην περιοχή της προϊστορικής "Αιγηίδος", προκάλεσαν κατακερματισμό και καταποντισμό διάφορων τμημάτων ξηράς, ενώ αλλού ανάδυση άλλων τμημάτων ξηράς από τη θάλασσα. Προηγουμένως, κατά την Ολιγόκαινη εποχή, με την αλπική πτύχωση σχηματίστηκαν με προέκταση των "Δειναρίδων" οροσειρών οι "Ελληνίδες" οροσειρές, οι οποίες σκέπασαν τον ηπειρωτικό κορμό της Ελλάδας, την Πελοπόννησο, την Κρήτη. Έτσι, η χώρα διαμορφώθηκε κυρίως σε ορεινή, με μέγιστο κατακόρυφο και οριζόντιο διαμελισμό και με πολλά ρήγματα (Κορινθιακός κόλπος, κοιλάδα Σπερχειού, Μαλιακός κόλπος, στενό Ευρίπου, ρήγμα Ιονίου πελάγους κ.λ.π.). Παράλληλα δημιουργήθηκαν πολυάριθμα νησιά, πολλά από τα οποία είναι ηφαιστειογενή, σκορπισμένα σε μια θαλάσσια περιοχή γεμάτη από υποβρύχιες τάφρους, φρέατα και βυθίσματα. Η γεωλογική διαμόρφωση δεν έχει ακόμα εντελώς οριστικοποιηθεί και γι` αυτό η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου, αν και η ηφαιστειακή δράση έχει ουσιαστικά ατονήσει και ελάχιστα είναι σήμερα τα ενεργά ηφαίστεια (Σαντορίνη, Νίσυρος).

Όρη
Το ελληνικό ανάγλυφο έχει γενικά ως κύριο χαρακτηριστικό τη συσσώρευση πολλών ορεινών όγκων. Τα 3/5 της χώρας καλύπτονται από βουνά, με ψηλότερο τον Όλυμπο (2.904 μ.) (βλέπε πίνακα βουνών).

Πεδιάδες
Η Ελλάδα είναι ορεινή κυρίως χώρα, γι` αυτό και δεν έχει παρά λίγες και μέτριες σε έκταση πεδιάδες. Μόνο το 1/5 της ξηράς αποτελείται από πεδιάδες, που περιβάλλονται συνήθως από φραγμό ψηλών βουνών ή περιορίζονται από τη θάλασσα. Η μεγαλύτερη πεδινή έκταση της Ελλάδας βρίσκεται στην κεντρική Μακεδονία και απαρτίζεται από τις πεδιάδες της Θεσσαλονίκης, των Γιαννιτσών και της Κατερίνης, οι οποίες όμως αποτελούν ουσιαστικά ενιαίο σύνολο, με έκταση 2.616 τ.χλμ. (βλέπε πίνακα πεδιάδων). Από τις υπόλοιπες πεδιάδες της Κοζάνης-Καϊλαρίων και της Φλώρινας είναι υψίπεδα, που βρίσκονται σε ύψος 620-650 μ., του Δομοκού σε ύψος 300μ., των Φαρσάλων και Τρικάλων-Καρδίτσας με υψόμετρο 120μ., ενώ όλες οι άλλες βρίσκονται σε υψόμετρο κάτω από 100μ.

Ποταμοί
Οι ποταμοί της Ελλάδας είναι μικροί, ακολουθούν τη διεύθυνση των κοιλάδων και χύνονται στις ελληνικές θάλασσες. Γενικά αβαθείς και ορμητικοί, κανένας τους δεν είναι πλωτός και μόνο σε ορισμένα σημεία του Έβρου και του Λουδία μπορούν να κυκλοφορήσουν λέμβοι. Οι ελληνικοί ποταμοί μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες λάσπης και έτσι σχηματίζουν συχνά προσχώσεις και δέλτα στις εκβολές τους. Τα νερά τους όμως από το 1952 άρχισαν να χρησιμοποιούνται για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, όπως στον Αχελώο, στον Αλιάκμονα κ.ά. Επίσης αρδεύουν τις γύρω απ` αυτούς πεδινές εκτάσεις και καθιστούν γόνιμο το έδαφός τους. Οι μεγαλύτεροι ποταμοί που διαρρέουν την Ελλάδα είναι ο Έβρος και ο Αξιός. Και οι δύο όμως πηγάζουν έξω από την ελληνική επικράτεια, ο Έβρος από τη Βουλγαρία και ο Αξιός από τα Σκόπια (FYROM). Το μήκος τους μέσα στην Ελλάδα είναι περιορισμένο. Από τους ποταμούς που πηγάζουν μέσα στον ελληνικό χώρο ο μεγαλύτερος είναι ο Αλιάκμονας, που διασχίζει τη Δυτική Μακεδονία και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο (βλέπε πίνακα ποταμών).

Λίμνες
Οι ελληνικές λίμνες είναι λίγες και μικρές, εκτός από τη Μεγάλη Πρέσπα, η οποία όμως δε βρίσκεται ολόκληρη μέσα στην ελληνική επικράτεια, καθώς μέρος της ανήκει στην Αλβανία και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η στάθμη των νερών τους δεν είναι σταθερή λόγω των υπόγειων ροών, ενώ πολλές δεν είναι πλωτές σε μεγάλη έκταση. Σε πολλές από αυτές λειτουργούν ιχθυοτροφεία, στα οποία εκτρέφονται κυρίως χέλια και πέστροφες. Οι περισσότερες και μεγαλύτερες βρίσκονται στη Μακεδονία, ενώ υπάρχουν και ορισμένες λιμνοθάλασσες (Αγουλινίτσας, Μεσολογγίου). Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει σοβαρά αποστραγγιστικά έργα στις ελληνικές λίμνες, δύο μάλιστα από αυτές, των Γιαννιτσών και η Κωπαΐδα, έχουν αποξηρανθεί και μεταβλήθηκαν σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. (βλέπε πίνακα λιμνών).

Θάλασσες
Η Ελλάδα βρέχεται από τρία πελάγη της Ανατολικής Μεσογείου: το Αιγαίο, το Ιόνιο και το Κρητικό, σπουδαιότερο από τα οποία είναι το Αιγαίο, γιατί αποτελεί το δρόμο που συνδέει τον Εύξεινο Πόντο με τη Μεσόγειο, καθώς και την Ευρώπη με τη Μικρά Ασία, ενώ είναι διάσπαρτο από μικρά και μεγάλα νησιά. Το Κρητικό πέλαγος, καθώς και το Θρακικό και το Μυρτώο, αποτελούν τμήματα του Αιγαίου.
Το Ιόνιο πέλαγος είναι πιο ομαλό από το Αιγαίο. Τα λίγα νησιά του έχουν διάταξη παράλληλη προς τη δυτική ακτή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το βάθος του πελάγους μέχρι τα νησιά αυτά μόλις που ξεπερνά τα 200 μ. Πέρα όμως από τα νησιά ανοίγεται απότομη και εκτεταμένη υφαλολεκάνη με βάθη που διαρκώς αυξάνονται.
Παραθέτουμε τα μέγιστα βάθη των θαλασσών της Ελλάδας:
α) Φρέαρ Οινουσών: το μέγιστο βάθος 5.090 μ. σημειώνεται σε απόσταση 68 μιλίων νοτιοδυτικά του ακρωτηρίου Ταίναρου. Το βάθος αυτό είναι το μέγιστο της Ελληνικής Τάφρου και της Μεσογείου.
β) Τάφρος Καρπάθου: Μέγιστα βάθη 3.048 μ. και 2.532 μ. νοτιοδυτικά της βορειότερης άκρης της νήσου Καρπάθου. Είναι υφαλοχαράδρα με κατεύθυνση προς τη βορειοανατολική άκρη Σίδερο της Κρήτης και από εκεί προς το μεταξύ της Κρήτης και Θήρας διάστημα. Το μέγιστο βάθος 3.048 μ. βρίσκεται σε απόσταση 40 μιλίων νοτιοανατολικά της άκρης Σίδερο της Κρήτης, ενώ το βάθος των 2.532μ. βρίσκεται σε απόσταση 13 μιλίων βόρεια της νήσου Κάσου.
γ) Τάφρος Βόρειου Αιγαίου. Εκτείνεται μεταξύ Βόρειων Σποράδων και Χαλκιδικής, με μέγιστο βάθος 1.950 μ., 4 μίλια βορειοανατολικά της Σκοπέλου.
δ) Λεκάνη Ρόδου: Βρίσκεται ανατολικά-νοτιοανατολικά της Ρόδου και το μέγιστο βάθος 4.452 μ. σημειώνεται σε απόσταση 49 μιλίων ανατολικά της Ρόδου.

Ακτογραφία
Οι ελληνικές ακτές σχηματίζουν μεγάλο αριθμό χερσονήσων και κόλπων.
α) Χερσόνησοι. Κυριότερη χερσόνησος είναι η Χαλκιδική στο Αιγαίο πέλαγος. Αυτή διαιρείται σε τρεις μικρότερες χερσονήσους: του Αγίου Όρους ή Άθωνος (αρχ. Ακτή), της Κασσάνδρας (αρχ. Παλλήνη) και της Λόγγου (αρχ. Σιθωνία). Η Πελοπόννησος ουσιαστικά είναι και αυτή χερσόνησος, γιατί συνδέεται με τον κορμό της ηπειρωτικής Ελλάδας με τον Ισθμό της Κορίνθου.
β) Κόλποι. Πολυάριθμοι και βαθείς κόλποι σχηματίζονται κατά μήκος των ακτών. Κυριότεροι από αυτούς κατά σειρά από τα ανατολικά όρια της χώρας (Θράκη) είναι ο κόλπος της Αλεξανδρούπολης (Δεδέ Αγάτς), κόλπος που σχηματίζεται στις εκβολές του ποταμού Έβρου, ο κόλπος της Καβάλας, ο Στρυμονικός (Κόλπος Ορφανού) ανάμεσα στη Χαλκιδική και την Ανατολική Μακεδονία, ο κόλπος του Αγίου Όρους (αρχ. Σιγγιτικός) και της Κασσάνδρας (αρχ. Τορωναίος), ανάμεσα στις χερσονήσους της Χαλκιδικής, ο Θερμαϊκός ανάμεσα στη Χαλκιδική και στην Κεντρική Μακεδονία, στον οποίο εκβάλλουν οι ποταμοί Αξιός, Αλιάκμονας, Γαλλικός και Λουδίας, ο Παγασητικός, απέναντι από τη Βόρεια Εύβοια, ο Ευβοϊκός, ανάμεσα στην Εύβοια και τη Στερεά Ελλάδα, ο Μαλλιακός, στο μυχό του Βόρειου Ευβοϊκού κόλπου, ο Σαρωνικός μεταξύ Στερεάς και Βορειοανατολικής Πελοποννήσου, ο Κορινθιακός, που αποτελεί θαλάσσια διαχωριστική ζώνη μεταξύ Στερεάς και Πελοποννήσου και επικοινωνεί με το Ιόνιο πέλαγος με τον πορθμό του Ρίου (ελάχιστο πλάτος 1.850μ.) και με το Αιγαίο με τη διώρυγα της Κορίνθου, που ανοίχτηκε το 1893. Η νότια ακτή του Κορινθιακού κόλπου είναι ομαλή, η βόρεια όμως σχηματίζει τρεις μικρότερους κόλπους, της Ιτέας, των Αντικύρων και των Αιγοσθένων.
Η Πελοπόννησος από ανατολικά προς δυτικά επίσης σχηματίζει τους εξής κόλπους: τον Αργολικό, το Λακωνικό, το Μεσσηνιακό, τον Κυπαρισσιακό και τον Πατραϊκό.
Στη Δυτική ηπειρωτική Ελλάδα κυριότερος κόλπος είναι ο Αμβρακικός, ανάμεσα στην Ήπειρο και τη Στερεά. Συνδέεται με το Ιόνιο πέλαγος διαμέσου του πορθμού της Πρέβεζας, που έχει ελάχιστο πλάτος 400μ.
Στην Κρήτη σχηματίζονται τρεις μεγάλοι κόλποι, της Σούδας, του Μιραμπέλλου και της Μεσσαράς. Στη Λέσβο σχηματίζεται ο κόλπος της Καλλονής, στην Κεφαλονιά του Αργοστολίου και στη Ζάκυνθο ο ομώνυμος κόλπος.
Στους κόλπους αυτούς πρέπει να προστεθούν ορισμένα φυσικά λιμάνια και όρμοι, όπως του Πειραιά, του Βαθέος Σάμου, της Μήλου, του Μούδρου και της Πύλου.
γ) Λιμάνια. Από άποψη εμπορικής κίνησης, αλλά και συγκοινωνιακής, τα σημαντικότερα λιμάνια της Ελλάδας είναι i. Του Πειραιά: Είναι ευρύτατο και βαθύ και έχει κατάλληλη είσοδο, ώστε εύκολα να προσορμίζουν σ` αυτό κάθε είδους πλοία, χωρίς να επηρεάζονται από θαλασσοταραχές. Αποτελεί συγχρόνως συγκοινωνιακό κόμβο με πολλά λιμάνια της Ευρώπης και άλλων ηπείρων. ii. Της Θεσσαλονίκης: Είναι το μεγαλύτερο της Βαλκανικής και εξυπηρετεί τις θαλάσσιες συγκοινωνίες πολλών βαλκανικών χωρών, καθώς αποτελεί τη μοναδική έξοδό τους στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Άλλα μεγάλα λιμάνια της χώρας είναι του Βόλου, του Ηρακλείου, της Ρόδου, της Σύρου, της Ελευσίνας, της Καλαμάτας, της Μυτιλήνης, της Καβάλας, της Πρέβεζας κλπ.
δ) Ακρωτήρια. Τα μεγαλύτερα ακρωτήρια είναι το Ρίο, ο Ακρίτας, το Ταίναρο και ο Μαλέας στην Πελοπόννησο, το Άκτιο απέναντι από την Πρέβεζα, το Σούνιο στην Αττική, το Αρτεμίσιο και ο Καφηρέας στην Εύβοια, το Τρίκερι στη Θεσσαλία και ο Άθως στη Χαλκιδική.
ε) Πορθμοί, διώρυγες κ.τ.λ. Οι σημαντικότεροι πορθμοί και διώρυγες είναι οι εξής: ο πορθμός του Ευρίπου με ελάχιστο πλάτος 40 μ., το Στενό του Ρίου-Αντιρρίου με ελάχιστο πλάτος 1.920 μ., η διώρυγα της Λευκάδας με ελάχιστο πλάτος 20 μ. και μήκος 3,4 μίλια, η διώρυγα της Κορίνθου με ελάχιστο πλάτος 21 μ. και μήκος 6,3 χλμ., ο δίαυλος Ηγουμενίτσας με ελάχιστο πλάτος 70 μ. και μήκος 920 μ., ο δίαυλος της Πρέβεζας με ελάχιστο πλάτος 60 μ. και μήκος 2.650 χλμ., ο δίαυλος Ναυστάθμου Σαλαμίνας με ελάχιστο πλάτος 240 μ. και μήκος 1.020 μ. και ο δίαυλος Πόρου Μεγάρων με ελάχιστο πλάτος 200 μ. και μήκος 2.400 μ.

Θαλάσσια ρεύματα
Μεγάλα θαλάσσια ρεύματα δεν παρουσιάζουν οι ελληνικές θάλασσες. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα εξής: α) Το ψυχρό ρεύμα του Εύξεινου Πόντου, που προχωρεί κατά μήκος των ανατολικών ακτών της ηπειρωτικής Ελλάδας και εξαφανίζεται στο νότιο Αιγαίο. Από το ρεύμα αυτό επηρεάζεται το κλίμα των ακτών προς το ψυχρότερο και ξηρότερο. β) Το θερμό ρεύμα της Μεσογείου, που διακλαδίζεται προς το Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος και καθιστά το κλίμα της Νότιας Ελλάδας θερμό και υγρό.

Νησιά
Πολλά νησιά, μεγάλα, μέτρια, μικρά, καθώς και ερημονήσια και βραχονησίδες περιβάλλουν την Ελλάδα. Η συνολική τους επιφάνεια είναι 25.484 τ.χλμ. Το μήκος των ακτών κατανέμεται ως εξής: Ηπειρωτική Ελλάδα 2.699,3 χλμ., Πελοπόννησος 1.378,7 χλμ., Νησιά 10.943 χλμ. Το συνολικό μήκος ακτών είναι 15.021 χλμ.
Το μεγαλύτερο ελληνικό νησί είναι η Κρήτη, που έχει έκταση 8.336 τ.χλμ., όση δηλ. περίπου και η Θράκη.

Θερμές πηγές
Αφθονούν στην Ελλάδα οι θερμές ιαματικές πηγές. Οι σπουδαιότερες απ` αυτές είναι: α) Στη Μακεδονία: των Ελευθερών, της Καβάλας (οξυανθρακικές, αλκαλικές), του Λαγκαδά Θεσσαλονίκης (αλκαλικές, ραδιενεργές), της Νιγρίτας Σερρών (αλκαλικές, ραδιενεργές), του Σέδες Θεσσαλονίκης (θειούχες), του Βελβενδού Κοζάνης (θειούχες), του Σιδηρόκαστρου Σερρών (αλκαλικές, δισανθρακικές), του Ξυνού Νερού Φλώρινας (οξυανθρακικές, αλκαλικές). β) Στη Θράκη: της Σαμοθράκης (θειούχες). γ) Στην Ήπειρο: των Καβασίλων Ιωαννίνων (θειούχες), του Βρωμονερίου Κόνιτσας (θειούχες). δ) Στη Στερεά Ελλάδα: της Βουλιαγμένης Αττικής (χλωρονατριούχες, θειούχες, οξυανθρακικές), της Υπάτης (θειούχες), του Πλατύστομου Φθιώτιδας (οξυανθρακικές, αλκαλικές, σιδηρούχες, θειούχες), των Καμένων Βούρλων Λοκρίδας (ραδιενεργές), της Αιδηψού Εύβοιας (οξυανθρακικές θερμές αλιπηγές), της Αίγινας (αλκαλικές), των Θερμοπυλών Φθιώτιδας (θειούχες) κ.λ.π. ε) Στη Θεσσαλία: του Τσάγεζι (σιδηρούχες, οξυανθρακικές), της Δρανίτσας (θειούχες), του Σμοκόβου Καρδίτσας (αλκαλικές). στ) Στην Πελοπόννησο: των Μεθάνων (οξυανθρακικές, θειούχες), του Λουτρακίου Κορινθίας (αλκαλικές), της Κυλλήνης Ηλείας (θειούχες), του Καϊάφα Ολυμπίας (θειούχες) κ.ά. ζ) Στην Κρήτη: της Λέντας Ηρακλείου (αλκαλικές). η) Στα νησιά του Αιγαίου: της Θερμής Λέσβου (αλκαλικές, θειούχες, σιδηρούχες), του Πολυχνίτου Λέσβου (αλκαλικές), της Κεράμου Χίου (θειούχες, αλκαλικές), της Κουρνού Λήμνου (θειούχες). θ) Στις Κυκλάδες: της Κύθνου (θερμές, σιδηρούχες και ιωδοβρομιούχες αλιπηγές), της Σάριζας Άνδρου (οξυανθρακικές, χλωρονατριούχες).
Οι θερμότερες απ` αυτές είναι του Πολυχνίτου Λέσβου (87° C). Της Αιδηψού κυμαίνονται μεταξύ 65°C-78° C. Οι πιο ραδιενεργές είναι των Καμένων Βούρλων.

Χλωρίδα
Χαρακτηριστικά μεσογειακή χώρα η Ελλάδα, είναι πλούσια σε αειθαλή και σκληρόφυλλα δέντρα και θάμνους και σε αρωματικά φυτά. Το σύνολο του φυτικού κόσμου της ανέρχεται σε 4.045 είδη, από τα οποία κυριαρχούν η ελιά, η λεύκα, ο πλάτανος, το κυπαρίσσι, η συκιά, η δάφνη, το πεύκο, το έλατο, η δρυς, η καστανιά, τα εσπεριδοειδή, η άμπελος, η χαρουπιά κ.ά. Πολυάριθμα είναι τα είδη των λουλουδιών, από τα οποία τα περισσότερα καλλωπιστικά, ανθοκομικά και καρποφόρα έχουν εισαχθεί από άλλες χώρες, όπως ο λωτός (Ν Ασία), η αροκάρια (Νήσοι Νόρφολκ), το γιασεμί (Μαλαισία), η ορτανσία (Κίνα), ο υάκινθος (Κεντρική Αμερική), ο βασιλικός, η μαντζουράνα κ.ά. Τέλος στη χώρα φύονται πάνω από 1.200 συνολικά ενδημικά είδη, τα περισσότερα από τα οποία στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και το Άγιο Όρος.

Πανίδα
Ο ζωικός κόσμος της Ελλάδας έχει μεσογειακό χαρακτήρα, με πολυπληθέστερα τα παραθαλάσσια και θαλάσσια ζώα. Έχουν καταμετρηθεί 50 είδη θηλαστικών, 362 πτηνών, 300 είδη ψαριών και πολλά άλλα θαλάσσια είδη και ερπετά. Γενικά έχουν καταγραφεί 1.500 είδη ζώων.
Η επέκταση της ανθρώπινης δραστηριότητας έχει περιορίσει πολύ την άγρια πανίδα: τα άγρια ζώα, όπως ο λύκος, η αρκούδα, το αγριογούρουνο, το ελάφι, το αγριοκάτσικο και το τσακάλι, είναι σπάνια σήμερα. Από τα ήμερα συνήθη είναι τα πρόβατα, τα ιπποειδή, τα βοοειδή, οι κατσίκες και διάφορα άλλα κατοικίδια.
Τα πτηνά είναι κυρίως αποδημητικά (χελιδόνια, αγριόπαπιες, ερωδιοί, πελαργοί, ορτύκια, τρυγόνια κ.α.). Υπάρχουν όμως και ενδημικά αρπακτικά (γύπας, αετός, γεράκι, κουκουβάγια) και αλεκτοροειδή. Ιδιαίτερα αφθονούν τα είδη των ερπετών.

περισσότερα

Παρόμοιοι Προορισμοί

Με μια ματιά

Mέσα στα μεσαιωνικά τείχη της Μονεμβασιάς βρίσκεται μια από τις πιο καλοδιατηρημένες και ζωντανές καστροπολιτείες στην Ελλάδα, που συγκεντρώνει όλο το χρόνο φανατικούς επισκέπτες. Δεκάδες εκκλησίες, αρχοντικά πλούσιων εμπόρων, κρήνες, χαμάμ και στριφογυριστά καλντερίμια διατηρούνται σε αξιοσημείωτα καλή κατάσταση, διαφυλάσσοντας ατόφια την ατμόσφαιρα αυτού του οικισμού, που από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι το 19ο αιώνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής.

Χάρτης Ταξιδιού Μονεμβασιά