Σε υψόμετρο 1339 μέτρων, το βλέμμα ατενίζει ανεμπόδιστα το μεγαλύτερο μέρος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, κοντά στον ποταμό Στρυμόνα. Εκεί, όλα είναι καθάρια, διαυγή, σχεδόν ιερά, λουσμένα από το φως του ήλιου. Όπως καθάριος και ιερός ήταν ο αγώνας των υπερασπιστών του οχυρού πριν από ογδόντα ολόκληρα χρόνια, στη φημισμένη «Μάχη των Οχυρών», κατά μήκος της λεγόμενης «Γραμμής Μεταξά». Επισκεπτόμενος το Ρούπελ δεν γνωρίζεις μόνο μια μεγάλη στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Θαυμάζεις από κοντά τα έργα των ανθρώπων που καθόρισαν μια ιστορική πραγματικότητα. Εκεί στην κατάφυτη πλαγιά του Ρούπελ, όπου η ιστορία και το φυσικό περιβάλλον συνυπάρχουν αρμονικά, κάτω από τη σκιά του μαρμάρινου μνημείου των πεσόντων στρατιωτών, αξιωματικών, υπαξιωματικών και επίστρατων, ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να μην συλλογιστεί την υπέρτατη θυσία των Ελλήνων απέναντι στα ναζιστικά στρατεύματα.
Η 10η Απριλίου 1941, μια ημερομηνία καθοριστική όχι μόνο για τη μοίρα των οχυρών αλλά και της Ελλάδας. Είναι η μέρα της παράδοσης των οχυρών από τον διοικητή τους, αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Δουράτσο, στους Γερμανούς κατακτητές αξιώνοντας ταυτόχρονα «κανείς Γερμανός να μην ανέβει στο οχυρό έως ότου και οι τελευταίοι αποχωρήσουν», όπως και συνέβη. Είχε προηγηθεί μια τριήμερη σκληρή πολεμική αναμέτρηση καθ' όλη τη διάρκεια της «Μάχης των οχυρών» κατά μήκος της «Γραμμής Μεταξά» ανάμεσα στους Έλληνες και τους Γερμανούς στρατιώτες, όπου μπορεί να τελείωσε με τη νίκη των τελευταίων, όμως οι απώλειές τους ήταν σχεδόν διπλάσιες από αυτές των Ελλήνων. Ο Γερμανός συνταγματάρχης που παρέλαβε το οχυρό, έδωσε συγχαρητήρια στον διοικητή, εκφράζοντας το θαυμασμό και την εκτίμησή του για την αντίσταση και τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών.
Τα ιστορικά λόγια του αντισυνταγματάρχη Δουράτσου - «Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Καταλαμβάνονται»- βρίσκονται στην είσοδο της στοάς αποδίδοντας το μέγεθος του ηρωισμού των Ελλήνων στρατιωτών. Να σημειωθεί πως στο οχυρό Ρούπελ υπήρχαν μόνο 27 αξιωματικοί και 950 οπλίτες. Γύρω από το οχυρό υπήρχαν μόλις οκτώ πυροβόλα, μοιρασμένα στις πυροβολαρχίες του λοχαγού Κοζώνη και του ήρωα υπολοχαγού Κυριακίδη, σε καλά κρυμμένες τοποθεσίες. Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν πάνοπλες με εξοπλισμό που υπερτερούσε αριθμητικά και τεχνολογικά έναντι των Ελλήνων.
Σε 14 νεκρούς και 38 τραυματίες ανήλθε ο αριθμός των απωλειών του οχυρού Ρούπελ στις συνολικά τέσσερεις μέρες που διήρκησαν οι βομβαρδισμοί των γερμανικών στρατευμάτων. Τα οχυρά δεν καταλήφθηκαν ποτέ χάρη στο ηρωισμό των Ελλήνων υπερασπιστών, που μέχρι την τελευταία στιγμή πολεμούσαν με αυτοθυσία. Παραδόθηκαν όταν η διοίκηση των οχυρών είχε ήδη πληροφορηθεί για τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα εκθέματα κατέχουν τα προσωπικά αντικείμενα του λοχαγού Αλέξανδρου Κυριακίδη και των στρατιωτών του, όπως βρέθηκαν μέσα στο όρυγμα μαζί με τα οστά τους το 2001, εξήντα χρόνια μετά τον ηρωικό θάνατό τους και την αυτοθυσία τους το 1941. Ο λοχαγός Κυριακίδης αρνήθηκε να κάνει παύση των βολών του πυροβολικού του κι έτσι έγινε στόχος των γερμανών. Μαζί με τους στρατιώτες του βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στη θέση όπου ήταν το καταφύγιο της πυροβολαρχίας. Τον Απρίλιο του 2001, με πρωτοβουλία του αξιωματικού Ηλία Κοτρίδη, ξεκίνησε η έρευνα για την ανεύρεση των οστών των πεσόντων της πυροβολαρχίας του λοχαγού Κυριακίδη.
Το οχυρό Ρούπελ δεν κατελήφθη ποτέ εξαιτίας της απαράμιλλης αντίστασης των μαχητών και της ανθεκτικής κατασκευής του. Ογδόντα χρόνια τώρα παραμένει εκεί, αγέρωχο πάνω στο βουνό και δίνει τη δική του μαρτυρία για τον άνισο αλλά τιμημένο αγώνα των Ελλήνων στρατιωτών και της άμυνας τους για την υπεράσπιση της πατρίδας.
Η 10η Απριλίου 1941, μια ημερομηνία καθοριστική όχι μόνο για τη μοίρα των οχυρών αλλά και της Ελλάδας. Είναι η μέρα της παράδοσης των οχυρών από τον διοικητή τους, αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Δουράτσο, στους Γερμανούς κατακτητές αξιώνοντας ταυτόχρονα «κανείς Γερμανός να μην ανέβει στο οχυρό έως ότου και οι τελευταίοι αποχωρήσουν», όπως και συνέβη. Είχε προηγηθεί μια τριήμερη σκληρή πολεμική αναμέτρηση καθ' όλη τη διάρκεια της «Μάχης των οχυρών» κατά μήκος της «Γραμμής Μεταξά» ανάμεσα στους Έλληνες και τους Γερμανούς στρατιώτες, όπου μπορεί να τελείωσε με τη νίκη των τελευταίων, όμως οι απώλειές τους ήταν σχεδόν διπλάσιες από αυτές των Ελλήνων. Ο Γερμανός συνταγματάρχης που παρέλαβε το οχυρό, έδωσε συγχαρητήρια στον διοικητή, εκφράζοντας το θαυμασμό και την εκτίμησή του για την αντίσταση και τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών.
Τα ιστορικά λόγια του αντισυνταγματάρχη Δουράτσου - «Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Καταλαμβάνονται»- βρίσκονται στην είσοδο της στοάς αποδίδοντας το μέγεθος του ηρωισμού των Ελλήνων στρατιωτών. Να σημειωθεί πως στο οχυρό Ρούπελ υπήρχαν μόνο 27 αξιωματικοί και 950 οπλίτες. Γύρω από το οχυρό υπήρχαν μόλις οκτώ πυροβόλα, μοιρασμένα στις πυροβολαρχίες του λοχαγού Κοζώνη και του ήρωα υπολοχαγού Κυριακίδη, σε καλά κρυμμένες τοποθεσίες. Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις ήταν πάνοπλες με εξοπλισμό που υπερτερούσε αριθμητικά και τεχνολογικά έναντι των Ελλήνων.
Σε 14 νεκρούς και 38 τραυματίες ανήλθε ο αριθμός των απωλειών του οχυρού Ρούπελ στις συνολικά τέσσερεις μέρες που διήρκησαν οι βομβαρδισμοί των γερμανικών στρατευμάτων. Τα οχυρά δεν καταλήφθηκαν ποτέ χάρη στο ηρωισμό των Ελλήνων υπερασπιστών, που μέχρι την τελευταία στιγμή πολεμούσαν με αυτοθυσία. Παραδόθηκαν όταν η διοίκηση των οχυρών είχε ήδη πληροφορηθεί για τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα εκθέματα κατέχουν τα προσωπικά αντικείμενα του λοχαγού Αλέξανδρου Κυριακίδη και των στρατιωτών του, όπως βρέθηκαν μέσα στο όρυγμα μαζί με τα οστά τους το 2001, εξήντα χρόνια μετά τον ηρωικό θάνατό τους και την αυτοθυσία τους το 1941. Ο λοχαγός Κυριακίδης αρνήθηκε να κάνει παύση των βολών του πυροβολικού του κι έτσι έγινε στόχος των γερμανών. Μαζί με τους στρατιώτες του βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στη θέση όπου ήταν το καταφύγιο της πυροβολαρχίας. Τον Απρίλιο του 2001, με πρωτοβουλία του αξιωματικού Ηλία Κοτρίδη, ξεκίνησε η έρευνα για την ανεύρεση των οστών των πεσόντων της πυροβολαρχίας του λοχαγού Κυριακίδη.
Το οχυρό Ρούπελ δεν κατελήφθη ποτέ εξαιτίας της απαράμιλλης αντίστασης των μαχητών και της ανθεκτικής κατασκευής του. Ογδόντα χρόνια τώρα παραμένει εκεί, αγέρωχο πάνω στο βουνό και δίνει τη δική του μαρτυρία για τον άνισο αλλά τιμημένο αγώνα των Ελλήνων στρατιωτών και της άμυνας τους για την υπεράσπιση της πατρίδας.