Τα νερά της Σεβάν έχουν χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα για την άρδευση της πεδιάδας του Αραράτ και την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας από το 1938. Ως αποτέλεσμα, η στάθμη της υποχώρησε περίπου 20 μέτρα, φτάνοντας σε ελάχιστο το 1952, ενώ ο όγκος της έχει μειωθεί κατά 42%. Πριν την ανθρώπινη παρέμβαση, η λίμνη είχε βάθος 95 μέτρα και έκταση 1.416 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ η στάθμη της βρισκόταν σε υψόμετρο 1.916. Η λίμνη σήμερα παρέχει περίπου το 90% των αλιευμάτων της χώρας (ψάρια και καραβίδες) και το νερό της χρησιμοποιείται για την ύδρευση της Αρμενίας και γειτονικών χωρών.
Η ονομασία Σεβάν θεωρείται ότι προέρχεται από την ουραρτική λέξη «σουίνια» (=λίμνη) η οποία είναι γραμμένη σε μια σφηνοειδή επιγραφή επί ουραρτίου βασιλιά Ρούσα Α΄. Η επιγραφή που χρονολογείται
στον 8ο αιώνα π.Χ. ανακαλύφθηκε στις νότιες όχθες της λίμνης. Άλλες δημοφιλείς εκδοχές είναι ότι προέρχεται από τις αρμενικές λέξεις σεβ (=μαύρος) και βανκ (=μοναστήρι), ή από τη λέξη σεβ και την ονομασία της τουρκικής λίμνης Βαν.
Πάντως από την αρχαιότητα μέχρι τον Μεσαίωνα, η λίμνη αναφερόταν ως θάλασσα, και πιο συγκεκριμένα θάλασσα του Γκεχάμ – η ονομασία αυτή απαντάται σε αρκετούς Αρμένιους ιστορικούς του Μεσαίωνα, όπως ο Μοβσές Χορενατσί. Στη λατινική και ελληνική γραμματεία, η λίμνη αναφέρεται ως Λυχνίτις – έτσι την ονοματίζει ο Έλληνας γεωγράφος και αστρονόμος Κλαύδιος Πτολεμαίος στη «Γεωγραφική Υφήγηση», το εξάτομο έργο του που γράφτηκε το έτος 150. Τέλος, στη σύγχρονη εποχή και ως τις αρχές του 20ού αιώνα, η λίμνη αναφερόταν συχνά ως Γκόκτσα, από την τουρκική λέξη Gökče (= γαλάζια νερά) λόγω του εντυπωσιακού γαλάζιου των νερών της. Η Σεβάν αναγνωρίστηκε ως μείζονα πηγή νερού τον 19ο αιώνα. Το μεγάλο υψόμετρο της λίμνης σε σχέση με την εύφορη πεδιάδα του Αραράτ και οι περιορισμένες ενεργειακές πηγές της χώρας ώθησαν τους μηχανικούς να εξερευνήσουν τρόπους της χρήσης του νερού της. Το 1910, ο Αρμένιος μηχανικός Σουκίας Μανασσεριάν πρότεινε τη χρήση του νερού για άρδευση και παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Για τον σκοπό αυτό συνέστησε την αποξήρανση της λίμνης κατά 50 μέτρα. Σύμφωνα με το σχέδιό του η Μεγάλη Σεβάν θα αποξηραινόταν τελείως, ενώ η Μικρή Σεβάν θα περιοριζόταν σε έκταση περίπου 240 χλμ. Την πρόταση του Μανασεριάν υιοθέτησε ο Ιωσήφ Στάλιν στο 2ο πεντάχρονο πλάνο εκβιομηχάνισης και ηλεκτροδότησης της ΕΣΣΔ και οι εργασίες άρχισαν το 1933. Η όχθη του ποταμού Ραζντάν εκβαθύνθηκε, ενώ κατασκευάστηκε μια σήραγγα 40 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της λίμνης. Η σήραγγα ολοκληρώθηκε το 1949 και από τότε η πτώση της στάθμης της Σεβάν επιταχύνθηκε, φτάνοντας το ένα μέτρο το χρόνο. Το νερό χρησιμοποιήθηκε για άρδευση και υδροδότηση έξι σταθμών παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας.
Δυστυχώς όμως οι ενέργειες αυτές υποβάθμισαν επικίνδυνα την οικολογική κατάσταση αυτού του φυσικού θησαυρού. Ήδη από τη δεκαετία του 1950 είχε φανεί το πρόβλημα των επιπτώσεων και έτσι το 1964 εκπονήθηκε μια εργασία διάσωσης της λίμνης. Σύμφωνα με αυτήν έπρεπε να παρεκτραπεί ο ποταμός Αρπά μέσω μιας σήραγγας 49 χιλιόμετρων προς τη λίμνη. Η σήραγγα ολοκληρώθηκε το 1981. Περίπου 200 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού εισρέουν πλέον κάθε χρόνο στη Σεβάν μέσω αυτής της σήραγγας. Επειδή όμως η στάθμη και πάλι δεν θα ανέβαινε αρκετά γρήγορα, το υπουργικό συμβούλιο της ΕΣΣΔ αποφάσισε την κατασκευή μίας ακόμη σήραγγας, μήκους 21,6 χιλιομέτρων. Οι εργασίες καθυστέρησαν λόγω των συγκρούσεων στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ (1988-1994) και του καταστροφικού σεισμού (1988), και τελικά η δεύτερη σήραγγα ολοκληρώθηκε το 2004. Μέσω αυτής εισρέουν σήμερα στη λίμνη επιπλέον 165 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού κάθε χρόνο.
Μετά την κατασκευή των δύο αυτών σηράγγων, η στάθμη της λίμνης Σεβάν άρχισε να ανεβαίνει περισσότερο μετά το 2005. Σύμφωνα με ανακοίνωση του 2007, από το 2001η στάθμη είχε ανυψωθεί κατά 2,44 μέτρα. To 2019 έφτασε τα 1900,44 μέτρα και μέχρι το 2029 αναμένεται να φτάσει τα 1903,5 μέτρα.