Αν το Ιόνιο ήταν παρτιτούρα, οι Παξοί θα ήταν η παύση ανάμεσα στις νότες. Εκείνη η σύντομη, απόλυτη σιωπή που δίνει νόημα σε ολόκληρο το έργο. Μια σταγόνα στεριάς – αυτή που ο Ποσειδώνας απέσπασε με την τρίαινά του από την Κέρκυρα για να στεγάσει τον έρωτά του με την Αμφιτρίτη – πνιγμένη σε έναν αρχέγονο ελαιώνα που φυτεύτηκε από τους Βενετσιάνους και σήμερα μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής σπουδαίου ζωγράφου.
Εδώ, τα δέντρα δεν ψηλώνουν απλώς. Τεντώνουν τις φυλλωσιές τους ανέμελα και διηγούνται ιστορίες αιώνων, καθώς οι ρίζες τους διεισδύουν βαθιά στο χώμα και τα κλαδιά τους φιλτράρουν το φως, δημιουργώντας μόνιμη σκιά και προστασία από το λιοπύρι του καλοκαιριού.

Στον Γάιο, το λιμάνι-φιόρδ, το νησάκι του Αγίου Νικολάου κλείνει την είσοδο σαν φυσική κουρτίνα, αναγκάζοντας τα ιστιοφόρα να κόψουν ταχύτητα, να υποκλιθούν και να μπουν στον ρυθμό του νησιού.
Όμως, η αληθινή ψυχή των Παξών αποκαλύπτεται όταν αφήσεις πίσω σου τα παστέλ, ιταλικής φινέτσας, σπίτια του Λογγού και της Λάκκας, και ανηφορίσεις προς τις δυτικές ακτές. Εκεί, το τοπίο αγριεύει και ο λυρισμός παραχωρεί τη θέση του στο δέος με απόλυτη προθυμία. Κάθετοι, λευκοί γκρεμοί, σμιλεμένοι από το κύμα και τον μαΐστρο, πέφτουν σαν μαχαίρια σε ένα νερό που αρνείται να ονομαστεί απλώς «γαλάζιο». Είναι ένα τυρκουάζ σχεδόν εξωπραγματικό, που φωτίζει τις σκοτεινές θαλάσσιες σπηλιές, τις Γράβες, μετατρέποντας τον βυθό σε υδάτινο καθεδρικό ναό που σμίλεψε το χέρι όχι ανθρώπου αλλά θεού.

Kι όταν το σκάφος σε περάσει απέναντι, στους Αντιπαξούς, στο Βουτούμι, η άμμος παύει να είναι χώμα. Μεταμορφώνεται σε λευκή σκόνη που λιώνει κάτω από τα πόδια σου, μέσα σε μια θάλασσα που μοιάζει με ρευστό κρύσταλλο, θαρρείς και την άγγιξε ραβδί μάγισσας, για να την κάνει αιώνια δική της.

Το βράδυ στους Παξούς έχει τη γεύση της απλότητας. Δεν χρειάζονται πολλά. Ένα τραπέζι δίπλα στο νερό, λίγο ντόπιο, παρθένο ελαιόλαδο, φρέσκο ψάρι και ένα ποτήρι ντόπιο κρασί.
Καθώς το φως σβήνει πίσω από τον Ερημίτη και οι βράχοι βάφονται με το πορφυρό του δειλινού, καταλαβαίνεις τι είναι αυτός ο τόπος. Μια γήινη πολυτέλεια που μετριέται σε ανάσες, σε απόλυτη ηρεμία και με την αίσθηση ότι, για λίγο, ο κόσμος όλος χωράει σε μια χούφτα πράσινης και γαλάζιας γης.