Πληροφορίες για: Χιλή

Περιγραφή

Ανεξάρτητο κράτος της Λατινικής Αμερικής. Έχει μέγιστο μήκος από το βορρά, στα σύνορά της με το Περού, προς το νότο, στο ακρωτήριο Χορν, 4.270 χλμ., ελάχιστο πλάτος από τα ανατολικά προς τα δυτικά 15,5 χλμ. και μέγιστο πλάτος που δεν ξεπερνάει τα 350 χλμ. Η συνολική επιφάνεια της Χιλής ανέρχεται σε 756.626 τ. χλμ. και σ` αυτήν περιλαμβάνονται, εκτός από την ηπειρωτική χώρα, τα νησιά που εκτείνονται στα χιλιανά παράλια του Ειρηνικού ωκεανού: το νησί του Πάσχα, οι ηφαιστειογενείς νησίδες Σάλα υ Γκόμες, Σαν Αμπρόσιο, Σαν Φελίξ του Ειρηνικού και το αρχιπέλαγος Χουάν Φερνάντες. Ακόμη διεκδικεί από την Αργεντινή και τη Μεγάλη Βρετανία μια θαλάσσια ζώνη πλάτους 200 μιλίων, η οποία εκτείνεται στην παράκτια ζώνη της, καθώς και ένα τμήμα της Ανταρκτικής, επειδή η νοτιότερη απόληξη της χώρας (το ακρωτήριο Χορν) απέχει μόνο 640 χλμ. από την Ανταρκτική.
Σύμφωνα με στοιχεία του 2002 ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 15.498.930 κατοίκους.
Καταλαμβάνει μια μακρόστενη λωρίδα γης στο νοτιοδυτικό τμήμα της Νότιας Αμερικής και βρίσκεται σε νότιο γεωγραφικό πλάτος από 17° μέχρι 56°. Ορίζεται στα βόρεια από το Περού σε μήκος 200 χλμ., στα ανατολικά από την Αργεντινή και τη Βολιβία σε συνολικό μήκος 4.800 χλμ., στα δυτικά βρέχεται από τον Ειρηνικό ωκεανό και στα νότια από τον πορθμό Ντρέικ. Ελέγχει τον πορθμό του Μαγγελάνου, που της επιτρέπει την έξοδο προς τον Ατλαντικό ωκεανό.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Τον 5ο αιώνα π.Χ. η κεντρική Χιλή κατοικήθηκε από Αραουκανούς, οι οποίοι ανέπτυξαν αξιόλογο πολιτισμό και ειδικότερα τη χρήση της μεταλλοτεχνίας, της κεραμικής, της υφαντουργίας και της μεθοδικής γεωργίας το 10ο μ.Χ. αιώνα. (Οι ίδιοι οι Αραουκάνοι ισχυρίζονται πως έχουν ελληνικές ρίζες και κατάγονται από την Σπάρτη. Άλλωστε πολλά στοιχεία της παράδοσής τους συνηγορούν σε κάτι τέτοιο.). Αργότερα αντιστάθηκαν αποτελεσματικά στους Ίνκας της βόρειας Χιλής, όμως νικήθηκαν από τους Ισπανούς κατακτητές, που αρχικά με αρχηγό τον Ντιέγο δε Αλμάγκρο και στη συνέχεια με τον Πέδρο δε Βαλντίβια - μετέπειτα ιδρυτή των πόλεων Σαντιάγκο και Κονσεπσιόν - κυριάρχησαν από το 1540 μέχρι το 1560 σε ολόκληρη την κεντρική Χιλή, την οποία και ενσωμάτωσαν στην αντιβασιλεία του Περού με το όνομα Νέα Εστρεμαδούρα. Η ισπανική κυριαρχία παρά τον ευάλωτο χαρακτήρα της και τις εξεγέρσεις των Αραουκανών (1553), διατηρήθηκε μέχρι το 1778, οπότε η Χιλή απέκτησε καθεστώς περιορισμένης αυτονομίας. Το 1810 συστήθηκε μια πατριωτική χιλιανή κυβέρνηση, που προσανατολισμένη στην κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας κατάργησε το 1811 το μονοπώλιο των Ισπανών στο εμπόριο. Οι Χιλιανοί επαναστάτες νικήθηκαν στην περιοχή της Ρανκάγκουα από τα ισπανικά στρατεύματα το 1814, όμως το 1817 ένας από τους αρχηγούς των επαναστατών, ο Χοσέ δε Σαν Μαρτίν νίκησε τους Ισπανούς στο Τσακαμπούκο και ο Μπερνάρδο Ο` Χίγκινς, μια άλλη ηγετική προσωπικότητα της επανάστασης, ανακηρύχθηκε "ύπατος διοικητής της Χιλής" ένα χρόνο πριν την τελευταία νίκη της επανάστασης στο Μαϊπού και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Χιλής στις 12 Φεβρουαρίου 1818.
Ο Ο` Χίγκινς, που δεν μπορούσε πια να επιβληθεί στην πολιτική κατάσταση της χώρας, παραιτήθηκε το 1823. Μέχρι το 1830 κυριάρχησε πολιτική αναρχία - ενδεικτική η εναλλαγή 30 κυβερνήσεων - και επήλθε ρήξη στις σχέσεις στρατού και ολιγαρχίας. Μετά το πραξικόπημα του 1831, που έδωσε την εξουσία στο δικτάτορα Ντιέγο Πορτάλες για ένα χρόνο, ο έλεγχος πέρασε στα χέρια των συντηρητικών για τα επόμενα 30 χρόνια (1830-1861). Το 1833 ψηφίστηκε νέο σύνταγμα, το οποίο ίσχυσε μέχρι το 1925. Από το 1861 - 1891 εμφανίστηκαν πολλές αντιμαχόμενες πολιτικές ομάδες και η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε ως "Φιλελεύθερη Δημοκρατία". Το 1879-1883 η Χιλή εισέβαλε στη βολιβιανή επαρχία Αντοφαγκάστα και στις περουβιανές επαρχίες Αρίκα, Τάκνα και Ταραπακά. Έτσι ξέσπασε ο πόλεμος του Ειρηνικού, που έληξε με νίκη των χιλιανών στρατευμάτων. Οι διεκδικούμενες περιοχές και μαζί τα πολύτιμα ορυχεία νίτρου του υπεδάφους τους, που ήταν η κύρια αιτία του πολέμου, ενσωματώθηκαν τελικά στη χιλιανή επικράτεια, το 1929 όμως η Τάκνα επιστράφηκε στο Περού. Η μεγάλη οικονομική δυσπραγία στην οποία βύθισε τη Χιλή ο πόλεμος του Ειρηνικού προκάλεσε μεγάλες αναταραχές και οδήγησε σ` ένα σύντομο εμφύλιο πόλεμο, που έληξε με την παραίτηση του προέδρου Χοσέ Μανουέλ Μπαλμασέδα (1886-1891).


Ο 20ός αιώνας
Μια άλλη συνέπεια του εμφυλίου ήταν η απόλυτη επικράτηση του κοινοβουλευτισμού. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου η Χιλή γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη χάρη στην εκμετάλλευση των σημαντικών αποθεμάτων νιτρικών αλάτων. Η περίοδος της προόδου και της δημοκρατίας διάρκησε μέχρι το 1925, οπότε ο στρατός επέβαλε καθεστώς προεδρικού τύπου. Η περίοδος 1938-1952 χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία προέδρων που υιοθέτησαν πολιτικές καινοτομίες και οικονομικά ριζοσπαστικά μέτρα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου η Χιλή αρχικά διατήρησε ουδετερότητα απέναντι στις αντιμαχόμενες πλευρές, που όμως έκρυβε κάποια συμπάθεια προς τις δυνάμεις της Γερμανίας και της Ιταλίας. Το 1945 υποχώρησε στις αμερικανικές πιέσεις και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας λίγο πριν τερματιστεί ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που εμφανίστηκαν, όταν πρόεδρος ήταν ο Γκαμπριέλ Γκονσάλες Βιντέλα, προκάλεσαν μεγάλη κοινωνική αναταραχή και επανέφεραν στην εξουσία το στρατηγό Ιμπάνιες ντελ Κάμπο (1952). Ο κοινοβουλευτισμός όμως διατηρήθηκε και με εξαίρεση το γεγονός ότι το Κομουνιστικό Κόμμα παρέμεινε μέχρι το 1958 εκτός νόμου, υπήρχε σχετική πολιτική σταθερότητα στη χώρα, όταν πρόεδρος ήταν ο Χόρχε Αλεσάντρι Ροντρίγκες, που εκλέχτηκε το 1952.
Η πολιτική στασιμότητα της περιόδου 1952-1964 έδωσε τη θέση της σε μια περίοδο έντονων αλλαγών και πολιτικών ανακατατάξεων, που ξεκίνησαν το 1964, έτος εκλογικής νίκης του χριστιανοδημοκράτη Εντουάρντο Φρέι Μοντάλβα, που εφάρμοσε ένα αγροτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και μια σειρά άλλων αλλαγών, σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η κρατική συμμετοχή στις αμερικανικές επιχειρήσεις των ορυχείων χαλκού. Η αύξηση της δύναμης του Σοσιαλιστικού και του Κομουνιστικού Κόμματος φάνηκε στις γενικές εκλογές του 1970, όταν ο αριστερός υποψήφιος Σαλβαντόρ Αλιέντε με το κόμμα "Λαϊκή Ενότητα" εκλέχτηκε πρόεδρος και έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα κρατικοποίησης των ιδιωτικών ορυχείων χαλκού και των τραπεζών. Η τριετής διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια της εθνικής ανεξαρτησίας από τα μεγάλα (κυρίως βορειοαμερικανικά) ξένα κεφάλαια και από την αποκατάσταση των φιλικών σχέσεων με τις σοσιαλιστικές χώρες και ιδιαίτερα με την Κούβα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ευνοημένες οικονομικά τάξεις αντέδρασαν και μαζί τους ένας μεγάλος αριθμός μικροαστών, το οποίο έπληττε η αύξηση του πληθωρισμού. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 εκδηλώθηκε βίαιο πραξικόπημα που προκάλεσε το θάνατο 3.000 δημοκρατικών πολιτών, μεταξύ αυτών και του προέδρου Αλιέντε, ενώ χιλιάδες ήταν οι πολιτικοί αντιφρονούντες που φυλακίστηκαν. Αρχηγός του πραξικοπήματος ήταν ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ Ουγκάρτε, που αυτοχρίστηκε πρόεδρος της Χιλής και εξαπέλυσε κύμα τρομοκρατίας και τυφλού φανατισμού, χειρότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε δικτατορία που προηγήθηκε. Τότε πολλοί Χιλιανοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν κρυφά την πατρίδα τους, για να επιβιώσουν από το καθεστώς τρόμου του Πινοσέτ και να καταφύγουν στο εξωτερικό. Όλα τα μεταρρυθμιστικά μέτρα του Αλιέντε καταργήθηκαν από τη νέα στρατοκρατούμενη κυβέρνηση, η οποία εκτός των άλλων πλήρωσε υπέρογκα ποσά ως αποζημιώσεις στους ιδιοκτήτες των εταιρειών που είχαν στο μεταξύ κρατικοποιηθεί, ενώ παράλληλα οι εταιρείες αυτές επιστράφηκαν στους παλιούς ιδιοκτήτες τους. Η βία εναντίον των δημοκρατικών Χιλιανών επεκτάθηκε και εκτός χιλιανών συνόρων με εκφοβισμούς, κακοποιήσεις, ακόμη και δολοφονίες. Το 1978 οργανώθηκε μια παρωδία δημοψηφίσματος, που "επιβεβαίωσε" την ορθότητα της πολιτικής της κυβέρνησης και επέτρεψε τη λήψη κάποιων μέτρων αμνηστίας. Τον ίδιο χρόνο η άρνηση της Χιλής να αποδώσει μια θαλάσσια διέξοδο στη Βολιβία οδήγησε στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και το 1979 η διεκδίκηση των νησιών Πίνκτον, Νουέβα και Λένοξ και της θαλάσσιας ζώνης στο νότιο άκρο της Νότιας Αμερικής και από τη Χιλή και από την Αργεντινή έφερε την ένταση στις σχέσεις τους.
Το 1980 εκδηλώθηκε κύμα έντονης λαϊκής δυσφορίας και διαμαρτυρίας εναντίον του Πινοσέτ, ενώ η ψήφιση ενός νέου (11 Σεπτεμβρίου) συντάγματος νομιμοποιούσε τις αυθαιρεσίες του καθεστώτος. Τον Μάρτιο του 1983 ξεκίνησε η πρώτη πανεθνική διαμαρτυρία, με αίτημα την επιστροφή στη δημοκρατία, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1986 εκδηλώνεται δολοφονική απόπειρα κατά του Πινοσέτ, από το "Πατριωτικό Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες". Το 1988 το δημοψήφισμα που οργάνωσε ο Πινοσέτ για να εξασφαλίσει τον έλεγχο της εξουσίας, δεν του έδωσε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, επειδή ο λαός αρνήθηκε να τον ψηφίσει, όμως ο Πινοσέτ παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1990, οπότε ο χριστιανοδημοκράτης Πατρίσιο Αϊλουίν Ατζοκάρ, που εκλέχτηκε το 1989, τον διαδέχτηκε και αποκατέστησε το κοινοβουλευτικό σύστημα. Το 1993 ο χριστιανοδημοκράτης Εντουάρντο Φρέι (γιος του προηγούμενου προέδρου με το ίδιο όνομα) εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας και επίσημα ανέλαβε το αξίωμα του στις 11 Μαρτίου του 1994, με την υπόσχεση να συνεχίσει τα προγράμματα οικονομικής στήριξης των φτωχών κοινωνικών τάξεων και τους στενότερους οικονομικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ. Ο Πινοσέτ συνέχιζε να έχει σημαντική πολιτική ισχύ ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, μια θέση από την οποία δεν μπορούσε νόμιμα να εκδιωχτεί μέχρι το 1997 σύμφωνα με ρύθμιση του συντάγματος.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Στις 9 Μαρτίου 1998 ο Πινοσέτ, 82 χρόνων πια, παρέδωσε την αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων και στις 10 Μαρτίου 1998 ορκίστηκε ισόβιος γερουσιαστής εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την αμνηστία για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ήταν μια πράξη που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και μεγάλη απογοήτευση στη χώρα, που επιτεινόταν από το γεγονός ότι μια χιλιανή οργάνωση προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων εκτίμησε σε περισσότερους από 3.100 τους θανάτους που προήλθαν από τις βιαιότητες του καθεστώτος Πινοσέτ. Τον Οκτώβριο του 1998 ο Πινοσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο μετά από αίτημα της Ισπανίας, η οποία επιδιώκει να τον δικάσει για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διέπραξε το καθεστώς του.

Μορφολογία εδάφους
Το μεγάλο μήκος της χώρας αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα της πολυμορφίας του εδάφους. Η Χιλή διακρίνεται σε τρεις μεγάλες ζώνες από βορρά προς νότο: τη βόρεια, την κεντρική και τη νότια, που περιλαμβάνουν στα ανατολικά της Άνδεις, στο κέντρο το μεσημβρινό ή ενδιάμεσο βαθύπεδο και στα δυτικά τις οροσειρές που υψώνονται κατά μήκος των παραλίων.
Η βόρεια Χιλή με νότιο πλάτος από 30° μέχρι 18° χαρακτηρίζεται από την έρημο Ατακάμα, μια από τις ερήμους με τις δυσμενέστερες συνθήκες επιβίωσης στον κόσμο. Η Ατακάμα διαμορφώνεται από το φυσικό φράγμα που σχηματίζουν οι Άνδεις και επηρεάζεται από τα ψυχρά ρεύματα του Ειρηνικού. Οριοθετείται από τις Άνδεις και τον Ειρηνικό και εκτείνεται από τη Χιλή ως το Περού φτάνοντας σε μήκος 900 περίπου χλμ. Η Ατακάμα έχει πλουσιότατο υπέδαφος, δεν επιτρέπει όμως την ανθρώπινη διαβίωση, με αποτέλεσμα η εκμετάλλευση των ορυκτών της να παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες. Στη βόρεια Χιλή συναντούνται οι Άνδεις, που φτάνουν σε μεγάλο ύψος και, όσο προχωρούν προς το νότο, μειώνεται το πλάτος τους. Τα υψίπεδα των Άνδεων ανήκουν στο εκτεταμένο οροπέδιο που συναντάται και σε άλλες λατινοαμερικανικές χώρες, όπως τη Βολιβία και το Περού. Η πιο ψηλή κορυφή των Άνδεων, στη βόρεια Χιλή, είναι η Σέρο Όχιος ντελ Σαλάντο, ύψους 6.863 μ. Λίγο νοτιότερα το ηφαίστειο Λιουλιαϊλιάκο φτάνει τα 6.723 μ. Γενικά, οι Άνδεις είναι άνυδρες, με υψόμετρο που κυμαίνεται από 5.000 με 6.000 μ. Οι πιο ψηλές κορυφές ανήκουν σε σβησμένα ηφαίστεια, όπως το Λικανκάμπουρ με ύψος 5.882 μ. Στο θαλάσσιο χώρο της βόρειας Χιλής εμφανίζονται βυθίσματα στην τάφρο της Ατακάμα, βάθους ακόμη και 8.050 μ. Έτσι η διαφορά ύψους ανάμεσα στη θάλασσα και την ξηρά μπορεί να φτάνει τα 15.000 μ.
Η κεντρική Χιλή, με νότιο πλάτος 30° ως 40° περίπου, έχει γεωμορφολογία παρόμοια με εκείνη του βόρειου τμήματος της χώρας. Οι κορυφές των Άνδεων στην περιοχή αυτή καλύπτονται από χιόνι κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους και εμφανίζουν μεγάλο ύψος, όπως αυτή του βουνού Τουπουνγκάτο με 6.800 μ. και του ηφαιστείου Μάιπο με 5.323 μ. Η πλειονότητα των ψηλών βουνών της κεντρικής Χιλής είναι ηφαίστεια, κάποια από τα οποία είναι ακόμη ενεργά. Το πιο ψηλό είναι το Τροναδόρ με ύψος 3.554 μ. Η κοιλάδα που απλώνεται στο κεντρικό τμήμα της Χιλής είναι γόνιμη και προσφέρεται για αγροτικές καλλιέργειες.
Η νότια Χιλή έχει διαφορετική μορφολογία εδάφους από ό,τι η βόρεια και η κεντρική. Ιδιαίτερα το υψόμετρο της οροσειράς των Άνδεων είναι χαμηλότερο, περιορίζεται στα 2.500 με 3.000 μ. και ξεπερνά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις τα 3.500 μ. Οι νότιες Άνδεις έχουν μόνο μια σειρά βουνών και ακολουθούνται από τη χιλιανή Παταγονία, που περιλαμβάνει την περιοχή γύρω από τον πορθμό του Μαγγελάνου και χιλιανό τμήμα της Γης του Πυρός. Το ψηλότερο σημείο της είναι η κορυφή του βουνού Σαν Βαλεντίν ή Αρενάλες με 4.058 μ. και του Ντάργουιν με 2.438 μ.
Στο νότιο άκρο της Χιλής οι προεκτάσεις των Άνδεων βυθίζονται στον Ειρηνικό και οι κορυφές τους που υψώνονται πάνω από την επιφάνεια του νερού αποτελούν πολυάριθμα νησιά. Νοτιότερα του γεωγραφικού πλάτους των 42° ο διαμελισμός των ακτών είναι τόσο έντονος, ώστε να σχηματίζονται φιορδ, παρόμοια με τα νορβηγικά, και μεγάλος αριθμός συστάδων νησίδων που περιβάλλουν τις χιλιανές ακτές. Ειδικότερα η Γη του Πυρός, την οποία μοιράζονται η Χιλή και η Αργεντινή, είναι ένα ευρύ οροπέδιο, που σχηματίζεται από ένα συγκρότημα νησιών, το οποίο χωρίζεται από την Παταγονία με τον πορθμό του Μαγγελάνου.


Υδρογραφία
Το περιορισμένο πλάτος του χιλιανού εδάφους και οι Άνδεις που διαμορφώνονται σε λόφους, πριν κατακρημνιστούν στον Ειρηνικό, δεν ευνοούν τη ροή σε μεγάλο μήκος των πολυάριθμων ποτάμιων υδάτων της χώρας. Οι ποταμοί, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, δεν είναι πλωτοί, παρά σε περιορισμένο μήκος λόγω των καταρρακτών, ζωτική όμως είναι η προσφορά τους για την υδροηλεκτρική ενέργεια. Ο Μπίο - Μπίο είναι ο πιο πλούσιος σε ποσότητα νερού, ο πιο μεγάλος όμως σε μήκος είναι ο Λόα, που φτάνει τα 440 χλμ. Γενικά οι ποταμοί της βόρειας Χιλής Ακονκάγκουα, Μάιπο, Μάουλε και Μπιόμπβο αρδεύουν την κεντρική κοιλάδα, στα νότια της πρωτεύουσας.
Οι ποταμοί της νότιας Χιλής πηγάζουν από τις τοπικές λίμνες, τροφοδοτούνται από τους παγετώνες που διατηρούνται στην περιοχή και δεν ξεπερνούν σε μήκος τα 300 ως 350 χλμ. Ο ποταμός Τολτέν πηγάζει από τη λίμνη Βιλιαρίκα των νότιων Άνδεων και ο Μπουένο από τη λίμνη Ράνκο. Άλλα σημαντικά ποτάμια είναι ο Έλκι και ο Ραπέλ.
Οι λίμνες είναι πολλές, αλλά έχουν μικρή έκταση. Στις βόρειες περιοχές, που έχουν χαμηλό υψόμετρο, συναντιούνται λίμνες αλμυρού νερού, οι λεγόμενες "σαλάρες", όπως η Μπέλα Βίστα, η Λιαμάρα και η Πιντάδος. Νοτιότερα βρίσκονται συγκεντρωμένες πολλές από τις μεγαλύτερες λίμνες της χώρας. Αυτές προέκυψαν από τη συγκέντρωση υδάτων σε λεκάνες, που σχηματίστηκαν από παγετώνες στην περιοχή των Άνδεων. Οι πιο μεγάλες είναι η Λανκουίουε, η Χενεράλ Καρέρα και η Ο` Χίγκινς, που εκτείνονται και στο κράτος της Αργεντινής, όπου ονομάζονται Μπουένος Άιρες και Σαν Μαρτίν αντίστοιχα.

Οι κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, λόγω του μεγάλου εύρους του γεωγραφικού πλάτους και των μεγάλων υψομετρικών διαφορών, είναι ποικίλες και υφίστανται την επίδραση των θαλάσσιων ανέμων. Στο βορρά το κλίμα είναι ξερό τροπικό με υψηλές θερμοκρασίες και σχεδόν μόνιμη ανομβρία. Το υψόμετρο και τα θαλάσσια ρεύματα που πνέουν από τον ωκεανό μετριάζουν σε μικρό βαθμό τις θερμοκρασίες στις παράκτιες περιοχές. Ενδεικτικά η μέση θερμοκρασία στην Αντοφαγκάστα, που επηρεάζεται από το ψυχρό ρεύμα Χάμπολντ (ή ρεύμα του Περού), είναι 17°C ετησίως. Η θερμοκρασία μειώνεται κατά 1°C για κάθε 100 μέτρα υψομέτρου.
Το κλίμα της κεντρικής Χιλής είναι ήπιο μεσογειακό με σχετικά μικρές βροχοπτώσεις, ύψους 360 έως 400 χιλιοστομέτρων κατά τους χειμερινούς μήνες, στην περιοχή της πρωτεύουσας, που αυξάνονται στα 500 χιλιοστόμετρα στα κεντρικά παράλια. Οι χειμώνες στην κεντρική ζώνη είναι ήπιοι και τα καλοκαίρια σχετικά δροσερά με μέση ετήσια θερμοκρασία στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο τους 14°C.
Όσο κατευθυνόμαστε νοτιότερα το ύψος των βροχοπτώσεων αυξάνεται, η μέση θερμοκρασία μειώνεται και η επίδραση των ψυχρών ρευμάτων που φυσούν από τον ωκεανό γίνεται εντονότερη. Ειδικότερα, νότια του 37ου παραλλήλου, οι κλιματικές αλλαγές αυτές σημειώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό. Οι βροχοπτώσεις φτάνουν στο ανώτατο σημείο τους (2.500 χιλιοστόμετρα) στο ύψος του 40ού παραλλήλου. Στην Παταγονία και στη Γη του Πυρός, τις νοτιότερες περιοχές της χώρας, οι θερμοκρασίες είναι αρκετά χαμηλές και οι βροχές καθημερινές. Οι βροχοπτώσεις φτάνουν το ανώτερο στα 5.080 χιλιοστόμετρα περίπου, κοντά στον πορθμό του Μαγγελάνου, ενώ η μέση ετήσια θερμοκρασία στη νοτιότατη πόλη Πούντα Αρένας είναι μόνο 6°C. Οι δυνατοί άνεμοι και οι κυκλώνες είναι σύνηθες φαινόμενο στη νότια Χιλή.
Η ιδιαιτερότητα και η ποικιλία του κλίματος της Χιλής φαίνεται και από το γεγονός ότι σε γεωγραφικό μήκος 40° και ενώ διαφοροποιείται το γεωγραφικό πλάτος, το ύψος των βροχοπτώσεων κυμαίνεται από 0 χιλιοστόμετρα, στην έρημο Ατακάμα (για την οποία σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον τοπικό μετεωρολογικό σταθμό δεν έχει βρέξει εδώ και 70 χρόνια), μέχρι 2500 χιλιοστόμετρα, στα νότια της χώρας και σε συνδυασμό με το ψυχρό κλίμα σχηματίζονται παγετωνικά μέτωπα, που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα.

Ο πληθυσμός της Χιλής το 2002 εκτιμήθηκε σε 15.498.930 κατ., με χαμηλή πυκνότητα, που έφτανε μόλις τα 2,047 άτομα ανά τ. χλμ. (2002), και με υψηλό ποσοστό αστικοποίησης, που το 1995 εκτιμήθηκε στο 85,8%. Το 2002 το προσδοκώμενο όριο ζωής ήταν κατά μέσο όρο 76,14 χρόνια, 79,62 για τις γυναίκες και 72,83 για τους άνδρες. Τα δημογραφικά στατιστικά του 2002 έδειξαν ότι η γεννητικότητα ήταν 1,65% και η θνησιμότητα 0,56%. Την ίδια χρονιά η βρεφική θνησιμότητα έφτασε το 0,91%. Κατά την πενταετία 1990-1995 ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού εμφάνισε ποσοστό 1,6% ετησίως και το 2002 φυσική αύξηση 1,09%, στοιχεία που παραπέμπουν στα δημογραφικά χαρακτηριστικά μιας αναπτυσσόμενης κοινωνίας με γρήγορη πληθυσμιακή αύξηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ο πληθυσμός της χώρας το 2010 θα φτάσει τα 16.382.000. Η ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού είναι η ακόλουθη: το 26,9% είναι κάτω των 15 ετών, το 65,6% είναι ηλικίας 15-64 ετών και το 7,5% άνω των 65 ετών.

Το συγκοινωνιακό δίκτυο δεν είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένο λόγω του ορεινού ανάγλυφου και του επιμήκους σχήματος της χώρας, ωστόσο τα δημόσια μέσα μεταφοράς είναι γενικά επαρκή.
Το 2000 το μήκος του οδικού δικτύου μετρήθηκε στα 79.800 χλμ. Το σημαντικότερο οδικό δίκτυο του εσωτερικού είναι το ασφαλτοστρωμένο τμήμα του Παναμερικανικού Αυτοκινητοδρόμου, μήκους 3.400 χλμ., που συνδέει την πόλη Αρίκα με την πόλη Κεγιόν στο νησί Τσιλοέ. Η πιο σημαντική οδική αρτηρία που συνδέει τη Χιλή με το εξωτερικό είναι αυτή ανάμεσα στο Σαντιάγκο και την Αργεντινή (πόλη Μεντόζα).
Οι πιο σημαντικές σιδηροδρομικές γραμμές είναι εξηλεκτρισμένες και συνδέουν την πρωτεύουσα με το Πουέρτο Μοντ και το Βαλπαραΐσο. Οι διεθνείς σιδηροδρομικές γραμμές συνδέουν τη Χιλή με την Αργεντινή και τη Βολιβία. Το 2000 το μήκος τους έφτανε τα 6.702 χλμ., με ηλεκτροδοτημένα τα 1.345 χλμ. από αυτά.
Η ακτοπλοΐα ήταν αναπτυγμένη ιδιαίτερα κατά το 19ο αιώνα. Στον 20ό αιώνα εξυπηρετεί τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων. Από τα πολυάριθμα λιμάνια της χώρας στον Ειρηνικό το κυριότερο είναι το Βαλπαραΐσο και ακολουθεί το Σαν Αντόνιο, επίνειο της πρωτεύουσας Σαντιάγκο, και άλλα όπως το Τσανιαράλ, το Ταλκαουάνο, το Γκουαγιακάν, το Ουάσκο, η Τοκοπίγια και τα λιμάνια Αρίκα και Αντοφαγκάστα, που λειτουργούν ως σταθμοί του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ της Χιλής και της Βολιβίας.
Τα 16 αεροδρόμια της χώρας εξυπηρετούν επιβάτες που θέλουν να βρεθούν στις δυσπρόσιτες περιοχές της χώρας. Το πιο σημαντικό αεροδρόμιο, από το οποίο εκτελούνται και διεθνείς πτήσεις, είναι το Αρτούρο Μερίνο Μπενίτες του Σαντιάγκο. Οι κρατικές "Εθνικές Αερογραμμές της Χιλής" μαζί με την ιδιωτική αεροπορική εταιρεία Ladeco διεξάγουν την πλειονότητα των εσωτερικών και εξωτερικών πτήσεων.
Τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί η παροχή των τηλεφωνικών υπηρεσιών και με τη συνδρομή δορυφορικών συνδέσεων έγινε εύκολη η τηλεφωνική επικοινωνία με το εξωτερικό, καθώς και οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές μεταδόσεις σε όλη την επικράτεια. Το 1988 τα δημόσια ταχυδρομεία αριθμούσαν 1486 υποκαταστήματα και ο αριθμός των τηλεφωνικών συσκευών το 1998 ανερχόταν σε 2,603 εκατ. Το 1997 καταμετρήθηκαν 5,18 εκατ. ραδιόφωνα, ενώ οι τηλεοπτικοί δέκτες έφταναν τα 3,15 εκατ. Το 1990 κυκλοφορούσαν 34 εφημερίδες με μέση ημερήσια κυκλοφορία 68 φύλλα ανά 1000 κατοίκους.