Πληροφορίες για: Ομάν

Περιγραφή

Κράτος της Ασίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα της Αραβικής χερσονήσου. Έχει έκταση 212.460 τ. χλμ. και πληθυσμό 2.713.462 κατ. (εκτίμηση 2002). Βόρεια βρέχεται από τον κόλπο του Ομάν και τα στενά του Ορμούζ, ανατολικά και νότια βρέχεται από την Αραβική θάλασσα. Νοτιοδυτικά συνορεύει με την Υεμένη, δυτικά με τη Σαουδική Αραβία και βορειοδυτικά με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Μασκάτ, με 50.000 κατ. Από το 1967 στο Ομάν ανήκουν και τα νησιά Χούριγια - Μούριγια, τα οποία διεκδικεί και η Υεμένη.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στο χώρο του σημερινού Ομάν χρονολογείται εδώ και 100 αιώνες. Οι κάτοικοι της χώρας κατά την αρχαιότητα είχαν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με λαούς της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου. Τον 9ο αιώνα π.Χ. έγινε η εγκατάσταση των πρώτων αραβικών ομάδων στο Ομάν, με επικεφαλής τις δύο οικογένειες των Καχτάν (από τη νοτιοδυτική Αραβία) και των Νιζάρ (από τη βορειοδυτική Αραβία).
Τον 7ο αιώνα μ.Χ. το Ομάν εξισλαμίστηκε και έγινε τμήμα του Αραβικού Χαλιφάτου. Το 751 ανεξαρτητοποιήθηκε και οι κάτοικοί του, με αρχηγούς τους Ιμπαντίτες κήρυκες (οι Ιμπαντίτες ήταν οι μετριοπαθείς οπαδοί του χαζιρισμού, ενός ισλαμικού ρεύματος), ανακήρυξαν τον ιμάμη Τζουλάντα ιμπν Μασούντ ηγέτη τους. Το Ομάν κυβερνήθηκε από ιμάμηδες μέχρι το 1154, όταν την εξουσία πήρε η βασιλική δυναστεία των Αβασιδών. Ωστόσο, το 1428 οι ιμάμηδες ισχυροποίησαν και πάλι τη θέση τους και αμφισβήτησαν την εξουσία των βασιλιάδων. Το 1507 οι Πορτογάλοι κατέλαβαν την ακτή του Ομάν, απ` όπου εκδιώχτηκαν το 1648. Λίγα χρόνια πριν ο ιμάμης Νασρ ιμπν Μουρσίντ έθεσε τέρμα στις φυλετικές συγκρούσεις στη χώρα.
Στις αρχές του 18ου αιώνα εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε ανάμεσα στους Χινάουι (απογόνους των Καχτάν) και στους Γκαφίρι (απογόνους των Νιζάρ). Το 1744 η εκλογή του Άχμαντ ιμπν Σαΐντ ως ιμάμη με κοινή αποδοχή των δύο παρατάξεων τερμάτισε τη διαμάχη. Οι διάδοχοί του ονομάστηκαν σουλτάνοι και δημιούργησαν μια ισχυρή αυτοκρατορία στο Ομάν και στην Ανατολική Αφρική με πρωτεύουσα τη Ζανζιβάρη. Μετά το 1861 το Ομάν και η Ζανζιβάρη αποτέλεσαν ξεχωριστές διοικητικές περιφέρειες. Στα τέλη του 18ου αιώνα το Ομάν ανέπτυξε στενές διπλωματικές σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία.


Ο 20ός αιώνας
Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα στο Ομάν κυριάρχησαν οι συγκρούσεις φυλετικών ομάδων με την εξουσία. Η ειρήνη επικράτησε το 1959, όταν εκδιώχτηκε ο τελευταίος Ιμπαντίτης ιμάμης από τη χώρα. Το 1970 το Ομάν αναγνωρίστηκε επίσημα ως κράτος από τη διεθνή κοινότητα, όταν ο Καμπούς ιμπν Σαΐντ ανέτρεψε τον πατέρα του και ανέλαβε την εξουσία. Την ίδια χρονιά το Ομάν προσχώρησε στο Σύνδεσμο Αραβικών Κρατών και το 1971 στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Το 1981 έγινε ιδρυτικό μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας των Χωρών του Κόλπου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1983, επικράτησε ένταση στις σχέσεις Ομάν και Υεμένης, με αφορμή τη δράση του ανταρτικού κινήματος στο Ομάν. Το 1983 ο σουλτάνος του Ομάν υπέγραψε στρατιωτικό σύμφωνο με τις Η.Π.Α., ενώ την επόμενη χρονιά (1984) αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις του κράτους με την τότε Σοβιετική Ένωση. Γενικότερα, το Ομάν φρόντισε να διατηρήσει μια πολιτική ισορροπίας με Ανατολή και Δύση, όπως επίσης και στάση ουδετερότητας στον πόλεμο του Ιράν με το Ιράκ. Το 1987 δημιουργήθηκε και πάλι ένταση στις σχέσεις της χώρας με την Υεμένη. Οι Η.Π.Α. διατηρούν μια στρατιωτική βάση στη χώρα, στη νησίδα Μασίρα. Η Μεγάλη Βρετανία επίσης διατηρεί δύο στρατιωτικές αεροπορικές βάσεις στο Ομάν, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο του Περσικού κόλπου.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Από το 1970 απόλυτος μονάρχης της χώρας είναι ο σουλτάνος Καμπούς ιμπν Σαΐντ, ο οποίος ανέλαβε να εκσυγχρονίσει το κράτος.

Οικονομία
Η οικονομία του Ομάν βασίζεται κυρίως στην παραγωγή και εμπορία πετρελαίου, το οποίο αποτελεί το βασικό εξαγώγιμο προϊόν της χώρας. Το 2001 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ήταν 21,5 δισεκατομμύρια δολάρια Η.Π.Α. και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ 8.200 δολάρια Η.Π.Α. Νομισματική μονάδα της χώρας είναι το ριάλ του Ομάν. Από το 1986 η ισοτιμία δολαρίου - ριάλ έχει καθοριστεί στα: 1 U.S.$ = 0,3845 RO.

Το Ομάν είναι ένα υψίπεδο με μεγάλες εκτάσεις ερήμου. Στενές πεδιάδες υπάρχουν στις παράκτιες περιοχές, με σημαντικότερη την πεδιάδα αλ- Μπάτινα στον κόλπο του Ομάν. Κατά μήκος του κόλπου του Ομάν εκτείνεται η οροσειρά Τζαμπάλ αλ-Χάτζαρ, με μεγαλύτερη κορυφή το όρος Σαμ (3.025 μέτρα), η οποία χωρίζει την πεδιάδα αλ-Μπάτινα από την έρημο Ρουμπ αλ-Χάλι. Στα σύνορα με την Υεμένη υψώνεται η οροσειρά Ζουφάρ.

Το κλίμα του Ομάν είναι θερμό και ξερό, με υψηλή υγρασία, ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές. Η περίοδος από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο είναι αυτή με τις υψηλότερες θερμοκρασίες και τα υψηλότερα ποσοστά υγρασίας. Ο μέσος όρος ετήσιας θερμοκρασίας είναι 28°C και ο ετήσιος μέσος όρος των βροχοπτώσεων είναι 102 mm. Οι ορεινοί όγκοι της χώρας είναι εκτεθειμένοι στους μουσώνες, που προκαλούν άφθονες βροχές.

Στο Ομάν ζουν 2.713.462 άνθρωποι (εκτίμηση 2002) και η πυκνότητα είναι 12,7 άτομα ανά τ. χλμ. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού υπολογίστηκε το 2002 σε 3,41%. Το 71,7% του συνολικού πληθυσμού ζει σε αστικά κέντρα, ενώ το 28,3% διαμένει στην ύπαιθρο. Ο μέσος όρος ζωής το ίδιο έτος ήταν τα 70,15 χρόνια για τους άνδρες και τα 74,57 για τις γυναίκες. Η βρεφική θνησιμότητα κυμαίνεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα, αφού το 2002 υπολογίστηκαν 22 θάνατοι σε χίλιες γεννήσεις. Παρά το ποσοστό αυτό, αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο 6 παιδιά σε κάθε γυναίκα στο Ομάν. Εντυπωσιακό είναι ο γεγονός πως το 2002 τα άτομα ηλικίας μέχρι δεκατεσσάρων χρόνων αποτελούσαν το 41,9% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Την ίδια χρονιά το 55,7% των κατοίκων του Ομάν ήταν άτομα ηλικίας από 15 μέχρι 64 και μόλις το 2,4% από 65 ετών και άνω.

Το οδικό δίκτυο του Ομάν έχει συνολικό μήκος 32.800 χιλιόμετρα και κατασκευάστηκε τη δεκαετία 1970-80. Η χώρα διαθέτει πολλά και σημαντικά λιμάνια, όπως τη Μάτρα, την πρωτεύουσα Μασκάτ, το Ράισουτ, το αλ-Φαλ και έξι αεροδρόμια.
Το 2000 αναλογούσαν ένα τηλέφωνο σε 13,4 άτομα, 1 ραδιόφωνο σε 1,9 άτομα και μία τηλεόραση σε 1,6 κατοίκους. Το 2000 υπήρχαν 13 τηλεοπτικά κανάλια, 9 ραδιοφωνικοί σταθμοί στα FM και 3 στα μεσαία κύματα. Τέλος, κυκλοφορούσαν στη χώρα τέσσερις ημερήσιες εφημερίδες.