Πληροφορίες για: Τουρκία

Περιγραφή

Χώρα της Μέσης Ανατολής, με το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής της στην Ασία και ένα μικρό της τμήμα στη νοτιοανατολική Ευρώπη, επειδή κατέχει την Aνατολική Θράκη. Η Τουρκία έχει έκταση 779.452 τ. χλμ. με το 97% περίπου του εδάφους της να ανήκει στην Ασία (755.688 τ. χλμ.) και το υπόλοιπο 3% (23.764 τ. χλμ.) που είναι ίσο περίπου με την Εύβοια και τη Στερεά Ελλάδα μαζί, καταλαμβάνει τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου. Η έκτασή της είναι εξαπλάσια της έκτασης της Ελλάδας και το τμήμα της Bαλκανικής που κατέχει αποτελεί το 3% του συνολικού εδάφους της χερσονήσου. Αριθμεί 67.308.928 κατοίκους (2002) και είναι κατά 6,3 φορές μεγαλύτερος ο πληθυσμός της από τον ελληνικό πληθυσμό.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η περιοχή της Μικράς Ασίας πριν περιληφθεί στην τουρκική επικράτεια υπήρξε ένας ιστορικός τόπος, που κατοικήθηκε από τη νεολιθική εποχή και διαδοχικά από τους Χετταίους, τους Φρύγες, τους Λύκους, τους Έλληνες που δημιούργησαν αξιομνημόνευτο πολιτισμό, τους Πέρσες, τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς που πρόσφεραν τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό μέχρι το 1453, χρονιά που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς.
Τυπικά η σύγχρονη Τουρκία ιδρύθηκε μετά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και προήλθε από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ιστορία της Τουρκίας περιλαμβάνει ευρύτερα την ιστορία της δυναστείας των Σελτζουκιδών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και τα σύνορα των τριών κρατών δεν συμπίπτουν. Οι Σελτζοκίδες ήταν τουρκμενικά φύλα που εισέβαλαν τον 11ο αιώνα στη Δυτική Ασία. Το 1071 συγκρούστηκαν με το Βυζαντινό αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ Διογένη και τον νίκησαν στο Μαντζικέρτ. Τον 11ο αιώνα οι Σελτζουκίδες σουλτάνοι του Ικονίου υιοθέτησαν την ονομασία Ρουμ για το σουλτανάτο τους. Στη μάχη του Κόζε Νταγ (1243) οι Σελτζουκίδες έχασαν την ανεξαρτησία τους και έγιναν υποτελείς στους Μογγόλους, των οποίων ο έλεγχος εξέλιπε εντελώς το 1330.
Οι Οθωμανοί ή Οσμανλήδες ανήκουν στο φύλο των Ογούζων Τουρκομάνων και άρχισαν να κυριαρχούν το 1299 σε ένα μικρό τμήμα της Μικράς Ασίας. Το 1361-1362 κατέκτησαν την Αδριανούπολη (τουρκικά Εντίρνε), το 1415 τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη το 1453 και ολοκλήρωσαν την κατάληψη των εδαφών της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1515 με την κατάκτηση της Καισάρειας. Σταδιακά περιλήφθηκαν στα εδάφη της πολλές περιοχές που την κατέστησαν μια σημαντική αυτοκρατορία που ονομάστηκε Οθωμανική από τον ιδρυτή της Οσμάν που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο, τη Βόρεια Αφρική, τα Βαλκάνια, τις παρευξείνειες ακτές και την Εγγύς Ανατολή και αποτελούσε απειλή για τα χριστιανικά ευρωπαϊκά κράτη τον 15ο μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διοικήθηκε συνολικά από 37 σουλτάνους· οι πρώτοι 13 που έλαβαν την εξουσία κληρονομικά, ήταν ικανότατοι ηγέτες, όμως οι 24 που ακολούθησαν δεν παρουσίασαν τις ίδιες ικανότητες και στάθηκαν ευεπίφοροι σε εξωτερικές επιρροές. Το απόγειο της οθωμανικής δύναμης διήρκεσε από το 1481 ως το 1556· ένα χρόνο νωρίτερα οι Οθωμανοί είχαν αποσυρθεί από το Αζερμπαϊτζάν και τον Καύκασο (συνθήκη της Αμάσειας 1555, που υπογράφηκε από το σουλτάνο Σουλεϊμάν).
Η παρακμή της αυτοκρατορίας που ξεκίνησε το 1566 με κύριες αιτίες τα εσωτερικά και οικονομικά προβλήματα, την κοινωνική διάβρωση και τις στρατιωτικές ήττες (1683-1792) διήρκεσε μέχρι το 1807. Το 1808 ανέλαβε την εξουσία ο Μαχμούτ Β΄ (1808-1839), που αναδιοργάνωσε την κεντρική διοίκηση και το στρατό. Με το θάνατό του η Οθωμανική Αυτοκρατορία συρρικνώθηκε. Την περίοδο 1839-1876 έλαβε χώρα το Τανζιμάτ που είναι μια σειρά μεταρρυθμίσεων με σκοπό τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που όμως δεν απέτρεψε τη διάλυσή της και την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών της εδαφών με τους δύο βαλκανικούς πολέμους (1912-1913).

Ο 20ός αιώνας
Το 1918 η Οθωμανική Αυτοκρατορία νικήθηκε και κατακτήθηκε από την Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, η Ρωσία είχε αποσυρθεί από τη συμμαχία το 1917). Με τη συνθήκη των Σεβρών (10ης Αυγούστου 1920) οι Οθωμανοί έχαναν τις αραβικές επαρχίες, μεγάλο τμήμα της Μικράς Ασίας, παραχωρούσαν την Ίμβρο και την Τένεδο στην Ελλάδα στην οποία θα παρέδιδαν μελλοντικά τη Σμύρνη, θα επέτρεπαν την ελεύθερη διέλευση των Στενών και τον αυστηρό οικονομικό έλεγχο στη χώρα τους. Μια τριμερής συνθήκη ανάμεσα στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιταλία που όριζε τις σφαίρες επιρροής των δύο τελευταίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συμπλήρωνε τη Συνθήκη της Λοζάννης, που επικυρώθηκε μόνο από την Ελλάδα.
Ο αξιωματικός του τουρκικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ ο επονομαζόμενος αργότερα Ατατούρκ συγκέντρωσε τις εθνικιστικές δυνάμεις της χώρας, ίδρυσε την "Ένωση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της Ανατολίας και της Ρωμυλίας" με πρόεδρο τον ίδιο και αποδόθηκε σ` έναν αγώνα στρατιωτικό και διπλωματικό, για να διώξει τους Έλληνες από τα παράλια της Μικράς Ασίας με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων.
Την 20ή Ιανουαρίου 1921 καταργήθηκε το σουλτανάτο και καταλύθηκε ουσιαστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία με το Θεμελιώδη Νόμο (προσωρινό σύνταγμα), που για πρώτη φορά ονόμαζε το νέο κράτος "Τουρκία". Την 3η Μαρτίου 1923 η Εθνοσυνέλευση και τυπικά κατάργησε το πολίτευμα του σουλτανάτου. Με τη συνθήκη της Λοζάννης (Ιούλιος 1923) η Τουρκία ρύθμιζε το δημόσιο χρέος της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρέλαβε την Ίμβρο και την Τένεδο από την Ελλάδα με την οποία απαιτούσε νέα σύνορα κατά μήκος του ποταμού Έβρου και συνομολογούσε στην αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών με την Ελλάδα που τον Αύγουστο του 1922 είχε υποστεί τη μικρασιατική καταστροφή. Η πληθυσμιακή ανταλλαγή προέβλεπε τη μετεγκατάσταση 1,5 εκατ. Ελλήνων της Τουρκίας στην Ελλάδα και 400.000 Τούρκων της Ελλάδας στην Τουρκία. Το ίδιο έτος ο Ατατούρκ έγινε πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας (29 Οκτωβρίου 1923) και στις 20 Απριλίου 1924 ψηφίστηκε ένα δημοκρατικό σύνταγμα, που τον Απρίλιο του 1928 αναθεωρήθηκε και υιοθέτησε τον κοσμικό χαρακτήρα για τη δημοκρατία που στήριζε.
Οι βασικές αρχές του προγράμματος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του οποίου επικεφαλής ήταν ο Ατατούρκ, ενσωματώθηκαν στο σύνταγμα του κράτους και προσδιορίζουν την πολιτική του Κεμάλ. Συνίστανται σε έξι βασικές αρχές που είναι η εγκαθίδρυση δημοκρατικού πολιτεύματος, η γένεση ισχυρής εθνικής συνείδησης, η ελεγχόμενη από το κράτος οικονομική ανάπτυξη, η αναδιάρθρωση εκ βάθρων του πολιτικοκοινωνικού και οικονομικού συστήματος, η δημιουργία ενός ρεύματος λαϊκής υποστήριξης του έθνους και της δημοκρατίας με τη λειτουργία ορισμένων λαϊκών θεσμών, όπως τα "σπίτια του λαού" (1931-1951) και "τα ινστιτούτα του χωριού" και ο κοσμικός χαραχτήρας του νεοσύστατου κράτους που συνεπαγόταν τη νομοθετική μεταρρύθμιση, την κατάργηση των θρησκευτικών δικαστηρίων, που μέχρι τότε υφίσταντο, την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου στη θέση του αραβικού και την κατάργηση του φεσιού. Λιγότερο ριζικές αλλαγές χαρακτηρίζονται η αντικατάσταση της Παρασκευής από το Σάββατο ως ημέρας ανάπαυσης κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και η αποκλειστική χρήση του Γρηγοριανού Ημερολογίου σε συνδυασμό με πολλές άλλες τυπικές αλλαγές ευρωπαϊκού τύπου.
Η εξωτερική πολιτική της χώρας επί Κεμάλ ήταν ουδετερόφιλη. Το 1932 συμμετείχε στην Κοινωνία των Εθνών, το 1934 υπέγραψε σύμφωνα φιλίας και συνεργασίας με τις βαλκανικές χώρες και το 1937 σύμφωνο με το Ιράκ, την Περσία και το Αφγανιστάν. Το αναμφισβήτητο στρατιωτικό και πολιτικό καλέντο του Κεμάλ δεν θα πρέπει να απαλείψει το ελάττωμα της αυταρχικότητας την οποία χρησιμοποίησε ο Ατατούρκ εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Είναι γεγονός όμως ότι με το έργο του ο Ατατούρκ ήταν η κορυφαία πολιτική προσωπικότητα της Τουρκίας τον 20ό αιώνα.
Μετά το θάνατό του, το 1938, ο Ισμέτ Ινονού εξελέγη πρόεδρος και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου ακολούθησε ουδέτερη στάση, αν και υπέγραψε σύμφωνο μη επιθέσεως με τη ναζιστική Γερμανία στις 18 Ιουνίου 1941. Προς το τέλος του πολέμου και ενώ όλες οι μάχες είχαν πια γείρει την πλάστιγγα της νίκης προς το μέρος των Συμμάχων, εισήλθε στο πλευρό τους στον πόλεμο στις 23 Φεβρουαρίου 1945. Στις αρχές του 1947 η Τουρκία στράφηκε - από αντίδραση προς τη Σοβιετική Ένωση την οποία φοβόταν - στις ΗΠΑ από τις οποίες πέτυχε την εκχώρηση στρατιωτικής βοήθειας και στις αρχές του 1948 υψηλών ποσών χρηματοδότησης. Κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων ο δημόσιος βίος φιλελευθεροποιήθηκε και το πολίτευμα της δημοκρατίας έγινε αποδεκτό από την πλειονότητα του πληθυσμού με ικανοποίηση.
Η δεκαετία 1950-1960 χαρακτηρίζεται από την άσκηση της εξουσίας από το Δημοκρατικό Κόμμα με πρόεδρο Δημοκρατίας τον Τζελάλ Μπαγιάρ και πρωθυπουργό τον Αντνάν Μεντερές, ο οποίος για πρώτη φορά ισχυροποίησε το πρωθυπουργικό αξίωμα περισσότερο από το προεδρικό. Οι Δημοκρατικοί επιχείρησαν μέσω της μείωσης του κρατικού παρεμβατισμού να αναπτύξουν την οικονομία, όταν όμως η οικονομική δυσπραγία αυξανόταν και ο λαός δυσφορούσε η κυβέρνηση αντιδρούσε με κατασταλτικά μέτρα και πολιτικούς διωγμούς.
Το αποτέλεσμα ήταν μετά από μια σειρά φοιτητικών διαδηλώσεων να εκδηλωθεί το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960 που εγκαθίδρυσε μια "Επιτροπή Εθνικής Ενότητας" από 38 μέλη που ασκούσε την εξουσία και προέβη σε εκκαθαριστικές δραστηριότητες εναντίων των Δημοκρατικών πολιτικών και στρατιωτικών, πανεπιστημιακών διδασκάλων και πλούσιων γαιοκτημόνων. Τον Ιούλιο του 1961 με δημοψήφισμα επικυρώθηκε νέο σύνταγμα. Τον Οκτώβριο του 1961 έγιναν εκλογές και ο στρατός παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς. Η περίοδος 1961-1965 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η τετραετία της πολιτικής μετριοπάθειας της Τουρκίας. Από το 1965-1973 την εξουσία καταλάμβαναν κυβερνήσεις συνασπισμού. Τον Ιανουάριο του 1974 στις εκλογές που έγιναν πρώτευσε το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας και πρωθυπουργός έγινε ο Μουλέντ Ετσεβίτ.
Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο και κατέλαβε τη νότια ακτή του νησιού (το 37% της συνολικής του έκτασης) αφήνοντας πίσω της χιλιάδες πρόσφυγες Ελληνοκυπρίους και ένα μεγάλο αριθμό - για τα δεδομένα του νησιού και της σύγκρουσης - αγνοουμένων των οποίων ακόμη η τύχη αγνοείται και εκφράζονται φόβοι ότι μπορεί να σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ από τις τουρκικές δυνάμεις.
Τον Σεπτέμβριο του 1974 τη διάλυση της κυβέρνησης Ετσεβίτ ακολούθησε μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, την οποία διαδέχτηκε ο δεξιός συνασπισμός, που ανέλαβε με αρχηγό τον Ντεμιρέλ την εξουσία. Το 1975 σε αντίδραση της τουρκικής κατοχής της Κύπρου οι ΗΠΑ διέκοψαν τη στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία, η οποία σε αντίδραση ανέστειλε τη λειτουργία των περισσότερων αμερικανικών βάσεων, που ήταν εγκατεστημένες σε τουρκικό έδαφος. Η βοήθεια αποκαταστάθηκε το 1978 όταν τα έντονα οικονομικά προβλήματα και η πολιτική βία οδήγησαν στην επιβολή στρατιωτικού νόμου σε δεκατρείς τουρκικές επαρχίες και στις 12 Σεπτεμβρίου 1980 πραγματοποιήθηκε αναίμακτο στρατιωτικό πραξικόπημα με αρχηγό το στρατηγό Κενάν Εβρέν, που εφάρμοσε απάνθρωπα μέτρα εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος. Οι εκλογές της 15ης Νοεμβρίου 1983 έθεσαν τέρμα στη στρατιωτική διακυβέρνηση, που επίσημα αντικαταστάθηκε από την πολιτική εξουσία του Τουργκούτ Οζάλ, αρχηγού του κεντρώου κυβερνητικού κόμματος της Μητέρας Πατρίδας και της κυβέρνησής του, ενώ πρόεδρος της Δημοκρατίας εξελέγη ο Κενάν Εβρέν. Το 1984 έγινε η άρση του στρατιωτικού νόμου που επιβλήθηκε το 1978. Σταδιακά ο Οζάλ και το κόμμα του έχαναν τα λαϊκά τους ερείσματα λόγω της οικονομικής στασιμότητας, της ανόδου του πληθωρισμού και της αύξησης των ακραίων μουσουλμανικών στοιχείων, που καταπιέζονταν από το τουρκικό κοσμικό κάτος. Επί κυβέρνησης Οζάλ το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ), το οποίο είχε ιδρυθεί το 1978 από τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν με στόχο τη δημιουργία αυτόνομου κουρδικού κράτους στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, εγκαινίασε τον ανταρτοπόλεμο, με τη μορφή ενεδρών, ναρκοθετήσεων και αιφνιδιαστικών επιθέσεων εναντίον του στρατού. Στις εκλογές της 29ης Νοεμβρίου 1987 ο Οζάλ επανεξελέγη πρωθυπουργός (με πρόεδρο τον Εβρέν) νίκη που επανέλαβε στις βουλευτικές εκλογές της 20ής Οκτωβρίου 1991.
Το 1987 το αίτημα της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΟΚ απορρίπτεται λόγω του βέτο που προβάλλει η Ελλάδα, των οικονομικών προβλημάτων και των καταγγελιών για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου η Τουρκία ήταν μια από τις συμμαχικές χώρες, που έδιωξαν τις ιρακινές στρατιωτικές δυνάμεις από το Κουβέιτ και επιχείρησε σποραδικές επιθέσεις εναντίον Κούρδων, που για να σωθούν από τις ιρακινές δυνάμεις μπήκαν στο τουρκικό έδαφος. Οι κουρδικές απώλειες ανταρτών και αμάχων πολιτών από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας ήταν βαρύτατες.
Ο θάνατος του Οζάλ την άνοιξη του 1993 άνοιξε το δρόμο της προεδρίας για τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ενώ η Τανσού Τσιλέρ έλαβε το αξίωμα της πρωθυπουργού και την ηγεσία του Κόμματος του Ορθού Δρόμου. Στις 24 Ιουνίου 1993 Κούρδοι επιτέθηκαν σε Τούρκους διπλωμάτες σε 25 χώρες της Δυτικής Ευρώπης, απαιτώντας την ανεξαρτησία της περιοχής όπου κατοικούν οι ομοεθνείς τους. Το 1995 οι αντιθέσεις μεταξύ αλεβιτών μουσουλμάνων που υιοθετούν φιλελεύθερες και εκσυγχρονιστικές τάσεις και των σκληροπυρηνικών σουνιτών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο και κατέληξαν σε αιματηρές θρησκευτικές συγκρούσεις, που καταστάληκαν βίαια από τις αστυνομικές δυνάμεις και κατέληξαν στο θλιβερό απολογισμό περίπου 23 νεκρών, που προκλήθηκαν κατά τις διήμερες συγκρούσεις. Τον Δεκέμβριο του 1995 στις βουλευτικές εκλογές για πρώτη φορά εξελέγη με πλειοψηφία το Μουσουλμανικό Εργατικό Κόμμα υπό τον Νετσμετίν Ερμπακάν. Δεν κατόρθωσε όμως να διατηρήσει την εξουσία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Τον Ιούνιο του 1996 ένας συνασπισμός των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων και η απειλή ενός επικείμενου στρατιωτικού πραξικοπήματος ανάγκασαν τον πρωθυπουργό Ερμπακάν να αποσυρθεί και έφεραν στον πρωθυπουργικό θώκο τον Μεσούτ Γιλμάζ. Τον Ιούλιο του 1998 μετά από την πέμπτη κατά σειρά πρόταση μομφής που δέχτηκε η κυβέρνηση Γιλμάζ, προκηρύχθηκαν πρόωρες βουλευτικές εκλογές για τον Απρίλιο του 1999. Υπηρεσιακός πρωθυπουργός μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών ορίστηκε τον Ιανουάριο του 1999 ο Μπουλέντ Ετσεβίτ. Την ίδια χρονιά, υπό το φόβο της ανόδου του ισλαμιστικού ρεύματος, το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε τη διάλυση του Κόμματος της Ευημερίας, ενώ απαγορεύτηκε η συμμετοχή του Ερμπακάν στην πολιτική για πέντε χρόνια. Τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα στο εσωτερικό η Τουρκία, αφορούν την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε., το Κουρδικό ζήτημα και την αύξηση της δύναμης των φανατικών ισλαμιστών.
Τον Οκτώβριο του 1998 δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις Τουρκίας-Συρίας, με αφορμή την υποστήριξη που παρείχε η συριακή κυβέρνηση στους Κούρδους αυτονομιστές αντάρτες του Εργατικού Κουρδικού Κόμματος (ΡΚΚ). Η Άγκυρα κατηγόρησε τη Δαμασκό για την παροχή βοήθειας στους αντάρτες του ΡΚΚ και για τη φιλοξενία του αρχηγού του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν σε συριακό έδαφος, ενώ ο στρατηγός Χουσεΐν Κιβρίκογλου μίλησε για κατάσταση "ακήρυχτου πολέμου". Από την πλευρά της η Συρία κατηγόρησε την Τουρκία για κατακράτηση των νερών του Ευφράτη (από τον οποίο η Συρία καλύπτει το 90% των αναγκών της σε νερό) και για συνεργασία με το Ισραήλ. Το Ισραήλ αρνήθηκε την ύπαρξη συνωμοσίας με την Τουρκία εναντίον της Συρίας, ενώ η Συρία απέλασε από τα εδάφη της τον ηγέτη του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος συνελήφθη τελικά από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες στο Ναϊρόμπι της Κένυα. Παράλληλα στρατιωτική δύναμη 10.000 ανδρών με την υποστήριξη της αεροπορίας εισέβαλε στο Βόρειο Ιράκ και συγκρούστηκε με Κούρδους αντάρτες που βρίσκονταν στην περιοχή. Λίγες μέρες αργότερα τα τουρκικά στρατεύματα, δύναμης 3.000 ανδρών, περικύκλωσαν στην περιοχή Λεκ, κοντά στην πόλη Τούντζελι της Ανατολικής Τουρκίας, σαράντα Κούρδους αυτονομιστές αντάρτες. Υπολογίζεται ότι οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό από το 1984, οπότε άρχισε ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ, ξεπερνούν τις 30.000, ενώ το Τουρκικό κράτος κατεβάζει τον αριθμό αυτό σε λιγότερο από 17.500.
Η Τουρκία με τις αυθαίρετες πράξεις της έχει προκαλέσει πολλές φορές αρνητικά σχόλια από τη διεθνή κοινότητα και συχνά κατηγορήθηκε για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ελληνοκυπριακής κοινότητας, που ζει στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, τα οποία το Νοέμβριο του 1983 αναγνώρισε ως ανεξάρτητο κράτος. Οι καταγγελίες, εναντίον της Τουρκίας από Ελληνοκυπρίους, Τούρκους, Έλληνες, Αρμενίους, Κούρδους αποτελούν σοβαρό εμπόδιο για την αποδοχή της στους κόλπους της ΕΕ. Μετά την κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία προσπάθησε ανεπιτυχώς να θεωρηθεί ως η προστάτιδα των εκεί μουσουλμανικών πληθυσμών. Τον Οκτώβριο του 1998 η Τουρκική Δημοκρατία γιόρτασε τα 75 χρόνια της.

Πρόεδρος της χώρας από τον Μάιο του 2000 είναι ο Αχμέτ Νέκντετ Σεζέρ. Πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Ριτζέπ Ταΐπ Ερντογάν από το Μάρτιο του 2003, συγκεντρώνοντας το 60% των ψήφων.

Η Τουρκία από μορφολογικής άποψης είναι μια ορεινή χώρα με πολλές επιμέρους μορφολογικές ιδιαιτερότητες. Λιγότερο ορεινό και περισσότερο πεδινό ή ελαφρά κυματοειδές είναι το έδαφος της ευρωπαϊκής Τουρκίας που κατεβαίνοντας προς τις ακτές διακόπτεται από οροσειρές, που είναι χαμηλές αλλά απότομες. Το ανάγλυφο της χώρας (ευρωπαϊκό και ασιατικό) σχηματίστηκε σε πρόσφατες γεωλογικές περιόδους και με γεωλογικές διεργασίες, που συνεχίζουν να υφίστανται· γεγονός που αποδεικνύεται από τη σεισμικότητα της περιοχής.
Το ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας είναι πεδινό, αλλά όχι τελείως επίπεδο, επειδή ο ρους των διερχόμενων ποταμών το διέβρωσε και σχημάτισε βαθιές κοιλάδες. Κατά μήκος των ευρωπαϊκών τουρκικών ακτών συναντώνται όρη που υψώνονται στα νοτιοδυτικά όπως το Στράντζα, που είναι γνωστό και με το όνομα Κιουτσούκ Μπαλκάν (Μικρά Βαλκάνια ή Ιστράντζα Μπαλκάν με υψόμετρο 1035 μέτρα, που συνεχίζεται κατά μήκος των ακτών του Εύξεινου Πόντου και σχηματίζει πεδιάδα πλάτους 3 περίπου χλμ. Στο εσωτερικό του νοτιοδυτικού τμήματος συναντάται το Κουρού Νταγ και το Τεκίρ Νταγ με ύψος 945 μ. υψώνεται προς τις ακτές της Προποντίδας. Ακόμη σχηματίζονται η χερσόνησος της Καλλίπολης και της Κωνσταντινούπολης. Η χερσόνησος της Καλλίπολης που στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Χερσόνησος παρουσιάζει επίμηκες σχήμα μήκους 75 περίπου χλμ. και πλάτος που κυμαίνεται από τα 4,5 χλμ. (το ελάχιστο) στο "Λαιμό Μπουλαΐρ" μέχρι τα 19,5 χλμ. (το μέγιστο) με υψόμετρο που δεν ξεπερνά τα 1000 μ. Η χερσόνησος στην οποία είναι χτισμένη η Κωνσταντινούπολη, είναι ένα οροπέδιο που αναπτύσσει σταδιακά το ύψος του από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά και μέγιστο ύψος 250 περίπου μ. Τα υψώματα της Κωνσταντινούπολης είναι λόφοι 150-160 μ.
Τα στενά του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου που χωρίζουν την Ευρώπη από την Ασία και τα αντίστοιχα τουρκικά εδαφικά τμήμα δίνουν περισσότερο την εντύπωση θαλάσσιων ποταμών με ισχυρά ρεύματα παρά πορθμών. Στην είσοδο του Βοσπόρου (Καραντινίζ Μπογκάζ) προς την ευρωπαϊκή ακτή και τον Εύξεινο Πόντο σχηματίζονται μικρές νησίδες και προς τη θάλασσα του Μαρμαρά σχηματίζεται ο Κεράτιος κόλπος, που αποτελεί στόμιο της χερσονήσου της Κωνσταντινούπολης και για το λόγο αυτό έχει πολύ στενή είσοδο. Ο Ελλήσποντος ή Στενά των Δαρδανελίων (Τσανάκαλε) έχει μεγαλύτερες διαστάσεις από το Βόσπορο. Στην Προποντίδα που επίσης χωρίζει την Ανατολική Θράκη από την ασιατική Τουρκία σχηματίζονται ευρωπαϊκές ακτές μήκους 220 χλμ. και ασιατικές μήκους 483 χλμ. Η Προποντίδα περιλαμβάνει τον κόλπο της Σηλυβρίας και τη λιμνοθάλασσα Κιουτσούκ Τσεκμετζέ (αρχαία Βιθυνία) προς την Ευρώπη και τη χερσόνησο της Κυζίκου (Καπού Νταγ ή Αρτακί), που συνδέεται με την Ασία μέσω ενός λεπτού ισθμού ανατολικά και δυτικά του οποίου σχηματίζονται οι κόλποι της Αρτάκης (Ερντέκ) και της Περάμου (Μπαντρμά). Οι κόλποι των Μουδανιών ή της Κίου (Γκεμλίκ) και της Νικομήδειας βρίσκονται στο δυτικό άκρο της Προποντίδας (11 νησάκια) και τα Πριγκηπονήσια (9 νησάκια).
Η Μικρά Ασία είναι το ασιατικό τμήμα της Τουρκίας που έχει πολύμορφο ανάγλυφο και πολύπλοκη ακτογραμμή (προς το Αιγαίο), που αυξάνει το συνολικό μήκος των ακτών σε 5.500 χλμ. Γενικά διακρίνονται πέντε μορφολογικές ζώνες: της βόρειας, της νότιας και δυτικής Τουρκίας, της Ανατολίας και του μεγάλου κεντρικού οροπεδίου.
Στη βόρεια ασιατική Τουρκία δεσπόζουν τα βουνά του Πόντου, που είναι εντυπωσιακά και ασυνεχή και επιτρέπουν τις χαμηλές και πλατιές διαβάσεις, που συνδέουν το εσωτερικό με τα παράλια του Εύξεινου. Η υψηλότερη κορυφή Κατσκάρ με ύψος 3.937 μ. παρουσιάζει παγετώνες και βρίσκεται προς τα σύνορα με τη Γεωργία. Στη νότια ασιατική Τουρκία συναντάται το ορεινό συγκρότημα του Ταύρου, που ξεκινά από τον Ευφράτη και φτάνει ως το Αιγαίο με συνεχείς οροσειρές και ελάχιστες διαβάσεις, που είναι στενές και δύσχρηστες λόγω του μεγάλου ύψους στο οποίο βρίσκονται (οι αρχαίοι Έλληνες για το λόγο αυτό τις ονόμαζαν "Πύλες"). Τα όρη του Ταύρου σχηματίζουν μεγάλα τόξα στα βόρεια των τουρκοσυριακών συνόρων και κατά μήκος των μεσογειακών ακτών. Το υψηλότερο βουνό των ταυρικών ορέων είναι το Τζιλό Νταγ με ύψος 4.168 μ. Σπήλαια, υπόγεια υδάτινα ρεύματα και καταβόθρες χαρακτηρίζουν τα βουνά του Ταύρου, που σχηματίστηκαν από ασβεστολιθικά πετρώματα. Μια άλλη πολύ υψηλή κορυφή βρίσκεται στο Ερτζιγιάς Νταγ (3.916 μ.). Η περιοχή του όρου παρουσιάζει πολλά ηφαιστειακά χαρακτηριστικά και παρατηρούνται πολλοί ηφαιστειακοί κώνοι και πόροι καθώς και λίμνες κρατήρων στην τοποθεσία ανάμεσα στο Κούμκιοι και στο Ικόνιο (Κόνυα).
Στη δυτική ασιατική Τουρκία συναντώνται οι δυτικές προεκτάσεις των οροσειρών του Πόντου και του Ταύρου, που δεν ξεπερνούν το μέτριο ύψος και σχηματίζουν ανάμεσά τους πεδιάδες, που φτάνουν μέχρι το Αιγαίο πέλαγος. Η κατανομή των ορέων στο χώρο επιτρέπει την επικοινωνία με το εσωτερικό της Τουρκίας μέσω δρόμων που στο μεγαλύτερο μήκος τους ακολουθούν τις φυσικές διαβάσεις των βουνών. Οι ακτές καταλήγουν συχνά σε βραχώδη ακρωτήρια και θυμίζουν τον πλούσιο παράλιο διαμελισμό των ελληνικών ακτών του Αιγαίου.
Η μορφολογία της Ανατολίας (Αναντολού) που είναι η ιστορική Αρμενία, έχει ορεινό χαρακτήρα, επειδή εκεί συμπλέκονται οι ανατολικές προεκτάσεις των ορέων του Πόντου και του Ταύρου που προοδευτικά έχουν υποστεί διαμελισμό σε σημαντικό βαθμό. Η Ανατολία φιλοξενεί το ηφαιστειογενές όρος Αραράτ, που αποτελεί μέρος του Μικρού Καυκάσου (σύνολο ορεινών όγκων). Η έκταση που καταλαμβάνει ανέρχεται στα 1.650 τετρ. χλμ. και οι δύο υψηλότερες κορυφές του είναι το Μικρό Αραράτ (Κιουτσούκ Αγρί Νταγ) με υψόμετρο 3.960 μ. και το Μέγα Αραράτ (Μπουγιούκ Αγρί Νταγ) με ύψος 5.165 μέτρων, που είναι το πιο ψηλό της Τουρκίας. Η Καινή Διαθήκη ανέφερε το Αραράτ και κυρίως την κορυφή του στην οποία προσάραξε η Κιβωτός του Νώε. Άλλο βουνό της περιοχής είναι το Συπχάν Νταγ με 4.434 μέτρα ύψος που με το Αραράτ είναι τα δύο όρη, τα οποία υψώνονται επάνω από οροπέδια, που συχνά καλύπτονται από ρεύματα λάβας και διακόπτονται από λεκάνες λιμνών.
Η μορφολογία του μεγάλου κεντρικού οροπεδίου διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τα ορεινά συγκροτήματα του Ταύρου και του Πόντου που προεκτεινόμενα το περικλείουν από νότο και βορρά αντίστοιχα. Το κεντρικό οροπέδιο υψώνεται στα 900-1400 μ. και διακρίνεται στο βόρειο και στο νότιο. Το βόρειο υψίπεδο χωρίζεται από τον ποταμό Σαγγάριο και τους παραποτάμους του που το διαρρέουν και το καθιστούν υγρότερο και ευφορότερο από το νότιο οροπέδιο, στο οποίο οι έρημοι και οι ξηρές στέπες εναλλάσσονται με τις αλμυρές λίμνες. Το οροπέδιο στα ανατολικά του εμφανίζει προεκτάσεις των βουνών της Ανατολίας όπως το ορεινό συγκρότημα του Αντίταυρου.

Υφή του τουρκικού εδάφους
Η Τουρκία εμφανίζει πολύ μεγάλη ποικιλία εδαφών, που οφείλεται στο διαφορετικό ύψος των βροχοπτώσεων, στην κλιματική ποικιλία και στα γεωλογικά φαινόμενα. Στις υγρές εκτάσεις του βορρά και του νότου τα ποντσολικά εδάφη είναι ερυθρά και ερυθροκάστανα. Ερυθρά είναι και τα όξινα εδάφη των ακτών του Εύξεινου Πόντου. Στις ακτές της Μεσογείου εκτός από ποντσολικά ερυθρά εδάφη συναντώνται ζώνες ερυθρού, αργιλώδους εδάφους και χώματα πλούσια σε ασβέστιο. Το εσωτερικό της χώρας παρουσιάζει εδάφη καστανά και ερυθροκάστανα που είναι αλκαλικά. Στην κεντρική Μικρά Ασία τα εδάφη είναι ερημικά ή αλατούχα. Ανάμεσα στις υγρές περιοχές των ακτών και στις ξηρές ζώνες του εσωτερικού εμφανίζονται εδάφη με καστανά χώματα, που ευνοούν την ανάπτυξη των δασών. Επίσης καστανό και κιτρινοκάστανο είναι το χώμα που καλύπτει τις βορειοδυτικές περιοχές.
Το εδαφικό πρόβλημα της Τουρκίας έγκειται στη διάβρωση, που οφείλεται στην ευρεία αποψίλωση, που ξεκίνησε πριν 2000 περίπου χρόνια και εντείνεται από την έλλειψη υπέργειου υδρογραφικού δικτύου. Υπολογίζεται ότι το 1/7 του συνόλου της τουρκικής έκτασης στερείται επιφανειακού υδρογραφικού δικτύου, που θα συγκρατούσε σταθερό το έδαφος.

Θέση - Όρια
Η Τουρκία περιλαμβάνει την Ανατολική Θράκη, που είναι ένα μικρό τμήμα της νοτιοανατολικής Ευρώπης και τη μικρασιατική χερσόνησο, που αποτελεί μέρος της δυτικής Ασίας. Τα δύο τμήματά της χωρίζονται από την Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά) και τα Δαρδανέλια (στενά του Ελλησπόντου) που επιτρέπουν τη θαλάσσια επικοινωνία μεταξύ Ευξείνου Πόντου και Μεσογείου. Η χώρα βρέχεται στα δυτικά από το Αιγαίο πέλαγος σε μήκος 2.805 χλμ., νότια από την Ανατολική Μεσόγειο σε μήκος 1.577 χλμ., βόρεια από τον Εύξεινο Πόντο (μήκος ακτών 1.695 χλμ.) και βορειοδυτικά από την Προποντίδα θάλασσα (μήκος ακτών 927 χλμ.). Τα χερσαία σύνορά της ορίζονται βορειοδυτικά από την Ελλάδα σε μήκος 212 χλμ. (ο ποταμός είναι το φυσικό σύνορο μεταξύ των δύο χωρών σε πολύ μεγάλο μέρος του συνόλου των 212 χλμ.) και από τη Βουλγαρία σε μήκος 269 χλμ. Ακόμη συνορεύει με τη Συρία προς νότο και νοτιοανατολικά σε μήκος 877 χλμ. και με το Ιράκ νοτιοανατολικά σε μήκος 331 χλμ. Στα ανατολικά συνορεύει με τρία κράτη: το Ιράν σε μήκος 454 χλμ., την Αρμενία σε μήκος 312 χλμ. και την αζερμπαϊτζανική αυτόνομη περιοχή του Ναχιτσεβάν σε μήκος μόλις 10 χλμ. βορειοανατολικά συνορεύει με τη Γεωργία σε μήκος 288 χλμ.

Η Eυρωπαϊκή Τουρκία έχει χαμηλές θερμοκρασίες, επειδή το κλίμα είναι αρκετά ψυχρό λόγω των βόρειων ανέμων. Οι ακτές του Εύξεινου Πόντου δέχονται άφθονες βροχές που υπερβαίνουν τα 690 χιλιοστόμετρα και ανέρχονται στα 2.440 χιλιοστόμετρα στην ανατολική Μαύρη θάλασσα. Η Κωνσταντινούπολη παρουσιάζει κατά μέσο όρο 723 χιλιοστόμετρα βροχοπτώσεων ετησίως με μέση θερμοκρασία τους 5°C τον Ιανουάριο και τους 23°C τον Ιούλιο. Στην περιοχή της Αδριανούπολης οι βροχές είναι περιορισμένες, επειδή η υγρασία των θαλάσσιων ανέμων απορροφάται από τα τοπικά όρη.
Η Aσιατική Τουρκία εμφανίζει κλιματική ποικιλία, επειδή το ανάγλυφο της περιοχής είναι πλούσιο και ευνοεί την εμφάνιση ακόμη και ακραίων κλιματικών συνθηκών. Τα παράλια της Μικράς Ασίας έχουν τυπικό μεσογειακό κλίμα με άνιση κατανομή βροχών. Στη Σμύρνη (Ιζμίρ) ο μέσος όρος των βροχών ετησίως ανέρχεται στα 700 mm και των θερμοκρασιών στους 8°C τον Ιανουάριο και στους 27°C τον Ιούλιο. Στο μεγάλο κεντρικό οροπέδιο το κλίμα είναι ηπειρωτικό με καυτά καλοκαίρια και ψυχρότερους χειμώνες από ό,τι στις όχθες. Η Άγκυρα που είναι χτισμένη εκεί έχει ετησίως μέσο όρο βροχοπτώσεων 367 ml και θερμοκρασιών 3°C τον Ιανουάριο και 23°C τον Ιούλιο. Οι χειμώνες στα δυτικά υψίπεδα είναι ακόμη ψυχρότεροι. Κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας το κλίμα είναι βροχερό και ήπιο. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες του καλοκαιριού σημειώνονται στη νοτιοδυτική Ανατολία τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, οπότε κατά μέσο όρο ξεπερνά τους 30°C.

Η Τουρκία με πληθυσμό 67.308.928 κατοίκους (2002) παρουσιάζει πυκνότητα 81 κατ. ανά τ. χλμ. Ο μέσος όρος του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού το 2002 ήταν 1,2%, ωστόσο η χώρα δεν είναι τόσο πυκνοκατοικημένη όσο άλλες χώρες. Υπάρχουν εμφανείς διαφορές ανάμεσα στις πυκνοκατοικημένες περιοχές της βόρειας και δυτικής Τουρκίας και στις αραιοκατοικημένες μικρασιατικές περιοχές. Τα παράλια του Εύξεινου Πόντου, της Προποντίδας, του Αιγαίου και η ζώνη γύρω από τον κόλπο της Αλεξανδρέττας είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες της Τουρκίας.
Το 68,8% περίπου του πληθυσμού κατοικεί σε αστικά κέντρα και το 31,2% στην επαρχία. Βαθμιαία η αστικοποίηση αυξάνεται και συνδέεται με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στην Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα, τα Άδανα, τη Σμύρνη, τη Μερσίνα και το Ζονγκουλντάκ που συγκεντρώνουν τον περισσότερο αστικό πληθυσμό.
Το 2002 το προσδοκώμενο όριο ζωής ήταν τα 71,52 χρόνια, 74,01 για τις γυναίκες και 69,15 για τους άνδρες, ενώ το ποσοστό γεννητικότητας ήταν 1,79% με 4,5% ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας και 0,59% ποσοστό θνησιμότητας. Επιπλέον έρχεται πρώτη στο δείκτη γονιμότητας σε σχέση με τις άλλες χώρες των Βαλκανίων· με 2,07 παιδιά να αντιστοιχούν σε κάθε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας.
Η Τουρκία παρουσιάζει τα τριτοκοσμικά δημογραφικά χαρακτηριστικά που είναι τα υψηλά ποσοστά γεννητικότητας και η ταχύτατη αύξηση του πληθυσμού. Τα στοιχεία αυτά επηρεάζουν την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού και τις προοπτικές της πληθυσμιακής αύξησης. Συγκεκριμένα, το 27,8% των κατοίκων είναι ηλικίας από 0-14 ετών, το 65,9% είναι ηλικίας 15-64 χρόνων και μόνο το 6,3% είναι 65 ετών και άνω.

Από τα πρώτα χρόνια της τουρκικής δημοκρατίας η χώρα ενδιαφέρθηκε να βελτιώσει το δίκτυο συγκοινωνιών, ώστε να επιτευχθεί ευκολότερα η ανάπτυξη της οικονομίας και να υπάρχει συμμετοχή της επαρχίας στα γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα στο κέντρο. Ιδιαίτερα μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο η βαρύτητα έπεσε στην κατασκευή μεγάλων λιμανιών και σύντομων οδικών αρτηριών.
Η χώρα διαθέτει το πιο επαρκές οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής, όμως παραμένει ανεπαρκές, αφού συνδέει κυρίως τις δυτικές και νότιες επαρχίες. Το οδικό δίκτυο το 1999 έφτανε τα 382.059 χλμ. περίπου από τα οποία μόνον τα 106.976 χλμ. ήταν ασφαλτοστρωμένα. Η εθνική οδός συνδέει την Κωνσταντινούπολη με την Άγκυρα μέσω των μικρασιατικών παραλίων και της Σμύρνης. Οδικός κόμβος του νότου είναι τα Άδανα και της Ανατολικής Τουρκίας το Ντιγιαρμπακίρ και το Ερζερούμ.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο το 2001 παρουσίαζε 8.607 χλμ. μήκος (στα 2.131 χλμ., στο 10% περίπου παρεχόταν ηλεκτρική ενέργεια) και περιλάμβανε έναν δακτύλιο γύρω από το οροπέδιο της κεντρικής Μικράς Ασίας και οδηγούσε προς την περιφέρεια κυρίως τα λιμάνια και τις σημαντικές πόλεις καθώς και προς τα σύνορα για το Ιράκ και τη Συρία.
Τα λιμάνια και γενικότερα οι θαλάσσιες μεταφορές διαδραματίζουν μεγάλο οικονομικό ρόλο, επειδή τα οφέλη είναι σημαντικά. Εξάλλου τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων αποτελούν αναγκαστικά σημεία διάβασης για όσα καράβια κινούνται μεταξύ Μεσογείου και Εύξεινου Πόντου (ισχύει καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας των στενών). Ο τουρκικός εμπορικός στόλος είναι σχετικά περιορισμένος. Τα κυριότερα λιμάνια είναι η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη· από αυτά διακινούνται πολλά προϊόντα, που προορίζονται για εξαγωγή, η Μερσίνα και η Αλεξανδρέττα στη Μεσόγειο, η Σαμψούντα, η Τραπεζούντα και το Ζονγκουλντάκ στον Εύξεινο Πόντο. Όλα τα σημαντικά λιμάνια αποτελούν κόμβους του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου.
Οι εναέριες μεταφορές και η αεροπορική συγκοινωνία εξυπηρετείται από 86 αεροδρόμια με προγραμματισμένες πτήσεις από τα οποία τα πιο σπουδαία είναι το αεροδρόμιο Ατατούρκ στην Κωνσταντινούπολη, που παρουσιάζει την πιο πυκνή επικοινωνία με το εξωτερικό, το αεροδρόμιο Εσενμπογκά στην Άγκυρα που αποτελεί το πιο συχνό προορισμό των εσωτερικών αερογραμμών. Άλλα μεγάλα αεροδρόμια είναι αυτά της Σμύρνης, της Τραπεζούντας, των Αδάνων, της Σαμψούντας, του Βαν και του Ερζερούμ. Ο εθνικός αερομεταφορέας είναι οι Τουρκικές Αερογραμμές και ελέγχονται από το κράτος όπως οι σιδηρόδρομοι και η ακτοπλοΐα εσωτερικού.
Το 1999 υπήρχαν 19,5 εκατ. τηλέφωνα. Την ίδια χρονιά η ενημέρωση προωθούνταν με τα 11,3 εκατ. ραδιόφωνα και τα 20,9 εκατ. τηλεοπτικών συσκευών. Οι τηλεπικοινωνίες στις αστικές περιοχές είναι πιο ικανοποιητικές από ό,τι στην επαρχία είτε πρόκειται για εσωτερικές είτε για διεθνείς κλήσεις. Υπάρχουν μερικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί. Κυκλοφορούν ημερησίως περίπου 54 εφημερίδες σε όλη τη χώρα, όμως η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη λογοκρισία, επειδή δεν ανέχεται την κριτική τους. Οι πιο σημαντικές εφημερίδες που εκδίδονται στην Κωνσταντινούπολη είναι οι Hurriet, Milliyet, Yeni NesiL , Gόnaydin και Cumhuriyet. Το Εθνικό Πρακτορείο ειδήσεων ονομάζεται ΑΝΚΑ.