Πληροφορίες για: Κούβα

Περιγραφή

Η Δημοκρατία της Κούβας (ισπανικά: Cuba ή República de Cuba), είναι νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής που αποτελείται από το ομώνυμο νησί (το μεγαλύτερο στις Μεγάλες Αντίλες), την Ίσλα δε λα Χουβεντούδ, καθώς και μικρότερα νησιά. Βρίσκεται στη βόρεια Καραϊβική, ανάμεσα στην Καραϊβική Θάλασσα, τον Κόλπο του Μεξικό και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Η Κούβα βρίσκεται νότια των ΗΠΑ και των νήσων Μπαχάμες, δυτικά των Νήσων Τερκς εντ Καϊκος και της Αϊτής και ανατολικά του Μεξικού. Οι Νήσοι Καϋμάν και η Τζαμάικα βρίσκονται νότια της Κούβας. Η Κούβα είναι η πολυπληθέστερη χώρα στην Καραϊβική. Ο πολιτισμός και τα έθιμά της αντλούνται από διάφορες πηγές, συμπεριλαμβανομένων της περιόδου της ισπανικής αποικιοκρατίας, της μεταφοράς σκλάβων από την Αφρική και, σε μικρότερο βαθμό, της γειτνίασης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το νησί έχει τροπικό κλίμα το οποίο μετριάζει από τη θάλασσα που το περιβάλλει. Τα θερμά ρεύματα της θάλασσας της Καραϊβικής και η θέση της Κούβας ανάμεσα σε μεγάλα θαλάσσια σώματα προκαλούν συχνά καταιγίδες. Το όνομά της το πήρε από τη Taíno- ινδική λέξη Cubanacan που σημαίνει «κεντρική θέση». Λέγεται επίσης ότι είναι πιθανό το όνομα να προέρχεται από την αραβική λέξη «Ka'bah.» σημαίνοντας «τη λάρνακα». Στα πορτογαλικά και ισπανικά, η λέξη «Κούβα» αναφέρεται στα βαρέλια που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή ποτών.

Η καταγεγραμμένη ιστορία της Κούβας ξεκινάει στις 24 Οκτωβρίου 1492, όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος εντόπισε το νησί κατά το πρώτο του εξερευνητικό ταξίδι και το διεκδίκησε εκ μέρους της Ισπανίας. Το νησί κατά την προκολομβιανή εποχή κατοικόυνταν από ιθαγενείς φυλές, γνωστές ως Ταΐνο και Σιμπονέι, των οποίων οι πρόγονοι είχαν έρθει αρκετούς αιώνες νωρίτερα από τη Νότια Αμερική. Οι Ταΐνο ήταν γεωργοί και οι Σιμπονέι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Το όνομα Κούβα προέρχεται από την Ταΐνο λέξη cubanacán που σημαίνει "κεντρικός τόπος". Οι ακτές της Κούβας χαρτογραφήθηκαν πλήρως από τον Σεβαστιάν ντε Οκάμπο το 1511, και το ίδιο έτος ο Ντιέγο Βελάσκες ντε Κουεγιάρ ίδρυσε τον πρώτο ισπανικό καταυλισμό στην Μπαρακόα. Άλλες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Αβάνας (η οποία ιδρύθηκε το 1515), ακολούθησαν σύντομα μετά. Οι Ισπανοί, όπως έκαναν σε όλη την ήπειρο, καταπίεσαν και σκλάβωσαν τους περίπου 100.000 ιθαγενείς κατοίκους του νησιού. Μέσα σε εκατό χρόνια εξαφανίστηκαν όλοι τους, ως αποτέλεσμα του συνδυασμού ασθενειών, καταναγκαστικών έργων και γενοκτονίας. Τότε οι έποικοι έφεραν σκλάβους από την Αφρική, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα αποτελούσαν σημαντική μερίδα του πληθυσμού.

Αποικιοκρατία
Η Κούβα ήταν υπό ισπανική κατοχή επί 388 έτη, διοικούμενη από ισπανό κυβερνήτη στην Αβάνα, με την οικονομία της να βασίζεται στις φυτείες και την εξαγωγή ζάχαρης, καφέ και καπνού στην Ευρώπη και αργότερα στη Βόρεια Αμερική. Καταλήφθηκε από τους Βρετανούς το 1762, αλλά το επανέκτησαν οι Ισπανοί τον επόμενο χρόνο. Ο ισπανικός πληθυσμός ενισχύθηκε από έποικους που εγκατέλειψαν την Αϊτή όταν το νησί πέρασε στην κυριαρχία των Γάλλων. Όπως και σε άλλες κτήσεις της Ισπανικής Αυτοκρατορίας, η κοινωνική και οικονομική εξουσία ήταν στα χέρια μιας μικρής ελίτ γαιοκτημόνων ισπανικής καταγωγής, τους οποίους εξυπηρετούσε ένα πλήθος, κυρίως μιγάδων, από αγρότες, εργάτες και σκλάβους. Τη δεκαετία του 1820, όταν οι άλλες περιοχές της Ισπανικής Αυτοκρατορίας στη Λατινική Αμερική επαναστάτησαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα κράτη, η Κούβα παρέμεινε πιστή, αν και μικρές εστίες αντίστασης επιθυμούσαν ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση. Αυτό οφείλεται εν μέρει λόγω της ευημερίας των Κουβανών που εξαρτιόταν από τις εξαγωγές στην Ευρώπη, καθώς και από το φόβο πιθανής απόσυρσης των Ισπανών που θα πυροδοτούσε εξέγερση των σκλάβων (όπως έγινε στην Αϊτή), αλλά και επειδή οι Κουβανοί αντιτίθονταν περισσότερο την αυξανόμενη ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών παρά της ισπανικής αποικιοκρατικής δύναμης. Η γειτνίαση με τις ΗΠΑ επηρέασε ιδιαίτερα την ιστορική πορεία της Κούβας. Συχνά πολιτικοί από τις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ σχεδίαζαν κατά τον 19ο αιώνα την προσάρτηση της Κούβας ως μέσο ενίσχυσης των δυνάμεων στις ΗΠΑ που υποστήριζαν τον θεσμό της δουλείας, καθώς και στην Κούβα υπήρχαν ορισμένοι κύκλοι που υποστήριζαν αυτή την πολιτική. Το 1848 μία εξέγερση με αυτό τον σκοπό καταπνίγηκε και έγιναν διάφορες απόπειρες προσάρτησης με εισβολή από τη Φλόριντα. Στις ΗΠΑ έγιναν επίσης διάφορες σκέψεις για να αγοράσουν την Κούβα από την Ισπανία. Το καλοκαίρι του 1848 ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Νοξ Πολκ εξουσιοδότησε σιωπηρά τον πρεσβευτή της χώρας στην Ισπανία να διαπραγματευτεί την αγορά της Κούβας προσφέροντας στην Ισπανία μέχρι 100 εκατομ. δολάρια, αστρονομικό ποσό την εποχή εκείνη. Όμως, η Ισπανία αρνήθηκε να παραχωρήσει μία από τις τελευταίες της κτήσεις στην αμερικανική ήπειρο. Μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο έπαψε να υπάρχει η απειλή της προσάρτησης από τις δυνάμεις που υποστήριζαν τη δουλεία και η επιθυμία για ανεξαρτησία αναζωπυρώθηκε, οδηγώντας σε εξέγερση το 1868. Αυτό προκάλεσε μία μακρόχρονη σύγκρουση μεταξύ εκείνων που επεδίωκαν την ανεξαρτησία, από τη μια, και τους Ισπανούς και τους ντόπιους συμμάχους τους, από την άλλη, τον γνωστό Δεκαετή Πόλεμο. Στις ΗΠΑ ευνοούσαν την ανεξαρτησία και κάποια ανεπίσημη βοήθεια στάλθηκε, όμως η χώρα αρνήθηκε να επέμβει στρατιωτικά. Η σύγκρουση τερματίστηκε το 1878 με τη Συνθήκη του Σανχόν, με την οποία η Ισπανία υποσχέθηκε περισσότερη αυτονομία. Η Κούβα εξαντλήθηκε από τη μακρόχρονη σύγκρουση και η επιθυμία για ανεξαρτησία εξανεμίστηκε προσωρινά. Υπήρχε επίσης έντονος φόβος ότι αν έφευγαν οι Ισπανοί ή αν συνεχιζόταν ο πόλεμος, οι επεκτατικές ΗΠΑ θα επενέβαιναν και θα προσαρτούσαν το νησί. Εν μέρει λόγω πίεσης από τις ΗΠΑ, η δουλεία καταργήθηκε το 1886, παρόλο που η αφρικανικής καταγωγής μειονότητα παρέμεινε κοινωνικά και οικονομικά στο περιθώριο, παρά την πολιτική ισότητα που θεσπίστηκε το 1893. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η φτώχεια στην ύπαιθρο της Ισπανίας οδήγησε πολλούς σε μετανάστευση στην Κούβα — μεταξύ αυτών και τους γονείς του Φιδέλ Κάστρο. Τη δεκαετία του 1890 η επιθυμία για ανεξαρτησία αναβίωσε, ενισχυόμενη από την απέχθεια για τους περιορισμούς που επέβαλε η Ισπανία στο κουβανικό εμπόριο και την εχθρότητα προς την καταπιεστική και ανίκανη διακυβέρνηση της Ισπανίας στην Κούβα. Στις 15 Ιουλίου 1895 ξέσπασε επανάσταση και το κόμμα της ανεξαρτησίας, υπό την ηγεσία του Τομάς Εστράδα Πάλμα και του ποιητή Χοσέ Μαρτί, ανακήρυξε την Κούβα ανεξάρτητη δημοκρατία — ο Μαρτί σκοτώθηκε αμέσως μετά και έγινε ο αδιαμφισβήτητος εθνικός ήρωας της Κούβας. Οι Ισπανοί ανταποκρίθηκαν με εκστρατεία καταστολής, μαντρίζοντας τον αγροτικό πληθυσμό σε – όπως περιέγραψαν διεθνείς παρατηρητές – "οχυρωμένες πόλεις". Υπολογίζεται ότι εκείνη την περίοδο 200.000 με 400.000 Κουβανοί έχασαν τη ζωή τους από ασιτία και αρρώστιες. Οι αριθμοί αυτοί επιβεβαιώθηκαν τόσο από τον Ερυθρό Σταυρό όσο και από τον Αμερικανό γερουσιαστή και πρώην Υπουργό Άμυνας Ρέντφιλντ Πρόκτορ. Ακολούθησαν διαμαρτυρίες από τις ΗΠΑ και χώρες της Ευρώπης. Το 1897, φοβούμενη επέμβαση από τις ΗΠΑ, η Ισπανία άλλαξε πολιτική και υποσχέθηκε τοπική διοίκηση με εκλεγμένη βουλή. Οι επαναστάτες απέρριψαν την προσφορά και ο πόλεμος για ανεξαρτησία συνεχίστηκε. Σύντομα μετά, στις 15 Φεβρουαρίου 1898, το αμερικανικό πολεμικό πλοίο Μέιν βυθίστηκε μυστηριωδώς στο λιμάνι της Αβάνας και σκοτώθηκαν 266 άντρες. Οι δυνάμεις στις ΗΠΑ που επιθυμούσαν επέμβαση στην Κούβα άρπαξαν την ευκαιρία και κατηγόρησαν την Ισπανία για τη βύθιση του πλοίου, παρόλο που η Ισπανία δεν είχε κανένα κίνητρο να πράξει κάτι τέτοιο και ουδέποτε βρέθηκαν στοιχεία που να την ενοχοποιούν. Παρασυρόμενο από ένα κύμα εθνικιστικής έξαρσης, το αμερικανικό Κονγκρέσο ψήφισε απόφαση με την οποία καλούσε για επέμβαση και ο πρόεδρος Γουίλιαμ Μακκίνλι συμφώνησε αμέσως. Το αποτέλεσμα ήταν ο Ισπανο-Αμερικανικός Πόλεμος, κατά τον οποίο οι δυνάμεις των ΗΠΑ αποβιβάστηκαν στην Κούβα τον Ιούνιο του 1898 και γρήγορα έκαμψαν την ισπανική αντίσταση. Τον Αύγουστο υπογράφηκε συμφωνία ειρήνης, βάσει της οποίας οι Ισπανοί έπρεπε να εγκαταλείψουν την Κούβα. Κάποιοι στις ΗΠΑ υποστήριξαν την ανεξαρτησία της Κούβας, ενώ άλλοι υποστήριξαν την άμεση προσάρτηση. Ως συμβιβαστική λύση, η διοίκηση Μακκίνλι έθεσε την Κούβα υπό εικοσαετή κηδεμονία των ΗΠΑ. Το κίνημα για ανεξαρτησία της Κούβας αντιτέθηκε έντονα σε αυτή τη διευθέτηση, αλλά, αντίθετα από ό,τι έγινε στις Φιλιππίνες, όπου τα γεγονότα ακολούθησαν παρόμοια πορεία, δεν υπήρξε ένοπλη αντίσταση.

Ανεξαρτησία
Ο Θίοντορ Ρούζβελτ, ο οποίος είχε πολεμήσει στον Ισπανο-Αμερικανικό Πόλεμο και είχε φιλική στάση έναντι στο κίνημα ανεξαρτησίας, διαδέχθηκε τον Μακκίνλι ως πρόεδρος των ΗΠΑ το 1901 και εγκατέλειψε την πρόταση για εικοσαετή κηδεμονία. Αντ’ αυτού, η Δημοκρατία της Κούβας κέρδισε επίσημα την ανεξαρτησία της στις 20 Μαΐου 1902, και ο ηγέτης της ανεξαρτησίας Τομάς Εστράδα Πάλμα έγινε ο πρώτος πρόεδρος της χώρας. Σύμφωνα με το νέο κουβανικό σύνταγμα, όμως, οι ΗΠΑ διατηρούσαν το δικαίωμα επέμβασης στις υποθέσεις της Κούβας και επίβλεψης των οικονομικών του νησιού και των εξωτερικών υποθέσεων. Σύμφωνα με την Τροποποίηση Πλατ, η Κούβα συμφώνησε επίσης να ενοικιάσει στις ΗΠΑ τη ναυτική βάση στο Γουαντάναμο. Η ανεξάρτητη Κούβα συνάντησε γρήγορα δυσκολίες, ως αποτέλεσμα διαμάχης και διαφθοράς μεταξύ των μελών της μικρής ελίτ μορφωμένων και της αποτυχίας της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τα βαθιά κοινωνικά προβλήματα που άφησαν πίσω τους οι Ισπανοί. Το 1906, μετά από εκλογές που αμφισβητήθηκαν για τη διαδοχή του Εστράδα Πάλμα, ξέσπασε ένοπλη εξέγερση και οι ΗΠΑ άσκησαν το δικαίωμα επέμβασης. Η χώρα τέθηκε υπό αμερικανική κατοχή και ανέλαβε Αμερικανός κυβερνήτης για τρία χρόνια. Το 1908 επανήλθε η αυτό-κυβέρνηση με την εκλογή του Χοσέ Μιγκέλ Γκόμεζ ως προέδρου, αλλά οι ΗΠΑ διατήρησαν την επίβλεψή τους στις κουβανικές υποθέσεις. Παρά τις συχνές ταραχές, η συνταγματική κυβέρνηση έμεινε μέχρι το 1925, όταν ο Χεράρδο Ματσάδο ι Μοράλες, αφού εκλέγηκε πρόεδρος, κατάργησε το σύνταγμα. Ο Ματσάδο ήταν Κουβανός εθνικιστής και το καθεστώς του είχε αρκετή λαϊκή υποστήριξη, παρά το ότι επικρίθηκε έντονα. Κατά την διακυβέρνησή του, οι Κουβανοί απέκτησαν καλύτερο έλεγχο της οικονομίας τους και έγιναν κάποια σημαντικά αναπτυξιακά έργα. Ο Ματσάδο αποδυναμώθηκε από την παγκόσμια ύφεση της οικονομίας, η οποία οδήγησε σε κατρακύλα τις τιμές των εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων της Κούβας και προκάλεσε μεγάλη φτώχεια. Τον Αύγουστο του 1933 μέλη του κουβανικού στρατού έκαναν πραξικόπημα με το οποίο καθαίρεσαν τον Ματσάδο και έβαλαν πρόεδρο τον Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεδες (του οποίου ο πατέρας ήταν πρωτεργάτης του Δεκαετούς Πολέμου της ανεξαρτησίας). Όμως τον Σεπτέμβριο, δεύτερο πραξικόπημα από τον Λοχία Φουλχένσιο Μπατίστα έριξε τον Σέσπεδες και πρόεδρος μπήκε ο Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν. Η κυβέρνηση του τελευταίου κράτησε μόλις 100 μέρες, όμως ενεργοποίησε ριζοσπαστικές αλλαγές στην κουβανική κοινωνία και απόρριψη της Τροποποίησης Πλατ. Το 1934 ο Μπατίστα και ο στρατός, ο οποίος ήταν η πραγματική εξουσία στην Κούβα, αντικατέστησαν τον Γκράου με τον Κάρλος Μεντιέτα ι Μοντεφούρ. Το 1940 ο Μπατίστα αποφάσισε να διεκδικήσει ο ίδιος την προεδρία. Ο ηγέτης των συνταγματικών φιλελευθέρων Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν αρνήθηκε να τον υποστηρίξει και στράφηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο τη δεκαετία του 1930 είχε αναπτυχθεί σε μέγεθος και επιρροή. Με τη στήριξη των συντεχνιών, οι οποίες ελέγχονταν από τους κομουνιστές, ο Μπατίστα κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος και η κυβέρνησή του έκανε σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και εισήγαγε ένα νέο προοδευτικό σύνταγμα. Σε αρκετά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος δόθηκαν αξιώματα. Η κυβέρνηση του Μπατίστα έβαλε επίσημα την Κούβα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των ΗΠΑ, κηρύσσοντας πόλεμο κατά της Ιαπωνίας στις 9 Δεκεμβρίου 1941 και έπειτα κατά της Γερμανίας και Ιταλίας στις 11 Δεκεμβρίου 1941. Παρ’ όλα αυτά, η Κούβα δεν είχε ουσιαστική στρατιωτική συμμετοχή στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1944 επανήλθε στην προεδρία της χώρας – με εκλογές – ο Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν, ο οποίος αύξησε τις δημόσιες δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση και στέγαση. Όμως οι φιλελεύθεροι του Γκράου Σαν Μαρτίν ήταν εχθροί των κομμουνιστών και ο Μπατίστα αντιτέθηκε στα περισσότερα προγράμματά του. Τον Γκράου Σαν Μαρτίν διαδέχθηκε το 1948 ο Κάρλος Πρίο Σοκαράς, ο οποίος είχε διατελέσει Υπουργός Εργασίας επί Γκράου και τον οποίο μισούσαν οι κομμουνιστές. Επί προεδρίας του η διαφθορά αυξήθηκε, εν μέρει ως αποτέλεσμα της μεταπολεμικής ανάκαμψης του αμερικανικού πλούτου και την επακόλουθη εισροή χρημάτων τζόγου στην Αβάνα, η οποία έγινε κέντρο επιχειρήσεων της Μαφίας. Παρ’ όλα αυτά, ο Πρίο Σοκαράς έφερε κάποιες σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και τη σταθεροποίηση του κουβανικού νομίσματος. Η εισροή βορειοαμερικανικού χρήματος επέφερε σημαντική άνοδο στο βιοτικό επίπεδο, όμως διεύρυνε κατά πολύ το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Από τον Μπατίστα στον Κάστρο
Οι εκλογές του 1952 είχαν τρεις υποψηφίους. Ο Ροβέρτο Αγραμόντε του Κόμματος των Ορθοδόξων ήταν πρώτος σε όλες τις δημοσκοπήσεις, ακολουθούμενος από τον Αουρέλιο Έβια του Αυθεντικού Κόμματος, ενώ πολύ πιο πίσω ήταν ο Μπατίστα, ο οποίος επεδίωκε να επιστρέψει στην προεδρία. Όταν κατέστη εμφανές ότι ο Μπατίστα δεν είχε καμιά πιθανότητα να κερδίσει τις εκλογές, έκανε πραξικόπημα στις 10 Μαρτίου 1952 και έμεινε στην εξουσία με τη στήριξη του εθνικιστικού τμήματος του στρατού και των κομουνιστών, ως "μεταβατικός πρόεδρος" για τα επόμενα δύο χρόνια. Το 1954, κατόπιν πιέσεων από τις ΗΠΑ, συμφώνησε να γίνουν εκλογές. Το Αυθεντικό Κόμμα έθεσε τον πρώην πρόεδρο Γκράου ως υποψήφιό του, αλλά εκείνος απέσυρε την υποψηφιότητά του λόγω σοβαρών υποψιών ότι ο Μπατίστα επιχειρούσε να αλλοιώσει το αποτέλεσμα των εκλογών εκ των προτέρων. Ο Μπατίστα μπορούσε πλέον να ισχυριστεί ότι ήταν εκλελεγμένος πρόεδρος. Το καθεστώς του σημαδεύτηκε από μεγάλη διαφθορά και φτώχεια. Η αστυνομία του Μπατίστα ήταν γνωστή για τη σκληρή της τακτική και τη βία που ασκούσε έναντι στους πολίτες. Το 1956 μια ομάδα ανταρτών, αποτελούμενη κυρίως από νεαρούς ιδεολόγους σοσιαλιστές, περιλαμβανομένου του Φιδέλ Κάστρο, αποβιβάστηκε από μια βάρκα ερχόμενη από το Μεξικό και επιχείρησε να ξεκινήσει κίνημα ένοπλης αντίστασης στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα (ο Κάστρο είχε πάει στο Μεξικό μετά που αφέθηκε ελεύθερος από τη φυλακή, όπου εξέτιε ποινή για τη συμμετοχή του στην επίθεση στo Στρατόπεδο Μονκάδα στο Σαντιάγο ντε Κούβα). Οι δυνάμεις του Μπατίστα σκότωσαν τους περισσότερους αντάρτες, αλλά αρκετοί επέζησαν και συνέχισαν μικρό αντάρτικο στα βουνά. Σε απάντηση, ο Μπατίστα έκανε το λάθος να εξαπολύσει εκστρατεία κατάπνιξης της αντιπολίτευσης, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η στήριξη του κόσμου στους αντάρτες. Κατά τα έτη 1957 και 1958 η αντίσταση κατά του Μπατίστα αυξήθηκε, στη μεσαία τάξη, στους φοιτητές, στην Καθολική Εκκλησία και στις αγροτικές περιοχές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν εμπάργκο όπλων στην κουβανική κυβέρνηση στις 14 Μαρτίου 1958. Οι συντεχνίες στις πόλεις, όμως, ήταν υπό τον έλεγχο είτε των κομουνιστών είτε της μαφίας, οι οποίοι υποστήριζαν σθεναρά (για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) το καθεστώς του Μπατίστα, και όλες οι προσπάθειες για οργάνωση γενικής απεργίας απέτυχαν. Μέχρι το τέλος του 1958 οι αντάρτες κατάφεραν να βγουν από τη Σιέρα Μαέστρα και να προκαλέσουν γενική εξέγερση, με τη στήριξη εκατοντάδων φοιτητών και άλλων πολιτών που ξέφυγαν από την καταπίεση του Μπατίστα στις πόλεις. Όταν οι αντάρτες κατέλαβαν τη Σάντα Κλάρα, ανατολικά της Αβάνας, ο Μπατίστα έκρινε ότι η μάχη ήταν μάταιη και έφυγε από τη χώρα για να καταφύγει στην Πορτογαλία και αργότερα στην Ισπανία. Οι δυνάμεις του Κάστρο μπήκαν στην πρωτεύουσα την 1η Ιανουαρίου 1959.

Η Κούβα μετά την επανάσταση
Ο Φιδέλ Κάστρο έγινε πρωθυπουργός της Κούβας τον Φεβρουάριο του 1959, και κράτησε την εξουσία μέχρι που την παρέδωσε προσωρινά στον αδελφό του Ραούλ Κάστρο τον Ιούλιο του 2006. Μέχρι τις αρχές του 2007 είναι ο μακροβιότερος ζων ηγέτης χώρας. Αρχικά ο Κάστρο ήταν συνταγματικός φιλελεύθερος και εθνικιστής, αν και ριζοσπάστης εθνικιστής, και η νίκη του καλωσορίστηκε τόσο στην Κούβα όσο και στις ΗΠΑ, παρόλο που η συνοπτική εκτέλεση 500 αστυνομικών και άλλων που κατηγορήθηκαν ότι ήταν πράκτορες του καθεστώτος Μπατίστα προκάλεσε άμεσα ανησυχία. Κατά τη διάρκεια του 1959 η κυβέρνηση Κάστρο πήρε δημοφιλή μέτρα, όπως η ανακατονομή της γης, η κρατικοποίηση οργανισμών κοινής ωφελείας και ο αδίστακτος πόλεμος κατά της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένων του κλεισίματος της βιομηχανίας τζόγου και της εκδίωξης των Αμερικανών μαφιόζων. Για όσους ήταν εκτός, παρέμενε άγνωστη η μεγάλη επιρροή που ασκούσε στην κυβέρνηση Κάστρο ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Αργεντινός μαρξιστής και ένας από τους στενότερους συμβούλους του Κάστρο. Ο Γκεβάρα συνασπίστηκε με τον αδελφό του Κάστρο, τον Ραούλ, και έπεισαν τον Φιδέλ Κάστρο να συμμαχήσει με τους κομουνιστές και κατά συνέπεια και με τη Σοβιετική Ένωση. Ο Γκεβάρα έπαιξε επίσης καταλυτικό ρόλο στο να πείσει τον Κουβανό κομουνιστή ηγέτη Μπλας Ρόκα Καλδέριο να εγκαταλείψει την εχθρότητά του προς τον Κάστρο και να προσπαθήσει να αποκτήσει έλεγχο της επαναστατικής κυβέρνησης εκ των έσω. Ο Ρόκα πείστηκε και πληροφόρησε τη Σοβιετική Ένωση για τη δυνατότητα συμμαχίας με τον Κάστρο. Οι Σοβιετικοί άρπαξαν αμέσως την ευκαιρία να αποκτήσουν πολιτκή ισχύ στην αμερικανική ήπειρο και υποσχέθηκαν απεριόριστη βοήθεια και στήριξη αν ο Κάστρο ασπαζόταν τον κομουνισμό. Εν τω μεταξύ, η στάση των ΗΠΑ έναντι στην κουβανική επανάσταση άλλαξε ριζικά. Ενώ η κυβέρνηση του Αϊζενχάουερ αρχικά καλωσόρισε την πτώση του Μπατίστα, η κρατικοποίηση εταιρειών που ανήκαν σε βορειοαμερικανούς (με εκτιμημένη αξία 1 δισ. δολάρια ΗΠΑ) και η εκδίωξη πολλών συντηρητικών με ισχυρούς φίλους στις ΗΠΑ δημιούργησαν εχθρότητα και οι Κουβανοί εξόριστοι έγιναν γρήγορα μια ισχυρή ομάδα λόμπι στις ΗΠΑ, ισχύ την οποία διατηρούν μέχρι σήμερα. Παρόλο που ο ίδιος ο Κάστρο δεν θεωρήθηκε κομουνιστής, οι ΗΠΑ ήταν ενήμερες για τον ρόλο του Τσε Γκεβάρα και την αναθέρμανση των σχέσεων ανάμεσα στον Κάστρο και τους Κουβανούς κομουνιστές. Έτσι, οι ΗΠΑ έγιναν πολύ εχθρικές έναντι του Κάστρο κατά το 1959. Αυτό με τη σειρά του, ώθησε τον Κάστρο να απομακρυνθεί από οποιαδήποτε φιλελεύθερα στοιχεία που υπήρχαν στο επαναστατικό του κίνημα και να στραφεί προς τους κομουνιστές. Τον Οκτώβριο του 1959 ο Κάστρο δήλωσε ότι επρόσκειτο φιλικά προς τους κομουνιστές, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν ακόμη κομουνιστής, και τα φιλελεύθερα και αντι-κομουνιστικά στοιχεία της κυβέρνησης διώχθηκαν, με πολλούς αρχικούς υποστηρικτές να φεύγουν από τη χώρα και να ενώνονται με την εξόριστη κοινότητα στο Μαϊάμι. Τον Μάρτιο του 1960 οι πρώτες συμφωνίες βοήθειας υπογράφηκαν με τη Σοβιετική Ένωση. Με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ θεώρησαν ανεπίτρεπτη την επιρροή των Σοβιετικών στην αμερικανική ήπειρο και εγκρίθηκαν σχέδια για απομάκρυνση του Κάστρο από την εξουσία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 επιβλήθηκε εμπορικό εμπάργκο στην Κούβα, κάτι που ώθησε ακόμη περισσότερο τον Κάστρο στη Σοβιετική συμμαχία. Την ίδια ώρα, η αμερικανική κυβέρνηση εξουσιοδότησε σχέδια για εισβολή στην Κούβα από εξόριστους που είχαν ως βάση τη Φλόριντα με ταυτόχρονο εσωτερικό ξεσηκωμό εναντίον του Κάστρο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων τον Απρίλιο του 1961: η εξέγερση δεν έγινε ποτέ, ενώ η εισβολείς διώχθηκαν. Αυτό έκανε τον Κάστρο να ανακηρύξει τον Μάιο του 1961 την Κούβα σοσιαλιστική δημοκρατία και τον εαυτό του Μαρξιστή-Λενινιστή.

Η μαρξιστική-λενινιστική Κούβα
Ένα άμεσο στρατηγικό αποτέλεσμα της κουβανοσοβιετικής συμμαχίας ήταν η απόφαση για τοποθέτηση σοβιετικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς στην Κούβα, η οποία οδήγησε στην κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962, κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος Τζων Κέννεντυ απείλησε τη Σοβιετική Ένωση με πυρηνικό πόλεμο αν δεν αποσύρονταν οι πύραυλοι. Ο Κάστρο προέτρεψε τους Σοβιετικούς να τηρήσουν επιθετική στάση, αλλά εκείνοι τελικά υποχώρησαν. Αυτό είχε ως συνέπεια την αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Κάστρο, με αποτέλεσμα τη συμφωνία να αφεθούν ελεύθεροι αντικαθεστωτικοί που συνελήφθησαν στον Κόλπο των Χοίρων, με αντάλλαγμα πακέτο βοήθειας. Όμως το 1963 οι σχέσεις των δύο χειροτέρεψαν πάλι, όταν ο Κάστρο έκανε την Κούβα πλήρως κομουνιστική, βασιζόμενος στο σοβιετικό μοντέλο. Οι ΗΠΑ επέβαλαν πλήρες διπλωματικό και εμπορικό εμπάργκο στην Κούβα. Εκείνη την εποχή η επιρροή των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική ήταν αρκετά ισχυρή και έτσι το εμπάργκο ήταν πολύ αποτελεσματικό. Η Κούβα αναγκάστηκε να διεξάγει σχεδόν όλο της το εμπόριο με τη Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της. Το 1965 ο Κάστρο συγχώνευσε τις επαναστατικές του οργανώσεις με το Κομουνιστικό Κόμμα, του οποίου έγινε Πρώτος Γραμματέας, με τον Μπλας Ρόκα Δεύτερο Γραμματέα - τον οποίο αργότερα διαδέχθηκε ο Ραούλ Κάστρο, ο οποίος, ως Υπουργός Άμυνας και το πιο έμπιστο άτομο του Φιδέλ, έγινε και παραμένει ο δεύτερος πιο ισχυρός άνθρωπος στην κυβέρνηση. Η θέση του Ραούλ Κάστρο ενισχύθηκε όταν έφυγε ο Τσε Γκεβάρα για εκστρατείες για οργάνωση επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου και σκοτώθηκε το 1967. Ο Οσβάλντο Ντορτικός Τοράδο, πρόεδρος της Κούβας από το 1959 μέχρι το 1976, ήταν ηγέτης μόνο κατ' όνομα, χωρίς καμιά εξουσία. Ο Κάστρο εισήγαγε καινούργιο σύνταγμα το 1976 σύμφωνα με το οποίο πρόεδρος έγινε ο ίδιος, παραμένοντας ταυτόχρονα και πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου. Τη δεκαετία του 1970 ο Κάστρο κινήθηκε στη διεθνή σκηνή ως εκπρόσωπος των "αντι-ιμπεριαλιστικών" κυβερνήσεων του Τρίτου Κόσμου. Πιο συγκεκριμένα, παρείχε ανεκτίμητη στρατιωτική βοήθεια σε φιλοσοβιετικές δυνάμεις στην Αγκόλα, την Αιθιοπία, την Υεμένη και άλλες αφρικανικές και μεσανατολικές χώρες. Οι κουβανικές δυνάμεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη νίκη των δυνάμεων του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Αγκόλας στον εμφύλιο πόλεμο της χώρας το 1975. Παρόλο που ήταν οι Σοβιετικοί που πλήρωναν τα έξοδα για αυτή τη δύναμη στρατού, η παρουσία της στην Ανγκόλα ήταν αισθητή στην οικονομία και το ανθρώπινο δυναμικό της Κούβας. Αρνητική ήταν επίσης η συνεχής εξάρτηση της Κούβας από τις εξαγωγές ζάχαρης. Οι Σοβιετικοί αναγκάζονταν να παρέχουν πρόσθετη οικονομική βοήθεια αγοράζοντας όλη την παραγωγή ζάχαρης της Κούβας, παρόλο που η Σοβιετική Ένωση παρήγαγε αρκετό ζαχαροκάλαμο για τις εγχώριες ανάγκες. Σε αντάλλαγμα, οι Σοβιετικοί παρείχαν στην Κούβα όλο το πετρέλαιο που χρειαζόταν, αφού δεν μπορούσε να το εισαγάγει από πουθενά αλλού. Η οικονομική εξάρτηση της Κούβας από τη Σοβιετική Ένωση ενισχύθηκε πολύ από την αποφασιστικότητα του Κάστρο να κτίσει το όραμά του για μια σοσιαλιστική κοινωνία στην Κούβα. Αυτό προϋπόθετε τη δωρεάν παροχή υγείας και εκπαίδευσης για όλους τους πολίτες. Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 οι Σοβιετικοί ήταν πρόθυμοι να επιχορηγήσουν όλα αυτά με αντάλλαγμα έναν στρατηγικό σύμμαχο κάτω από τη μύτη των ΗΠΑ και την αδιαμφισβήτητη προπαγανδιστική αξία που είχε το γόητρο του Κάστρο στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Μέσα στη δεκαετία του 1970 η ικανότητα των ΗΠΑ να κρατούν απομονωμένη την Κούβα είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Η Κούβα αποβλήθηκε από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών το 1962 και για μια δεκαετία ο Οργανισμός ακολούθησε το εμπάργκο, όμως το 1975 ο ΟΑΚ ήρε όλες τις κυρώσεις εναντίον της Κούβας και τόσο το Μεξικό όσο και ο Καναδάς ανέπτυξαν στενότερες σχέσεις με την Κούβα, παρακούοντας τις εκκλήσεις των ΗΠΑ. Και οι δύο χώρες δήλωσαν ότι ήλπιζαν να προωθήσουν, μέσω της συνέχισης των εμπορικών, πολιτισμικών και διπλωματικών επαφών, τη φιλελευθεροποίηση της Κούβας - σε αυτό όμως απογοητεύτηκαν, καθώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε ορατή μείωση της καταπίεσης της αντιπολίτευσης. Ο Κάστρο έπαψε να υποστηρίζει ανοικτά αντάρτικα κινήματα σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, αν και φιλο-καστρικές ομάδες συνέχισαν να πολεμούν τις στρατιωτικές δικτατορίες που τότε κυβερνούσαν τις περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες. Η κοινότητα των Κουβανών εξορίστων στις ΗΠΑ μεγάλωσε σε αριθμό, πλούτο και δύναμη και πολιτικοποιημένα στοιχεία της απέτρεψαν φιλελευθεροποίηση της πολιτκής των ΗΠΑ προς την Κούβα. Παρ' όλα αυτά, οι προσπάθειες των εξορίστων να δημιουργήσουν αντι-καστρικό κίνημα ή επανάσταση μέσα στην ίδια την Κούβα είχαν ελάχιστη επιτυχία. Την Κυριακή, 6 Απριλίου 1980, 7.000 Κουβανοί κατέλαβαν την Πρεσβεία του Περού στην Αβάνα ζητώντας πολιτικό άσυλο. Τη Δευτέρα, 7 Απριλίου, ο Φιδέλ Κάστρο έδωσε άδεια μετανάστευσης σε όσους Κουβανούς είχαν καταφύγει στην Πρεσβεία. Στις 16 Απριλίου 500 Κουβανοί πολίτες έφυγαν από την Πρεσβεία του Περού και πήγαν στην Κόστα Ρίκα. Στις 21 Απριλίου πολλοί άρχισαν να φτάνουν στο Μαϊάμι με ιδιωτικές βάρκες και τους σταμάτησε το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 23 Απριλίου. Η μεταφορά με τις βάρκες συνεχίστηκε όμως, αφού ο Κάστρο επέτρεψε σε όποιον ήθελε να φύγει από τη χώρα να το πράξει μέσω του λιμανιού της Μαριέλ. Συνολικά πάνω από 125.000 Κουβανοί μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι που σταμάτησε η εισροή από βάρκες στις 15 Ιουνίου.

Η Κούβα στη μεταψυχροπολεμική εποχή
Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 ήταν για την Κούβα βαρύτατο οικονομικό πλήγμα. Οδήγησε σε ακόμη ένα ανεξέλεγκτο κύμα μετανάστευσης στις ΗΠΑ το 1994, αλλά σιγά σιγά μειώθηκε σε μόνο μερικές χιλιάδες τον χρόνο κατόπιν συμφωνίας των ΗΠΑ με την Κούβα. Αυξήθηκε ξανά την περίοδο 2004-2006, αν και με πολύ πιο αργό ρυθμό. Η δημοτικότητα του Κάστρο δοκιμάστηκε σκληρά μετά τη Σοβιετική κατάρρευση, η οποία οδήγησε σε διακοπή της βοήθειας, απώλεια μια εγγυημένης αγοράς για την κουβανική ζάχαρη και απώλεια μιας πηγής για φτηνό εισαγόμενο πετρέλαιο. Προκάλεσε επίσης, όπως σε όλες τις κομουνιστικές χώρες, κρίση εμπιστοσύνης σε όσους πίστευαν ότι η Σοβιετική Ένωση έκτιζε με επιτυχία το σοσιαλιστικό μοντέλο που έπρεπε να ακολουθήσουν και οι άλλες χώρες. Στην Κούβα όμως όλα αυτά δεν έπεισαν το Κομουνιστικό Κόμμα ότι ήταν καιρός να παραδοθεί οικειοθελώς η εξουσία. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 η κατάσταση στη χώρα είχε σταθεροποιηθεί. Μέχρι τότε η Κούβα είχε φυσιολογικές - λίγο ή πολύ - οικονομικές σχέσεις με τις περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες και είχε βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία άρχισε να παρέχει βοήθεια και δάνεια στο νησί. Η Κίνα εμφανίστηκε επίσης στο προσκήνιο ως νέα πηγή βοήθειας και στήριξης, παρόλο που η Κούβα τάχθηκε στο πλευρό των Σοβιετικών κατά το Σινο-Σοβιετικό Σχίσμα τη δεκαετία του 1960. Η Κούβα βρήκε επίσης καινούργιους συμμάχους στον πρόεδρο Ούγο Τσάβες της Βενεζουέλας και τον πρόεδρο Έβο Μοράλες της Βολιβίας, χώρες με σημαντική εξαγωγή πετρελαίου και αερίου.

Προσωρινή μεταφορά καθηκόντων
Στις 31 Ιουλίου 2006 ο Φιδέλ Κάστρο παρέδωσε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος του Κρατικού Συμβουλίου, Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, Πρώτος Γραμματέας του Κουβανικού Κομουνιστικού Κόμματος και Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στον αδελφό του και Πρώτο Αντιπρόεδρο, Ραούλ Κάστρο. Αυτή η μεταφορά καθηκόντων χαρακτηρίστηκε ως προσωρινή, ενώ ο Φιδέλ αναρρώνει από εγχείριση στην οποία υποβλήθηκε μετά από συνεχή αιμορραγία του εντέρου. Ο Φιδέλ Κάστρο ήταν πολύ άρρωστος για να παραστεί στους εορτασμούς για την 50ή επέτειο της αποβίβασης από τη βάρκα Γκράνμα στις 2 Δεκεμβρίου 2006, όπου θα γίνονταν - με καθυστέρηση - και οι εορτασμοί για τα ογδοντάχρονα του ιδίου, και τις τελετές διηύθυνε ο Ραούλ Κάστρο. Η μη εμφάνισή του προκάλεσε υποψίες-φήμες ότι ο Κάστρο βρίσκεται στα τελευταία στάδια καρκίνου του στομάχου και αρνείται τη θεραπεία, αν και οι Κουβανοί επίσημοι αρνούνται ότι ο Κάστρο υποφέρει από ανίατη ασθένεια

Νέα εποχή με Ραούλ Κάστρο
Έπειτα από την παραίτηση του Φιντέλ και την επίσημη ανάληψη της προεδρίας από τον αδερφό του Ραούλ, έγιναν διάφορες μεταρρυθμίσεις στη χώρα. To Μάρτιο του 2008 ο Πρόεδρος Ραούλ Κάστρο ανακοίνωσε ότι αίρει ορισμένους από τους περιορισμούς που είχε επιβάλει ο αδελφός του Φιντέλ στις ξενόφερτες πολυτέλειες, σε μια προσπάθεια να διαφυλάξει την οικονομική ισότητα στην κομμουνιστική χώρα. Ως αποτέλεσμα αυτού, χιλιάδες Κουβανοί έσπευσαν να αποκτήσουν για πρώτη φορά νόμιμα κινητά τηλέφωνα και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές.

Εκλογές
Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 16 ετών και άνω.

Πρόεδρος 2008
Στις 24 Φεβρουαρίου του 2008 εξελέγη Πρόεδρος ο μοναδικός υποψήφιος, Ραούλ Κάστρο, αδερφός του Φιντέλ Κάστρο. Υπήρχε αβεβαιότητα για το αν θα ήταν ξανά υποψήφιος για το αξίωμα ο ασθενής ηγέτης Φιντέλ Κάστροκαι στις 19 Φεβρουαρίου ο Φιντέλ ανακοίνωσε την απόσυρσή του και ότι δε θα διεκδικούσε άλλη προεδρική θητεία. Ομόφωνα εξελέγη ο ως τότε πρώτος αντιπρόεδρος, Ραούλ, στις 24 Φεβρουαρίου του 2008. Πρώτος αντιπρόεδρος εξελέγη ο Χοσέ Ραμόν Ματσάδο Βεντούραδιαψεύδοντας τις φήμες που έφεραν κάποιον νεότερης ηλικίας στο αξίωμα.

Η Κούβα είναι ένα αρχιπέλαγος νησιών που βρίσκονται στην Καραϊβική Θάλασσα, με γεωγραφικές συντεταγμένες 21°3N, 80°00W. Το κύριο νησί είναι η Κούβα, το οποίο περιβάλλεται από τέσσερις κύριες συστάδες νησιών. Αυτές είναι τα Κολοράδος, τα Καμαγουέι, τα Χαρδίνες ντε λα Ρέινα και τα Καναρέος. Το κύριο νησί της Κούβας αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης της χώρας (105,006 χλμ² ή 40,543 τετρ. μίλια) και είναι το 17ο μεγαλύτερο σε έκταση νησί στον κόσμο. Το δεύτερο μεγαλύτερο σε έκταση νησί της χώρας είναι η Ίσλα δε λα Χουβεντούδ (Νησί της Νιότης) στα νοτιοδυτικά, με έκταση 3,056 χλμ² (1,180 τετρ. μίλια). Η Κούβα έχει συνολική έκταση 110,860 χλμ². Το κύριο νησί αποτελείται πρωτίστως από πεδιάδες. Στα νοτιοανατολικά είναι η Σιέρρα Μαέστρα, μια οροσειρά με απότομα βουνά, όπου το πιο ψηλό σημείο είναι το Πίκο Ρεάλ δελ Τουρκίνο στα 2,005 μέτρα (6,578 πόδια).

Το κλίμα είναι τροπικό, αν και μετριάζεται από ανέμους. Σε γενικές γραμμές (με τοπικές διαφοροποιήσεις), από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο είναι η ξηρή εποχή, και από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο η πιο βροχερή εποχή. Η μέση θερμοκρασία είναι 21 °C τον Ιανουάριο και 27 °C τον Ιούλιο. Η Κούβα πλήττεται από καταιγίδες, οι οποίες είναι πιο συχνές τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο. Η Αβάνα είναι η μεγαλύτερη πόλη και η πρωτεύουσα. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι το Σαντιάγο ντε Κούβα και το Καμαγουέι. Μικρότερες γνωστές πόλεις είναι το Μπαρακόα (η πρώτη ισπανική αποικία στην Κούβα), το Τρινιδάδ (παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO) και το Μπαγιάμο.

Σύμφωνα με το World Factbook της CIA, ο πληθυσμός της Κούβας είναι 51% μιγάδες, 37% λευκοί, 11% μαύροι και 1% Κινέζοι. Μελέτες του DNA δείχνουν ότι η συνεισφορά των ιθαγενών Ταΐνος στο σύνολο του πληθυσμού μπορεί αν είναι πιο σημαντική από ό,τι πιστευόταν παλαιότερα. Από την άλλη, σύμφωνα με το Εθνικό Γραφείο Στατιστικής της κουβανικής κυβέρνησης, σύμφωνα με απογραφή πληθυσμού που έγινε το 2002, ο πληθυσμός της χώρας έχει ως ακολούθως:
Συνολικός πληθυσμός: 11,177,743
Άνδρες: 5,597,233 Γυναίκες: 5,580,510
Λευκοί: 7,271,926 Μαύροι: 1,126,894 Μιγάδες: 2,778,923
Ο κινεζικός πληθυσμός στην Κούβα προέρχεται κυρίως από τους εργάτες που έφτασαν τον 19ο αιώνα για να κτίσουν το σιδηροδρομικό δίκτυο και να εργαστούν στα μεταλλεία. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2009 τα 77,45 χρόνια (75,19 χρόνια οι άνδρες και 79,85 οι γυναίκες). Η κουβανική κυβέρνηση ελέγχει την εγκατάσταση ανθρώπων στην Αβάνα, με το σκεπτικό ότι η μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας (στην οποία μένει σχεδόν το 20% του πληθυσμού της χώρας) δεν έχει την κατάλληλη αστική υποδομή (γη, νερό, ηλεκτρισμός, μεταφορές) για να δεχτεί τόσο πολύ κόσμο. Υπάρχει εσωτερική μετανάστευση στην Αβάνα, κυρίως από την ανατολική Κούβα (οι μετανάστες αυτοί αποκαλούνται "Palestinos" - Παλαιστίνιοι). Στην Κούβα υπάρχει επίσης πλήθος μη Κουβανών αγνώστου μεγέθους. Υπάρχουν αρκετές χιλιάδες Βορειοαφρικανοί έφηβοι, αλλά και πιο νεαροί, οι οποίοι περνούν από στρατιωτική εκπαίδευση. Η γεννητικότητα στην Κούβα (11.6 γεννήσεις για κάθε 1.000 κατοίκους το 2003) είναι μια από τις χαμηλότερες στο δυτικό ημισφαίριο. Ο πληθυσμός της χώρας έχει αυξηθεί από 7 εκατομμύρια το 1961 σε πέραν των 11 σήμερα, αλλά ο ρυθμός αύξησης έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Η μείωση του ρυθμού γονιμότητας - από 3,5 παιδιά η κάθε γυναίκα το 1970 σε 1,5 το 1992 - είναι η μεγαλύτερη στο δυτικό ημισφαίριο, με μόνο τη Γουαδελούπη και την Τζαμάικα να δείχνουν μεγαλύτερη πτώση. Στην Κούβα επιτρέπονται οι αμβλώσεις, οι οποίες ήταν 58,6 για κάθε 1000 εγκυμοσύνες το 1996, σε σύγκριση με 35 που ήταν ο μέσος όρος στην Καραϊβική, 27 στη Λατινική Αμερική και 48 στην Ευρώπη. Επιπλέον, η χρήση προφυλάξεων υπολογίζεται στο 79% (στο ανώτερο ένα τρίτο των χωρών του δυτικού ημισφαιρίου). Η μετανάστευση από και προς την Κούβα είχε αισθητό αντίκτυπο στη χώρα τον 20ό αιώνα. Από το 1900 μέχρι το 1930 έφτασαν σχεδόν ένα εκατομμύριο μετανάστες από την Ισπανία. Από το 1959 και μετά περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Κουβανοί εγκατέλειψαν το νησί, πηγαίνοντας κυρίως στο Μαϊάμι, όπου μια ισχυρή, μορφωμένη και οικονομικά δυνατή εξόριστη κοινότητα υπάρχει σήμερα. Το κύμα φυγής που παρατηρήθηκε αμέσως μετά την επανάσταση στην Κούβα αφορούσε κυρίως τη μεσαία και ψηλή κοινωνική τάξη, η οποία ήταν ως επί το πλείστον λευκοί, κάτι που συνέβαλε σε αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα με αλλαγές στη γεννητικότητα και τη φυλετική ταύτιση μεταξύ των διαφόρων εθνοτικών ομάδων. Σε μια προσπάθεια ομαλοποίησης της μετανάστευσης μεταξύ των δύο χωρών - ιδιαίτερα μετά τη μαζική έξοδο από τη Μαριέλ - η Κούβα και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν το 1994 στη μείωση της μετανάστευσης προς τις ΗΠΑ (συμφωνία Κλίντον-Κάστρο του 1994). Βάσει της συμφωνίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες δίνουν συγκεκριμένο αριθμό θεωρήσεων διαβατηρίου (βίζα) σε Κουβανούς που επιθυμούν να μεταναστεύσουν (20.000 από το 1994), ενώ όσοι συλληφθούν στη θάλασσα προσπαθώντας να εισέλθουν στις ΗΠΑ χωρίς άδεια επιστρέφονται στην Κούβα. Ο αμερικανικός νόμος δίνει στον Γενικό Εισαγγελέα τη δυνατότητα να δώσει άδεια μόνιμης παραμονής σε άτομα κουβανικής προέλευσης ή υπηκοότητας που επιθυμούν διευθέτηση του στάτους τους αν έχουν παραμείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους μετά την αποδοχή ή αποφυλάκισή τους και πληρούν τις προϋποθέσεις για να γινούν δεκτοί στη χώρα ως μετανάστες· οι αποδράσεις αυτές είναι πολύ συχνά τολμηρές και εφευρετικές. Ο αριθμός των Κουβανών που φεύγουν μέσω θαλάσσης εξακολουθεί να είναι γύρω στους 2.000 τον χρόνο, αλλά υπάρχει μια αυξητική τάση. Το 2005 άλλοι 7.610 Κουβανοί μπήκαν στις ΗΠΑ από τα "νότια σύνορα μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου". Σύμφωνα με την εφημερίδα Miami Herald, "Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, η Κούβα απαιτεί από τους πολίτες της να αποκτήσουν άδεια εξόδου για να φύγουν από τη χώρα. Υπάρχουν 533 Κουβανοί με βίζα από τις ΗΠΑ στους οποίους δεν επιτρέπεται να φύγουν". Η οργάνωση Human Rights Watch έχει επικρίνει τους περιορισμούς στη μετανάστευση που βάζει η κουβανική κυβέρνηση και το γεγονός ότι συχνά δεν επιτρέπει σε Κουβανούς που ταξιδεύουν να πάρουν μαζί τους τα παιδιά τους για να τους αποτρέψει από το να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Λόγω του μακρόστενου σχήματος της Κούβας οι χερσαίες συγκοινωνίες εκτίνονται από ανατολικά προς δυτικά. Το σιδηροδρομικό δίκτυο επίσης συνδεέι κάθε άκρο της χώρας. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.