Πληροφορίες για: Ονδούρα

Περιγραφή

Κράτος της Κεντρικής Αμερικής, με έκταση 112.090 τ. χλμ. και πληθυσμό 6.560.608 κατ. (εκτίμηση 2002). Εκτείνεται σε πλάτος 13° -16° 30΄ Β και μήκος 83° - 89° 41΄Δ. Βόρεια βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα, νοτιοανατολικά συνορεύει με τη Νικαράγουα και βρέχεται από τον Ειρηνικό ωκεανό, δυτικά συνορεύει με τη Γουατεμάλα και το Ελ Σαλβαντόρ. Είναι η δεύτερη σε έκταση χώρα της Κεντρικής Αμερικής, μετά τη Νικαράγουα. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η Τεγκουσιγκάλπα με πληθυσμό 670.000 κατοίκους. Στην Ονδούρα ανήκει και η ομάδα των νησιών Μπαΐα στην Καραϊβική, απέναντι από τις βόρειες ακτές της χώρας.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Πριν από την έλευση των Ισπανών αποίκων στη χώρα άκμασε ο πολιτισμός των Ινδιάνων Μάγια, που είχαν κέντρο τους την πόλη Κοπάν, στο δυτικό τμήμα της Ονδούρας. Το 1502 ο Κολόμβος στο τέταρτο ταξίδι του ήρθε για πρώτη φορά σ` επαφή με τη χώρα της Ονδούρας και τους κατοίκους της. Τα χρόνια 1523-24 και 1537-39 ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της χώρας από τους Ισπανούς, όταν ο Ισπανός Φρανσίσκο ντε Μοντέχο σκότωσε τον αρχηγό των ιθαγενών Λεμπίρα. Κατά τη διάρκεια της ισπανικής κυριαρχίας η Ονδούρα αποτέλεσε τμήμα της Γενικής Διοίκησης της Γουατεμάλας. Την περίοδο αυτή η χώρα είχε γνωρίσει κάποια οικονομική άνθηση. Επίσης συνέβησαν φυλετικές επιμειξίες ανάμεσα στους ντόπιους κατοίκους και στους Ευρωπαίους κατακτητές, από τις οποίες προέκυψε ο σημερινός πληθυσμός της χώρας. Το 1821 η χώρα απελευθερώθηκε από την ισπανική κυριαρχία, δεν έγινε όμως αμέσως ανεξάρτητο κράτος, αλλά αρχικά (1821-23) αποτέλεσε τμήμα της μεξικανικής αυτοκρατορίας του Ιτούρμπιντε και αργότερα (1824) μέλος των Ενωμένων Επαρχιών της Κεντρικής Αμερικής. Τελικά η Ονδούρα απέκτησε πλήρη ανεξαρτησία το 1838 και το πρώτο σύνταγμα της χώρας συντάχθηκε το 1839. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν πολλές εμφύλιες ταραχές μεταξύ των οπαδών του Συντηρητικού και του Φιλελεύθερου Κόμματος.


Ο 20ός αιώνας
Στις αρχές του αιώνα οι Η.Π.Α. επενέβησαν δύο φορές με αποβάσεις πεζοναυτών στα εσωτερικά της χώρας (1903, 1923). Τον Αύγουστο του 1969 δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις της χώρας με το Ελ Σαλβαδόρ, όταν η Ονδούρα δέχτηκε επίθεση από το γειτονικό κράτος. Τελικά, τα στρατεύματα του Ελ Σαλβαδόρ αποσύρθηκαν, όμως υπήρξαν περίπου χίλιοι νεκροί και από τις δύο χώρες και πολλοί άστεγοι. Φορέας εξουσίας σε όλο σχεδόν το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ήταν το Εθνικό Κόμμα (πρώην Συντηρητικό), το οποίο ασκούσε αυταρχική πολιτική. Η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά με την άνοδο του φιλελεύθερου Ραμόν Βιλιέντα Μοράλες στην εξουσία, που κυβέρνησε τη χώρα την περίοδο 1957-63 και παραχώρησε σημαντικές ελευθερίες. Ωστόσο με τη βίαιη ανατροπή του άρχισε μια νέα εποχή αυταρχισμού και στρατοκρατίας για την Ονδούρα. Το 1971 ο Ραμόν Ερνέστο Κρουζ εκλέχτηκε πρόεδρος της χώρας στις πρώτες ελεύθερες εκλογές από το 1949, αλλά ανατράπηκε από τον Λόπεζ. Ο ίδιος ο Λόπεζ ανατράπηκε το 1975 με πραξικόπημα από τους στρατιωτικούς. Η κοινοβουλευτική τάξη αποκαταστάθηκε το 1980-81 και από τότε εναλλάσσονται στην εξουσία το Εθνικό και το Φιλελεύθερο Κόμμα. Το 1988 δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις της Ονδούρας με τη γειτονική Νικαράγουα, όταν στρατιωτικές δυνάμεις της Νικαράγουα επιτέθηκαν σε αντάρτες "Κόντρας" στο έδαφος της Ονδούρας (στη δεκαετία του `80 η Ονδούρα είχε γίνει κύρια βάση των ανταρτών της Νικαράγουα "Κόντρας"). Οι Η.Π.Α. ενίσχυσαν την Ονδούρα με έμψυχο υλικό και πολεμοφόδια. Τελικά αποφεύχθηκε η πολεμική σύγκρουση και τα προβλήματα αμβλύνθηκαν με διαπραγματεύσεις.

Το πολίτευμα της Ονδούρας είναι προεδρική δημοκρατία. Οι δημοκρατικοί θεσμοί σταθεροποιήθηκαν στη χώρα μετά το 1980. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, που εκλέγεται με γενικές εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια. Ο ίδιος ασκεί και τα καθήκοντα του πρωθυπουργού και είναι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας. Τη νομοθετική εξουσία ασκεί η Εθνική Συνέλευση, που αποτελείται από 128 μέλη και εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια με γενικές εκλογές. Στην Ονδούρα ισχύει το σύνταγμα που είχε θεσπιστεί το 1982. Δικαίωμα ψήφου στη χώρα έχουν οι άνδρες και οι γυναίκες που έχουν συμπληρώσει τα δεκαοκτώ τους χρόνια. Στη χώρα κυριαρχεί δικομματικό σύστημα. Τα δύο μεγάλα κόμματα, το Φιλελεύθερο Κόμμα και το Εθνικό Κόμμα (πρώην Συντηρητικό), εναλλάσσονται στην άσκηση της εξουσίας. Ο στρατός επηρεάζει την πολιτική ζωή της χώρας. Το Εθνικό Κόμμα, εξάλλου, έχει ιδιαίτερες διασυνδέσεις με στρατιωτικούς. Επίσης λειτουργεί το Ανώτατο Συμβούλιο Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) όσον αφορά την επιλογή των υποψήφιων βουλευτών.

Από άποψη μορφολογίας του εδάφους η χώρα μπορεί να χωριστεί σε τρεις μεγάλες ζώνες: α) τη βόρεια ακτή, που βρέχεται από την Καραϊβική και εκτείνεται σε μήκος 640 χιλιόμετρα, β) την κεντρική ορεινή περιοχή, όπου δεσπόζουν μεγάλες οροσειρές που ξεκινούν από το Μεξικό, και γ) τη νότια ακτή, που έχει μήκος 64 χιλιόμετρα και βρέχεται από τον Ειρηνικό. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος της χώρας (περίπου τα 3/4) είναι ορεινές εκτάσεις. Πεδιάδες σχηματίζονται κοντά στις ακτές και στις κοιλάδες των ποταμών. Ξεχωρίζουν η κοιλάδα του ποταμού Τσολουτέκα στο νότο και οι κοιλάδες των ποταμών Ουλούα, Αγκουάν και Πατούκα στο βορρά. Τα βουνά της Ονδούρας έχουν ηφαιστειακή προέλευση, δεν προκαλούν ωστόσο επικίνδυνες εκρήξεις. Το ψηλότερο από αυτά είναι το Εσπίριτου Σάντου, που έχει υψόμετρο 3.000 μέτρα. Στη νότια ακτή σχηματίζεται ο κόλπος Φονσέκα, όπου βρίσκεται το σημαντικό λιμάνι Αμαπάλα. Η βόρεια ακτή διακρίνεται στο δυτικό τμήμα, όπου βρίσκονται μεγάλες πόλεις, όπως η Λα Σέιμπα και το Πουέρτο Κορτές, και στο ανατολικό, το οποίο ονομάζεται και ακτή Μοσκίτος, και όπου σχηματίζονται αρκετές λιμνοθάλασσες, με πιο σημαντική την Καρατάσκα.

ο κλίμα της Ονδούρας είναι τροπικό, με κύρια χαρακτηριστικά τις υψηλές θερμοκρασίες, την υγρασία και τις πολλές βροχές. Στο εσωτερικό ορεινό τμήμα της χώρας το κλίμα είναι πιο εύκρατο και πιο ξερό από αυτό των παράκτιων περιοχών. Στις ακτές η ετήσια μέση θερμοκρασία είναι περίπου 27°C, ενώ στην περιοχή της πρωτεύουσας στο κέντρο η αντίστοιχη θερμοκρασία είναι 21°C. Στις παράκτιες περιοχές οι βροχοπτώσεις φτάνουν περίπου τα 2.540 mm και οι περισσότερες βροχές πέφτουν τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Στο εσωτερικό της χώρας ο δείκτης των βροχοπτώσεων αγγίζει τα 1.016 mm και η πιο βροχερή περίοδος είναι οι μήνες από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο. Από άποψη κλιματικών συνθηκών η πιο κατάλληλη περιοχή για διαβίωση είναι η περιοχή του κέντρου.

Ο πληθυσμός της Ονδούρας είναι 6.560.608 κάτοικοι (εκτίμηση 2002) και η πυκνότητα 58,5 άτομα ανά τ. χλμ. Το 42,9% του πληθυσμού ζει στα αστικά κέντρα, ενώ το υπόλοιπο 57,1% σε επαρχιακές αγροτικές περιοχές. Ο μέσος όρος ζωής είναι τα 70,51 χρόνια για τις γυναίκες και τα 67,11 για τους άνδρες. Το 2002 η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού παρουσίαζε τα εξής ποσοστά: 41,8% ήταν παιδιά μέχρι 14 ετών, 54,6% ήταν από 15-64 ετών και μόνο το 3,6% των κατοίκων ήταν από 65 ετών και πάνω. Το 2002 μετρήθηκαν 30 θάνατοι σε 1000 γεννήσεις. Παρά το αυξημένο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, η αύξηση του συνολικού πληθυσμού είναι συνεχής και γοργή, με ποσοστό 2,34% (2002).

Το οδικό δίκτυο της Ονδούρας έχει μήκος 15.400 χλμ. (2000) και συνδέει κυρίως την πρωτεύουσα Τεγκουσιγκάλπα με τις άλλες πόλεις. Το λεωφορείο είναι το βασικό μέσο μεταφοράς των κατοίκων, αφού δεν υπάρχουν πολλά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης. Το συνολικό μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου είναι 595 χλμ. (2000). Στη χώρα λειτουργούν οκτώ αεροδρόμια, με μεγαλύτερο αυτό της πρωτεύουσας. Τα δύο μεγαλύτερα λιμάνια του κράτους βρίσκονται στην Καραϊβική και είναι το Πουέρτο Κορτές και η Λα Σέιμπα. Πλωτός είναι ο ποταμός Ουλούα στο βορρά.
Το 2001 αντιστοιχούσαν 1 τηλέφωνο ανά 28 άτομα, 1 ραδιόφωνο ανά 2,6 άτομα και λειτουργούσαν 294 ραδιοφωνικοί σταθμοί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αναλογούσαν στη χώρα 1 τηλεόραση ανά 11,5 άτομα και λειτουργούσαν 28 τηλεοπτικά κανάλια.