Πληροφορίες για: Σρι Λάνκα

Περιγραφή

Ανεξάρτητο νησιωτικό κράτος του Ινδικού ωκεανού, που χωρίζεται από τις νοτιοανατολικές ακτές της Ινδικής xερσονήσου με τον κόλπο Μανάρ και τον πορθμό Παλκ. Εκτός από την ομώνυμη μεγαλόνησο, στη Σρι Λάνκα ανήκουν διάφορες νησίδες και κοραλλιογενείς σκόπελοι (Μανάρ, Ντελφτ κ.ά.), που βρίσκονται μεταξύ του κόλπου Μανάρ και του θαλάσσιου στενού Παλκ, εκτείνονται προς την πλευρά της Ινδίας και ονομάζονται Γέφυρα του Αδάμ. Η συνολική έκτασή της είναι 65.628 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 19.576.783 κατοίκους (2002).
Η Σρι Λάνκα βρίσκεται πολύ κοντά στο νότιο άκρο της χερσονήσου Ντεκάν (νοτιοανατολική Ινδική χερσόνησος) από την οποία χωρίζεται από τον πορθμό Παλκ πλάτους 35 χλμ. Εκτείνεται ανάμεσα στις 5° 55΄ ως 9° 50΄ βόρειο γεωγραφικό πλάτος και 79° 42΄ ως 81° 52΄ ανατολικό γεωγραφικό μήκος.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Το νησί κατοικήθηκε τουλάχιστον από τη 10η περίπου π.Χ. χιλιετία, ενώ οι πρώτοι Άριοι μετανάστες από την Ινδία έφτασαν στο νησί τον 5ο π.Χ. αιώνα. Τον 3ο π.Χ. αιώνα για πρώτη φορά εμφανίστηκε η Κεϋλάνη ως ενιαίο βασίλειο. Τον ίδιο αιώνα (3ο π.Χ. αιώνα) ο βουδισμός εισήχθη στη χώρα με πρώτη την πρωτεύουσα Ανουραντχαπούρα, που ακολούθησε τη νέα θρησκεία. Στα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα η μοναρχία της Ανουραντχαπούρα ανατράπηκε από ένα βασιλιά της δυναστείας Κόλα. Το 1070 το νησί ανακαταλήφθηκε από έναν πρίγκιπα Σινγκαλέζο. Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Σινγκαλέζοι μετακινήθηκαν προς το νότιο τμήμα του νησιού, ενώ οι Ταμίλ ίδρυσαν ένα ανεξάρτητο βασίλειο στο βορρά, στη Τζάφνα, που διήρκησε από το 14ο ως το 16ο αιώνα. Τον αιώνα αυτό (16ος αιώνας) οι Πορτογάλοι κατέλαβαν την περιοχή, όπου τώρα βρίσκεται το Κολόμπο και προσπάθησαν να εκχριστιανίσουν το λαό, όμως οι βασιλείς του Κάντι τους εξεδίωξαν το 1656 με τη βοήθεια των Ολλανδών. Το 1796 οι Βρετανοί προσάρτησαν το νησί και το 1815 κατέλαβαν την Κάντι και ανέπτυξαν την αγροτική οικονομία με την εισαγωγή καλλιέργειας φυτών σε φυτείες καφέ, τσαγιού.

Ο 20ός αιώνας
Το 1931 το Λονδίνο προσέφερε στην Κεϋλάνη καθεστώς εσωτερικής αυτονομίας και στις 4 Φεβρουαρίου 1948 η χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία. Η περίοδος από το 1948 ως το 1958 χαρακτηρίζεται από τη διαδοχή στην εξουσία συντηρητικών κυβερνήσεων· από το 1948 ως το 1952 στην εξουσία ήταν ο Ντ. Σ. Σεναναγιάκε, τον οποίο διαδέχτηκε ο γιος του Ντάντλεϋ Σεναναγιάκε για ένα χρόνο (1952-1953) και ακολούθησε ο Τζ. Κοτελαγουάλα για μια τριετία (1953-1956).
Την περίοδο από το 1956 ως το 1965 τη χώρα κυβερνούσε η αριστερά, πρώτα με αρχηγό της τον Σόλομον Μπανταρανάικε και κατόπιν, μετά τη δολοφονία του από βουδιστή εξτρεμιστή το 1959, με τη χήρα του Σιριμάβο Μπανταρανάικε. Την πενταετία 1965 ως 1970 ο Ντάντλεϊ Σεναναγιάκε επανήλθε στην εξουσία και τον διαδέχτηκε η Σιριμάβο Μπανταρανάικε για την επταετία από το 1970 ως το 1977. Ήδη από το 1972 η Κεϋλάνη, αφού εγκατέλειψε την εξάρτησή της και έσπασε τους δεσμούς της από το Ηνωμένο Βασίλειο, έλαβε την ονομασία Σρι Λάνκα. Το 1974 οι οργανώσεις των Ταμίλ εξεγέρθηκαν με σκοπό τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους. Το 1977 ο συντηρητικός Τζ. Ρ. Τζαγιαβαρντένε ανέλαβε το πρωθυπουργικό αξίωμα και το 1978 που εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας τον διαδέχτηκε στον πρωθυπουργικό θώκο ο Ρανασίνγκε Πρεμαντάσα.
Από το 1983 οι συνεχείς συρράξεις μεταξύ σινγκαλέζικων στρατιωτικών σωμάτων και επαναστατών Ταμίλ απειλούν την ενότητα της χώρας. Το 1989 ο Ρ. Πρεμαντάσα εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας. Την τριετία 1987-1990 ινδικά στρατεύματα αναμείχθηκαν στην εμφύλια διαμάχη μεταξύ Σινγκαλέζων και Ταμίλ υπέρ των πρώτων όμως η διαμάχη για την ανεξαρτησία των Ταμίλ δεν μπόρεσε να τερματιστεί. Το 1993 ο Ρ. Πρεμαντάσα δολοφονήθηκε και τον διαδέχτηκε στην προεδρία ο Ντιντζιρί Μπάντα Βιγιετούνγκα. Το 1994 η Τσαντρίκα Κουμαρατούνγκα εκλέχτηκε στο αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας (ήταν αρχηγός της αριστερής αντιπολίτευσης) και πρωθυπουργός ανέλαβε η μητέρα της Σ. Μπανταρανάικε. Το 1995 επιτεύχθηκε μια κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους αυτονομιστές επαναστάτες Ταμίλ, οι οποίοι διέκοψαν την ανακωχή και δέχτηκαν μια τεράστια επίθεση, που τον Δεκέμβριο κατέληξε στην κατάληψη της Τζάφνα από μέρους των Σινγκαλέζων.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Το 1997 οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων πλευρών συνεχίζονταν. Το αξίωμα της προέδρου της Δημοκρατίας διατηρεί από τις 12 Νοεμβρίου 1994 η Τσαντρίκα Μπανταρανάικε Κουμαρατούνγκα.

Το σχήμα του νησιού Σρι Λάνκα μοιάζει με σταγόνα ή αχλάδι με μήκος 435 χλμ. και μέγιστο πλάτος 225 χλμ. Στο νότιο τμήμα του νησιού εκτείνεται ο βραχώδης βραχίονας της "Γέφυρας του Αδάμ", ο οποίος κατά τη διάρκεια της άμπωτης είναι βατός και διευκολύνει τη συγκοινωνία της μεγαλονήσου με την ασιατική ήπειρο (νοτιοανατολική Ινδία). Μορφολογικά διαιρείται σε τέσσερις περιοχές: στη βόρεια περιοχή, στην ανατολική, στη νοτιοδυτική και στην κεντρική.
Η βόρεια περιοχή αποτελεί την άκρη στο σχήμα σταγόνας του νησιού, χαρακτηρίζεται από βαθύπεδα με επίπεδες και πλατιές πεδιάδες με λιγοστά υψώματα και μεμονωμένους λόφους. Στο βορειότατο άκρο της καταλήγει στην ασβεστολιθικής προέλευσης Χερσόνησο, της Τζάφνα, που είναι στραμμένη προς το βορρά και συνδέεται με την ανάπτυξη υφάλου με κοραλλιογενή σύσταση.
Η ανατολική περιοχή του νησιού είναι μια επίπεδη πεδιάδα, την ομαλότητα της οποίας διακόπτουν μεμονωμένοι λόφοι.
Η νοτιοδυτική περιοχή χαρακτηρίζεται από παράλληλες πεδιάδες, που διαρρέονται από ποτάμια και αρκετά βουνά της οροσειράς Ρακουάνα, που εκτείνονται κατά κύριο λόγο στην κεντρική Σρι Λάνκα.
Η κεντρική περιοχή παρουσιάζει τα σημαντικότερα υψίπεδα του νησιού με μέσο υψόμετρο 1500 μέτρων. Επίσης συναντώνται οροπέδια, βαθιές κοιλάδες, που σχηματίζονται από τη ροή των ποταμών, στενά φαράγγια και ψηλά όρη, από τα οποία το ψηλότερο με κορυφή την Πιντουρουταλάγκαλα ανέρχεται στα 2.524 μέτρα. Ακολουθούν νοτιότερα τα όρη Κιριγκαλπότα (2.420 μ.) και Τοταπελακάνδα (2.340 μ.). Στα νοτιοδυτικά υψώνεται το όρος της Κορυφής του Αδάμ (2.243 μ.), που αποτελεί το κέντρο της ορεινής περιοχής και παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα στο πάνω μέρος του να εμφανίζεται μια κοιλότητα σε σχήμα αποτυπώματος ποδιού. Η κοιλότητα αυτή έχει κάνει την Κορυφή του Αδάμ την πιο γνωστή στη χώρα και προκαλεί έντονες διαφωνίες ανάμεσα στους μουσουλμάνους, ινδουιστές και βουδιστές κατοίκους της Σρι Λάνκα, που την αποδίδουν στον Αδάμ, στο Σίβα και στο Βούδα αντίστοιχα. Λίγο χαμηλότερο είναι το όρος Ναμουνουκούλι ύψους 2.033 μ. με πλαγιές απότομες, που διαρρέονται από ποταμούς, οι οποίοι κατεβαίνοντας σχηματίζουν εντυπωσιακούς καταρράκτες.
Η νότια παρυφή των κεντρικών υψιπέδων σχηματίζεται από έναν μακρόστενο γκρεμό με ανατολικοδυτική διεύθυνση, που σε κάποιο σημείο του παίρνει την ονομασία "Τέλος του Κόσμου" και κατεβαίνει κάθετα σε ύψος 1.515 μέτρων περίπου.

Το κλίμα της Σρι Λάνκα είναι ισημερινό με άφθονες βροχές μουσωνικού τύπου, που οφείλονται στη γεωγραφική της θέση (βόρειο πλάτος μεταξύ 6° και 10°). Καθ` όλη τη διάρκεια του χρόνου σημειώνονται υψηλές θερμοκρασίες (στην πρωτεύουσα Κολόμπο η μέση ετήσια θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω από τους 27°C). Η θερμοκρασία μειώνεται κοντά στις ακτές, ενώ αυξάνεται στην ενδοχώρα και επηρεάζεται από το υψόμετρο. Το μεγάλο υψόμετρο μεγιστοποιεί τη θερμοκρασία. Ενδεικτικά η μέση θερμοκρασία τον Ιανουάριο είναι 26,5°C στο Κολόμπο, 26°C στο Τρινκομάλι και 15°C στο εσωτερικό της ορεινής περιοχής, στη Νουβάρα Ελίγια, ενώ η μέση θερμοκρασία του Ιουλίου είναι 27,5°C, 30°C και 15,7°C στις αντίστοιχες πόλεις και περιοχές. Το χαρακτηριστικό του κλίματος του νησιού είναι ότι δεν παρουσιάζονται ποτέ περίοδοι ξηρασίας, αντίθετα οι βροχές είναι άφθονες, κυρίως στο δυτικό τμήμα του νησιού και στις ορεινές περιοχές, ενώ μειώνονται στην ανατολική Σρι Λάνκα. Οι βροχεροί νοτιοδυτικοί μουσώνες, που πνέουν από τον Μάιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο στο δυτικό μέρος τη χώρας, αυξάνουν τις βροχοπτώσεις από 2.250 χλστ. στις ακτές, (στο Κολόμπο το ετήσιο ύψος βροχής φτάνει τα 2.500 χλστ.) ως 4.000 - 5.000 χλστ. στις κορυφές των βουνών. Πολύ μικρότερο ετήσιο ύψος βροχής σημειώνεται στη βόρεια και ανατολική ζώνη, στην οποία πνέουν από τον Νοέμβριο ως τον Ιανουάριο ξεροί βορειοανατολικοί μουσώνες. Στις περιοχές αυτές αραιές βροχές πέφτουν κυρίως το φθινόπωρο. Ενδεικτικά στο Τρινκομάλι οι ετήσιες βροχοπτώσεις φτάνουν τα 1600 χλστ.

Το 2002 ο πληθυσμός υπολογίστηκε σε 19.576.783 κατοίκους με πυκνότητα από τις πιο υψηλές στην Ασία, 283 κάτ. ανά τ. χλμ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 23% περίπου του συνολικού πληθυσμού κατοικούσε στα αστικά κέντρα και το 77% σε κώμες και χωριά. Γενικά, τα δημογραφικά στοιχεία της Σρι Λάνκα δεν παρουσιάζουν υπερβολική αύξηση του πληθυσμού, παρόλο που πρόκειται για τριτοκοσμική χώρα. Το 2002 η αύξηση του πληθυσμού ανήλθε στο 0,85% με ποσοστό γεννητικότητας 1,63%, θνησιμότητας 0,64% και βρεφικής θνησιμότητας 1,56%, δείκτες που αποδεικνύουν σταθερή και σχετικά ελεγχόμενη αύξηση πληθυσμού. Την ίδια χρονιά επίσης ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων ήταν αρκετά υψηλός: 72,35 χρόνια, 75 για τις γυναίκες και με σημαντική απόκλιση 69,83 χρόνια για τους άνδρες. Το 25,6% των κατοίκων δεν ξεπερνούσε τα 15 έτη, το 67,7% είχαν ηλικία από 15 ως 64 έτη και το 6,7% υπερέβαινε το 65ο έτος.

Το 2001 το οδικό δίκτυο της χώρας μετρούσε 11.285 χλμ. και η κατάστασή του ήταν μάλλον κακή, αφού στο μεγαλύτερο μέρος του αποτελούνταν από χωματόδρομους. Οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι περιορίζονται στο συγκοινωνιακό δίκτυο, που συνδέει τα μεγάλα αστικά κέντρα μεταξύ τους. Την ίδια χρονιά (2001) το σιδηροδρομικό δίκτυο ανερχόταν στα 1.463 χλμ. Τα πιο σημαντικά λιμάνια της πόλης είναι το Κολόμπο, με τη μεγαλύτερη διακίνηση εμπορευμάτων, το Τρινκομάλι και το Γκάλλε. Το μοναδικό διεθνές αεροδρόμιο της χώρας, το Κατουναγιάκε στο Κολόμπο, εξυπηρετεί τον εθνικό αερομεταφορέα, την εταιρεία Air Lanka. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 αναλογούσε ένας τηλεοπτικός δέκτης σε 26 άτομα, ένα ραδιόφωνο σε 5,4 άτομα και μια τηλεφωνικά γραμμή σε 111 άτομα. Κυκλοφορούσαν 9 εφημερίδες ημερησίως, οι 3 ήταν στην αγγλική, οι 2 στη γλώσσα ταμίλ και οι 2 στη σινγκάλα.