Πληροφορίες για: Βέλγιο

Περιγραφή

Το Βασίλειο του Βελγίου (Ολλανδικά: Koninkrijk België, Γαλλικά: Royaume de Belgique, Γερμανικά: Königreich Belgien) είναι χώρα στην βορειοδυτική Ευρώπη και συνορεύει με την Ολλανδία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία. Έχει πληθυσμό πάνω από δέκα εκατομμύρια κατοίκους σε μια έκταση 30.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Βρίσκεται στα πολιτιστικά σύνορα μεταξύ της γερμανικής και της ρωμανικής Ευρώπης και είναι γλωσσικά και πολιτιστικά διαιρεμένο. Δύο είναι οι βασικές γλώσσες που ομιλούνται στο Βέλγιο: η Ολλανδική - που αποκαλείται μερικές φορές ανεπισήμως Φλαμανδική και ομιλείται στη Φλάνδρα στα βόρεια, και η Γαλλική που ομιλείται στη Βαλλωνική Περιοχήστα νότια. Η πρωτεύουσά του, οι Βρυξέλλες, είναι επισήμως δίγλωσση, ενώ η πλειονότητα των κατοίκων της μιλά Γαλλικά. Στα ανατολικά βρίσκεται μια επισήμως αναγνωρισμένη μειονότητα Γερμανόφωνων. Η γλωσσική αυτή ποικιλία οδηγεί συχνά σε πολιτικές διαμάχες, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στο πολυσύνθετο σύστημα διακυβέρνησης και στην πολιτική ιστορία του Βελγίου. Ιστορικά, το Βέλγιο είναι μέρος των λεγόμενων "Κάτω Χωρών", στις οποίες περιλαμβάνονται επίσης η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Από το τέλος του Μεσαίωνα μέχρι τον δέκατο έβδομο αιώνα ήταν ακμάζον κέντρο εμπορίου και πολιτισμού. Από τον δέκατο έκτο αιώνα μέχρι την ανεξαρτησία του το 1830, το Βέλγιο, αποκαλούμενο την εποχή εκείνη Νότιες Κάτω Χώρες, υπήρξε το πεδίο πολλών μαχών μεταξύ ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τα πρόσφατα χρόνια, το Βέλγιο υπήρξε ιδρυτικό μέλος τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης, φιλοξενώντας τα αρχηγεία της, καθώς και τα αρχηγεία άλλων μεγάλων διεθνών οργανισμών, όπως του ΝΑΤΟ. Το Βέλγιο πήρε το όνομά του από τους πρώτους κατοίκους του, τους Βέλγους (Belgae), μια ομάδα κυρίως Κελτικών φυλών, που έδωσαν το όνομά τους και στην ρωμαϊκή επαρχίαGallia Belgica (Βελγική Γαλατία).

Κατά τις τελευταίες δύο χιλιετίες, η περιοχή που είναι σήμερα γνωστή ως Βέλγιο έχει καταστεί θεατής σημαντικών δημογραφικών, πολιτικών και πολιτιστικών αναταραχών. Η πρώτη καλά τεκμηριωμένη πληθυσμιακή κίνηση ήταν η κατάκτηση της περιοχής από τηΡωμαϊκή Δημοκρατία τον 1ο αιώνα π.Χ., ακολουθούμενη τον 5ο αιώνα από τους Γερμανούς Φράγκους. Οι Φράγκοι εγκατέστησαν το Μεροβίγγειο βασίλειο, από το οποίο προήλθε η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία τον 8ο αιώνα. Κατά το Μεσαίωνα, οι Κάτω Χώρες χωρίστηκαν σε πολλά μικρά φεουδαρχικά κράτη. Τα περισσότερα από αυτά ενώθηκαν κατά τον 14ο και 15ο αιώνα υπό τον οίκο της Βουργουνδίας ως οι Βουργούνδιες Κάτω Χώρες. Τα κράτη αυτά κέρδισαν έναν βαθμό αυτονομίας τον 15ο αιώνα και έκτοτε ονομάστηκαν Δεκαεπτά Επαρχίες. Η ιστορία του Βελγίου διακρίνεται από την ιστορία των Κάτω Χωρών από τον 16ο αιώνα. Ένας εμφύλιος πόλεμος, ο Ογδοηκονταετής Πόλεμος (1568-1648), χώρισε τις Δεκαεπτά Επαρχίες στις Ενωμένες Επαρχίες στον βορρά και τις Νότιες Κάτω Χώρες στον νότο. Οι νότιες επαρχίες κυβερνήθηκαν διαδοχικά από τους Ισπανούς και τους αυστριακούςΑψβούργους. Μέχρι την ανεξαρτησία, οι Νότιες Κάτω Χώρες μπήκαν στο στόχαστρο πολλών Γάλλων κατακτητών και ήταν το πεδίο των περισσότερων γαλλοϊσπανικών και γαλλοαυστριακών πολέμων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Με τις εκστρατείες του 1794στους πολέμους μετά τη γαλλική επανάσταση, οι Κάτω Χώρες - συμπεριλαμβανομένων και περιοχών που δεν βρέθηκαν ποτέ υπό την εξουσία των Αψβούργων, όπως η Επισκοπή της Λιέγης - κατακτήθηκαν από τη Γαλλία η οποία τερμάτισε την ισπανοαυστριακή εξουσία της περιοχής. Η επανένωση των Κάτω Χωρών ως το Ηνωμένο Βασίλειο των Κάτω Χωρώνεπήλθε με το τέλος της Γαλλικής Αυτοκρατορίας το 1815. Η Βελγική Επανάσταση του 1830οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου, καθολικού και ουδέτερουΒελγίου υπό προσωρινή κυβέρνηση. Από την ενθρόνιση του Λεοπόλδου Α'ως βασιλιά το 1831, το Βέλγιο είναι συνταγματική μοναρχία και κοινοβουλευτική δημοκρατία. Μεταξύ της ανεξαρτησίας και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το δημοκρατικό σύστημα εξελίχθηκε από ολιγαρχία με την κυριαρχία δύο μεγάλων κομμάτων, τους Καθολικούς και τους Φιλελεύθερους, σε σύστημα καθολικής ψηφοφορίας που συμπεριέλαβε ένα τρίτο κόμμα, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα, και ισχυρό ρόλο για τα εργατικά σωματεία. Αρχικά, τα γαλλικά, που ήταν η γλώσσα την οποία είχε υιοθετήσει η αριστοκρατία και η αστική τάξη, ήταν η επίσημη γλώσσα. Εν συνεχεία, η χώρα ανέπτυξε ένα κυρίως δίγλωσσο ολλανδογαλλικό σύστημα. Στη Διάσκεψη του Βερολίνου του 1885 αποφασίστηκε να παραδοθεί το Κογκό στον Βασιλιά Λεοπόλδο Β' ως ιδιωτική κτήση του, αποκαλούμενο Ελεύθερο Κράτος του Κογκό. Το 1908, εκχωρήθηκε στο Βέλγιο ως αποικία, και από τότε αποκλήθηκε Βελγικό Κογκό. Η ουδετερότητα του Βελγίου παραβιάστηκε το 1914, όταν η Γερμανία εισέβαλε στο Βέλγιο ως μέρος του Σχεδίου Σλίφφεν. Οι πρώην γερμανικές αποικίες Ρουάντα-Ουρούντι - σήμερα αποκαλούμενες Ρουάντα και Μπουρούντι - κατελήφθησαν από το Βελγικό Κογκό το 1916. Παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο το1924 από την Κοινωνία των Εθνών. Η Γερμανία εισέβαλε ξανά στο Βέλγιο το 1940.Απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις το 1944. Το Βελγικό Κογκό κέρδισε την ανεξαρτησία του στις 30 Ιουλίου 1960 κατά τη διάρκεια της Κρίσης του Κογκό, και η Ρουάντα-Ουρούντι έγινε ανεξάρτητη το 1962. Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Βέλγιο προσχώρησε στο ΝΑΤΟ και, μαζί με την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, σχημάτισαν την ομάδαΜπενελούξ. Το Βέλγιο ήταν επίσης ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Το Βέλγιο φιλοξενεί τα αρχηγεία του ΝΑΤΟ και μεγάλο μέρος των θεσμικών και διοικητικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τουΣυμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της πλειοψηφίας των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά τον 20ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία του Βελγίου κυριαρχείται όλο και περισσότερο από την αυξανόμενη αυτονομία των δύο βασικών του γλωσσικών κοινοτήτων. Κατά την περίοδο αυτή σημειώθηκε αύξηση των διακοινοτικών εντάσεων, και διακυβεύτηκε η ενότητα του βελγικού κράτους. Μέσω συνταγματικών μεταρρυθμίσεων κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η περιφερειοποίηση του ενιαίου κράτους οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός τριμερούς ομοσπονδιακού συστήματος, γλωσσικών κοινοτήτων και τοπικών κυβερνήσεων, συμβιβασμός που σχεδιάστηκε με σκοπό να ελαχιστοποιήσει τις εντάσεις με αφορμή το γλωσσικό ζήτημα. Σήμερα, οι ομόσπονδες αυτές οντότητες διαθέτουν μεγαλύτερη νομοθετική δύναμη από ό,τι τα δύο νομοθετικά σώματα του εθνικού κοινοβουλίου.

Το Βέλγιο είναι βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία που εξελίχτηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο από συγκεντρωτικό κράτος σε ομοσπονδία. Το κοινοβούλιο με τα δύο νομοθετικά σώματα αποτελείται από μια Γερουσία και μια Βουλή Αντιπροσώπων. Η Γερουσία είναι μια μείξη από άμεσα εκλεγμένους μεγάλους σε ηλικία πολιτικούς και εκπροσώπους των κοινοτήτων και των περιοχών. Ενώ η Βουλή των Αντιπροσώπων εκπροσωπεί όλους τους Βέλγους άνω των δεκαοκτώ ετών μέσω ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος. Το Βέλγιο είναι μία από τις λίγες χώρες που έχει υποχρεωτική συμμετοχή στην ψηφοφορία, και έτσι διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς εκλογικής συμμετοχής στον κόσμο. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, επισήμως διορισμένη από τον βασιλιά, πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων. Επικεφαλής της είναι ο Πρωθυπουργός. Ο αριθμός των Φλαμανδόφωνων και Γαλλόφωνων υπουργών είναι ίσος, όπως ορίζεται από το Σύνταγμα. Αρχηγός του κράτους είναι ο Βασιλιάς ή η Βασίλισσα, αν και έχει περιορισμένα προνόμια. Η πραγματική εξουσία βρίσκεται στον Πρωθυπουργό και τις διάφορες κυβερνήσεις που κυβερνούν τη χώρα. Το δικαστικό σύστημα βασίζεται στο αστικό δίκαιο και κατάγεται από τον Ναπολεόντειο κώδικα. Το Εφετείο βρίσκεται ένα επίπεδο κάτω από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, θεσμός που βασίζεται στο Γαλλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο. Οι πολιτικοί θεσμοί του Βελγίου είναι σύνθετοι. Η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη οργανώνεται γύρω από την ανάγκη εκπροσώπησης των βασικών γλωσσικών κοινοτήτων. Περίπου από το 1970, τα σημαντικά εθνικά Βελγικά πολιτικά κόμματα έχουν χωριστεί σε διακριτές συνιστώσες που βασικά εκπροσωπούν τα συμφέροντα των κοινοτήτων αυτών. Τα μεγάλα κόμματα σε κάθε μία κοινότητα ανήκουν σε τρεις βασικές πολιτικές οικογένειες: τους δεξιούς Φιλελεύθερους, τους κεντρώους Χριστιανοδημοκράτες, και τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες. Άλλα σημαντικά νεότερα κόμματα είναι τα Πράσινα Κόμματα και, ιδιαίτερα στη Φλάνδρα, τα εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα. Η πολιτική επηρεάζεται από ομάδες πίεσης, όπως τα εργατικά σωματεία και από τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τη μορφή της Ομοσπονδίας Επιχειρήσεων στο Βέλγιο. Ο σημερινός βασιλιάς, ο Αλβέρτος Β', διαδέχτηκε τον Βαλδουίνο το 1993. Το 1999, ο Πρωθυπουργός Γκι Φερχόφσταντ από το VLD ηγήθηκε ενός συνασπισμού έξι κομμάτων Φιλελευθέρων-Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, συχνά αποκαλούμενη ως "η κυβέρνηση του ουράνιου τόξου". Αυτή ήταν η πρώτη κυβέρνηση χωρίς τους Χριστιανοδημοκράτες από το 1958. Στις εκλογές του 2003, ο Φερχόφσταντ κέρδισε μια δεύτερη θητεία και ηγήθηκε ενός Φιλελεύθερου-Σοσιαλδημοκρατικού συνασπισμού τεσσάρων κομμάτων. Προσφάτως όμως, η σταθερή άνοδος του Φλαμανδικού ακροδεξιού εθνικιστικού χωριστικού κόμματος Φλάαμς Μπελάνχ, έχει εκτοπίσει το Φλάαμς Μπλοκ εν μέσω ανησυχιών για ρατσισμό που προωθείται από το κόμμα. Ένα σημαντικό επίτευγμα των δύο διαδοχικών κυβερνήσεων του Φερχόφσταντ ήταν η επίτευξη ισορροπημένου προϋπολογισμού. Το Βέλγιο είναι ένα από τα λίγα κράτη στην ΕΕ που το έχουν καταφέρει. Η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε από τις διαδοχικές κυβερνήσεις κατά τη δεκαετία του 1990 κάτω από τη πίεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης οφειλόταν κυρίως στην κρίση με τις διοξίνες, μεγάλο σκάνδαλο δηλητηρίασης της τροφής το 1999 που οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Βελγικής Αντιπροσωπείας Τροφής. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μια ασυνήθιστα μεγάλη εκπροσώπηση των Πρασίνων στο Κοινοβούλιο, και σε μεγαλύτερη έμφαση σε περιβαλλοντικές πολιτικές κατά την πρώτη κυβέρνηση του Φερχόφσταντ. Μια Πράσινη πολιτική, για παράδειγμα, ήταν η νομοθεσία για σταδιακή απόσυρση των πυρηνικών, που έχει τροποποιηθεί από την σημερινή κυβέρνηση. Η απουσία των Χριστιανοδημοκρατών από τις κυβερνητικές θέσεις έχει δώσει τη δυνατότητα στον Φερχόφσταντ να καταπιαστεί με κοινωνικά θέματα από μια πιο φιλελεύθερη σκοπιά και να αναπτύξει νέα νομοθεσία για τη χρήση μαλακών ναρκωτικών, για τους γάμους ομοφυλοφίλων και για την ευθανασία. Κατά τη διάρκεια των δύο πιο πρόσφατων κοινοβουλίων, η κυβέρνηση έχει προωθήσει δραστήρια διπλωματία στην Αφρική, αντιτέθηκε στη στρατιωτική μεσολάβηση κατά την κρίση του αφοπλισμού τουΙράκ, και έχει περάσει νομοθεσία που αφορά τα εγκλήματα πολέμου. Και οι δύο θητείες του Φερχόφσταντ έχουν σημαδευτεί από φιλονικίες ανάμεσα στις Βελγικές κοινότητες. Τα μεγάλα σημεία τριβής αφορούν στις διαδρομές της νυχτερινής εναέριας κίνησης στο Αεροδρόμιο των Βρυξελλών και το στάτους της εκλογικής περιφέρειας των Βρυξελλών-Χάλλε-Φιλφόορντε. Το Βέλγιο είναι συνταγματική μοναρχία, με Αρχηγό Κράτους το Βασιλιά (από το 1993 Βασιλιάς είναι ο Αλβέρτος Β΄ του Βελγίου. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο του Βελγίου αποτελείται από τη Γερουσία (ολλανδ. : Senaat, γαλλ. Sénat) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (ολλανδ: Kamer van Volksvertegenwoordigers, γαλλ.: Chambre des Représentants). Η Βουλή έχει 150 μέλη τα οποία εκλέγονται άμεσα. Βουλευτικές εκλογές γίνονται κάθε τετραετία. Στις 10 Ιουνίου του 2007 ο κυβερνών συνασπισμός του Γκι Φερχόφστατ έχασε τις εκλογές και μία ημέρα μετά ο τελευταίος υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του.Έπειτα από την κατάρρευση των συνομιλιών για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού υπό τον Υβ Λετέρμ, ο τελευταίος κατέθεσε την εντολή. Στις 3 Δεκεμβρίου του 2007 ο Βασιλιάς Αλβέρτος έδωσε στο Φερχόφστατ νέα εντολή σχηματισμού κυβέρνησης (προσωρινή) με σκοπό να τερματιστεί το πολιτικό αδιέξοδο. Η εντολή του ανατέθηκε επίσημα στις 10 Δεκεμβρίου και ο ίδιος την έκανε αποδεκτήστις 17 Δεκεμβρίου2007. Η θητεία της νέας κυβέρνησης έληξε το Μάρτιο του 2008. Εν τέλει, τα πέντε μεγαλύτερα κόμματα συμφώνησαν, έπειτα από διαβουλεύσεις σχεδόν μιας ημέρας, να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμούμε επικεφαλής τον Υβ Λετέρμ. Στην κυβέρνηση μετέχουν Φλαμανδοί Χριστιανοδημοκράτες, γαλλόφωνοι Χριστιανοδημοκράτες, Φλαμανδοί Φιλελεύθεροι, γαλλόφωνοι Φιλελεύθεροι και γαλλόφωνοι Σοσιαλιστές. Το Δεκέμβριο του 2008 η κυβέρνηση του Λετέρμ παραιτήθηκε, καθώς κατηγορήθηκε για παρέμβαση στη Δικαιοσύνη, αναφορικά με την πώληση της "προβληματικής" τράπεζας Fortis στην Paribas.Στις 22 Δεκεμβρίου ο βασιλιάς έκανε αποδεκτή την παραίτηση του Λετέρμ και την επόμενη ημέρα ανέθεσε διερευνητική αποστολή για σχηματισμό κυβέρνησης στον πρώην πρωθυπουργό, Βίλφριντ Μαρτένς. Στις 28 Δεκεμβρίου ο Χέρμαν βαν Ρομπουί έλαβε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και ανέλαβε καθήκοντα στις 30 Δεκεμβρίου του 2008. Μετά το διορισμό του τελευταίου στο αξίωμα του προέδρου της ΕΕ, πρωθυπουργός ανέλαβε ξανά ο Υβ Λετέρμ, το Νοέμβριο του 2009.Λίγους μήνες αργότερα, στις 22 Απριλίου 2010, το φλαμανδικό κόμμα Ανοικτό VLD αποχώρησε από την κυβέρνηση συνασπισμού, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση του Υβ Λετέρμ να παραιτηθεί και να διεξαχθούν πρόωρες εκλογές στις 13 Ιουνίου 2010. Στις 9 Ιουλίου έλαβε εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού ο αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Έλιο Ντι Ρούπο, ο οποίος δεν κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση. Αποτυχημένες υπήρξαν και επόμενες προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης, με αποτέλεσμα να σπάσει το Βέλγιο το μέχρι τότε ρεκόρ ακυβερνησίας (541 μέρες) μέχρι να ορκιστεί πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης συμμαχίας ο Έλια Ντι Ρούπο στις 6 Δεκεμβρίου 2011.

Το Βέλγιο, με έκταση 30.528 χλμ², έχει τρεις βασικές γεωγραφικές περιοχές: την παράκτια πεδιάδα στα βορειοδυτικά, το κεντρικό οροπέδιο, και τις Αρδέννες στα ορεινά στα νοτιοανατολικά. Η παράκτια πεδιάδα αποτελείται κυρίως από σωρούς άμμου και εκχερσωμένα τμήματα γης. Τα τμήματα αυτά (γνωστά ως πόλντερ) είναι περιοχές γης, κοντά ή κάτω από το επίπεδο της θάλασσας που έχουν εκχερσωθεί, και προστατεύονται από τη θάλασσα από προχώματα ή, πιο εσωτερικά, από πεδία που έχουν αποξηρανθεί με κανάλια. Η δεύτερη γεωγραφική περιοχή, το κεντρικό οροπέδιο, βρίσκεται πιο μέσα στην ενδοχώρα. Πρόκειται για μια επίπεδη, ελαφρά ανυψωμένη περιοχή που έχει πολλές γόνιμες κοιλάδες και αρδεύεται από πολλά κανάλια. Εδώ μπορεί να βρει κανείς επίσης και πιο εκτραχυμένη γη, όπως σπηλιές. Η τρίτη γεωγραφική περιοχή, αποκαλούμενη Αρντέν, είναι περισσότερο τραχεία από τις δύο προηγούμενες. Είναι ένα πυκνά δασωμένο οροπέδιο, πολύ βραχώδες και όχι πολύ καλό για αγροτική εκμετάλλευση, το οποίο εκτείνεται στην βόρεια Γαλλία. Εδώ μπορεί να βρεθεί μεγάλο μέρος της άγριας ζωής του Βελγίου. Το υψηλότερο σημείο του Βελγίου, το Σινιάλ ντε Μποτράνζ βρίσκεται στην περιοχή αυτή και είναι μόλις 694 μέτρα.

Το κλίμα είναι θαλάσσιο ήπιο. Η μέση θερμοκρασία κατά τον Ιανουάριο είναι 3 °C και τον Ιούλιο 18 °C.

Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2015, η χώρα έχει πληθυσμό 11.256.048 κατοίκους.
Η πληθυσμιακή πυκνότητα (368,7 κατ. ανά χλμ²) είναι μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, μετά την Ολλανδία και μερικές μικρότερες χώρες όπως το Μονακό. Από το 2005, η Φλαμανδική Περιοχή έχει πληθυσμό περί τα 6.043.161, η Βαλλωνία 3.395.942 και οι Βρυξέλλες 1.006.749. Σχεδόν όλος ο πληθυσμός είναι αστικός (97,3% το 1999). Οι βασικές πόλεις και οι πληθυσμοί τους είναι οι Βρυξέλλες (1.006.749), η Αμβέρσα (457.749), η Γάνδη (230.951), το Σαρλερουά (201.373), ηΛιέγη (185.574), και η Μπριζ (117.351).
Περίπου το 60% της χώρας είναι φλαμανδόφωνη, 40% Γαλλόφωνη και 1% Γερμανόφωνη. Ωστόσο, οι αριθμοί αυτοί πρέπει να ερμηνευθούν προσεκτικά, γιατί η πιο πρόσφατη γλωσσολογική απογραφή έλαβε χώρα πριν από το 1960, και η μητρική γλώσσα δεν είναι πάντα η ίδια με την γλώσσα που χρησιμοποιείται στην δημόσια ή επίσημη ζωή. Οι Βρυξέλλες είναι επίσημα δίγλωσση Ολλανδο-Γαλλόφωνη, αλλά κυρίως ομιλούνται τα Γαλλικά. Εξελίχτηκε από Ολλανδόφωνη περιοχή στον σημερινό κυριαρχούμενο από Γαλλικά χαρακτήρα της όταν το Βελγικό κράτος έγινε ανεξάρτητο το 1830.
Και τα Ολλανδικά που ομιλούνται στο Βέλγιο και τα Βελγικά Γαλλικά έχουν μικρές διαφορές λεξιλογικών και σημασιολογικών αποχρώσεων από τις ποικιλίες που ομιλούνται στη Γαλλία και την Ολλανδία. Πολλοί άνθρωποι μπορούν να μιλήσουν ακόμη διαλέκτους Φλαμανδικών και Βαλλωνικών. Οι διάλεκτοι αυτές, μαζί με κάποιες άλλες όπως οι Πικάρντ και η Λιμβουργιανή γλώσσα, δεν χρησιμοποιούνται στη δημόσια ζωή.
Το κοσμικό σύνταγμα παρέχει ελευθερία στις θρησκείες, και η κυβέρνηση γενικά σέβεται το δικαίωμα αυτό στην πράξη. Σύμφωνα με την Έρευνα και Μελέτη της Θρησκείας του 2001, περίπου 47% του πληθυσμού αυτοχαρακτηρίζονται ως ανήκοντες στην Καθολική Εκκλησία. Σύμφωνα με τα νούμερα αυτά, ο Μουσουλμανικός πληθυσμός είναι η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα, με 3,5%. Επίσης, υπάρχουν 25.403 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 6.415 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.
Η μεγάλη πλειονότητα των Βέλγων είναι Φλαμανδοί και Βαλλώνοι. Μαζί αποτελούν λίγο παραπάνω από το 85%. Υπάρχουν πολλοί άλλοι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί που αποτελούν μια μεγάλη και αυξανόμενη κοινότητα όπως Ιταλία, Γάλλοι και Γερμανοί που αριθμούν 11,1%. Άραβες μετανάστες, κυρίως από το Μαρόκο και την Αλγερία, και Τούρκοι μετανάστες αριθμούν πάνω από 3% του συνολικού πληθυσμού.
Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2015 τα 80,88 χρόνια (78,3 χρόνια οι άνδρες και 83,58 οι γυναίκες).

Με συνολικό μήκος γραμμών 3536 χιλιομέτρων, από τα οποία 2950 χλμ διατίθενται για ηλεκτροκίνηση, ενώ όλα είναι του διεθνούς εύρους 1,435 μέτρων, το Βέλγιο διαθέτει πυκνό σιδηροδρομικό δίκτυο. Σύμφωνα με στοιχεία του 2004, οι Βελγικοί Εθνικοί Σιδηρόδρομοι(NMBS/SNCB) μετέφεραν 178,4 εκατ. επιβάτες. Από τις Βρυξέλλες διέρχεται και ο ταχύτερος σιδηρόδρομος της Ευρώπης, ο TGV. Το οδικό δίκτυο του Βελγίου είναι επίσης υψηλής ποιότητος, πυκνό και με καλό οδόστρωμα, αν και υστερεί ελαφρά των γειτονικών του (στα οποία καταλήγει με ομαλό τρόπο) σε οδική σήμανση. Το συνολικό μήκος των Εθνικών οδών (χαρακτηρίζονται με το γράμμα Α) είναι 1.729 χλμ. (Α1-Α5, Α10, Α13, Α14, Α17, Α18). Οι δευτερεύοντες εθνικοί δρόμοι (χαρακτηρίζονται με το γράμμα Ν) καλύπτουν 12.610 χλμ. και το υπόλοιπο οδικό δίκτυο 134.679 χλμ. H οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Σημαντικές είναι, επίσης, και οι ποτάμιες μεταφορές με συνολικό μήκος περίπου 1.500 χλμ. Μεγάλοι λιμένες είναι αυτοί της Αμβέρσας (Antwerp), της Μπριζ (Brugges), της Γάνδης (Gent) και της Οστάνδης (Ostend). Το μεγαλύτερο διεθνές αεροδρόμιο της χώρας είναι το Zaventem στις Βρυξέλλες.