fb

Πληροφορίες για: Ολλανδία

Περιγραφή

Μικρή χώρα της βόρειας Ευρώπης με ακανόνιστο σχήμα και ιδιότυπη γεωμορφολογία. Η θέση των περισσότερων εδαφών της σε υψόμετρο κάτω από αυτό της επιφάνειας της θάλασσας ανάγκασε από νωρίς τους κατοίκους της να επιδοθούν σε τιτάνιους αγώνες για την τιθάσευση των υδάτινων όγκων που τους απειλούσαν, έτσι ώστε η συνολική της χερσαία επιφάνεια να αυξάνεται συνεχώς. Αν και μικρή χώρα, ο δυναμισμός των κατοίκων της την έφερε στην πρωτοπορία των ευρωπαϊκών κρατών από την άποψη των πνευματικών, οικονομικών και κοινωνικών κατακτήσεων και την κατέστησε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή.
Η χώρα βρέχεται στα ανατολικά και βόρεια από τη Βόρεια θάλασσα, ενώ χερσαία σύνορα διαθέτει μόνο με τη Γερμανία στα ανατολικά και το Βέλγιο στα νότια.
Η συνολική της έκταση είναι 41.526 τ. χλμ., από τα οποία τα 33.938 είναι χερσαία και τα υπόλοιπα 7.587 αποτελούν εσωτερικά ύδατα. Χώρα με μεγάλη αποικιακή ιστορία η Ολλανδία διατηρεί σήμερα ως εξαρτώμενα εδάφη και τις κτήσεις της των Ολλανδικών Αντιλών και της Αρούμπα. Ο πληθυσμός της υπολογίστηκε το 2002 σε 16.067.754 κατοίκους.
Η Ολλανδία βρίσκεται στη βορειοδυτική Ευρώπη, μεταξύ των γεωγραφικών συντεταγμένων 50° 46΄ - 53° 34΄ βόρειο πλάτος με 3° 22΄ - 7° 14΄ ανατολικό μήκος. Καταλαμβάνει τμήμα του χώρου που ορίζεται ιστορικά και γεωγραφικά ως Κάτω Χώρες και στον οποίο ανήκουν επίσης το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Στην επικράτειά της περιλαμβάνει και αρκετά νησιά (Φρεισικά Νησιά).

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Οι πρώτες ιστορικές αναφορές για τις Κάτω Χώρες χρονολογούνται στον 1ο αι. π.Χ., όταν οι ρωμαϊκές λεγεώνες υπό την ηγεσία του Ιούλιου Καίσαρα κατέκτησαν το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Ολλανδίας. Εκείνη την εποχή η περιοχή κατοικούνταν από τους Φρείσιους, μια γερμανική φυλή που ζούσε στο βορρά, και από άλλες γερμανικές και μικρότερες κελτικές φυλές. Οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στα εδάφη αυτά με σκοπό τον έλεγχο των εκβολών του Ρήνου, οι οποίες τότε ήταν βορειότερα από ό,τι σήμερα. Κάτω από το ρωμαϊκό έλεγχο επικράτησε ειρήνη και ευημερία για περισσότερα από 250 χρόνια. Οι Ρωμαίοι έχτισαν ναούς, ίδρυσαν ένα πλήθος μεγάλων αγροκτημάτων και εισήγαγαν τον πολιτισμό τους στην περιοχή.
Την εποχή των μεγάλων μεταναστεύσεων του 4ου-6ου αι. μ.Χ. ο έλεγχος των Ρωμαίων άρχισε να εξασθενεί και μη ιθαγενείς γερμανικές φυλές εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, προερχόμενες από την Ανατολή. Οι Φρείσιοι στο βορρά διατήρησαν τα εδάφη τους, αλλά οι Σάξονες κατέκτησαν το ανατολικότερο τμήμα της χώρας και οι Φράγκοι εισήλθαν από τη δύση και το νότο. Οι τελευταίοι ήταν και οι πιο ισχυροί από τους εισβολείς. Κατάφεραν να υποτάξουν τους Φρείσιους και τους Σάξονες και να τους επιβάλουν το χριστιανισμό. Μέχρι το 800 ολόκληρη η περιοχή είχε περάσει στα χέρια του Καρλομάγνου. Μετά το θάνατό του η αυτοκρατορία του διαλύθηκε και το 843 η Συνθήκη του Βερντέν την τριχοτόμησε. Η Ολλανδία αποτέλεσε τμήμα της Λοθαρινγκίας (Λορένης) και μεταγενέστερα, το 925, τμήμα της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Σταδιακά, κατά τους επόμενους αιώνες, ολόκληρη η περιοχή άρχισε να ονομάζεται Κάτω Χώρες συμπεριλαμβανομένου και του σημερινού Βελγίου. Η ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι εισβολές των Βίκινγκς κατά το 9ο και 10ο αι. οδήγησε στην ισχυροποίηση των τοπικών αρχόντων και ευγενών και στη βαθμιαία αύξηση της σημασίας των πόλεων, όπου εγκαταστάθηκαν χειροτέχνες και έμποροι για να προστατευθούν. Το φαινόμενο αυτό εντάθηκε κατά το 12ο, 13ο και 14ο αιώνα, οπότε οι ισχυρές πόλεις αποτέλεσαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ολλανδικής ιστορίας και η περιοχή αναδείχτηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο.
Μέσω των επιγαμιών, των πολέμων και της πολιτικής ίντριγκας, το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής, περιήλθε στα χέρια των δουκών της Βουργουνδίας κατά τη διάρκεια του 15ου και του πρώιμου 16ου αι. Μέχρι τα μέσα του 16ου αι. τα εδάφη αυτά βρίσκονταν υπό το χαλαρό έλεγχο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με αυτοκράτορα τον Κάρολο Ε΄, ο οποίος ανήκε στον ισπανικό κλάδο του οίκου των Αψβούργων και ήταν επίσης βασιλιάς της Ισπανίας. Το 1555 όμως ο Κάρολος μεταβίβασε την Ολλανδία και την Ισπανία στο γιο του Φίλιππο Β΄, ο οποίος ήταν Ισπανός κατά γέννηση και μόρφωση, αλλά ενδιαφερόταν ελάχιστα για τις βόρειες ευρωπαϊκές κτήσεις του. Ο τυραννικός έλεγχος που άσκησε ο Φίλιππος, οδήγησε τελικά στο μεγάλο πόλεμο της ανεξαρτησίας (1568-1648), των Ολλανδών εναντίων των Ισπανών, οι οποίοι ήταν τότε το ισχυρότερο έθνος στην Ευρώπη.
Οι πολιτικές διαμάχες μεταξύ των Κάτω Χωρών και της Ισπανίας συνέπεσαν με την εξέγερση των προτεσταντών εναντίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της επίσημης δηλαδή εκκλησίας του ισπανικού κράτους. Ο καλβινισμός, ένα προτεσταντικό κίνημα, σύντομα κέρδισε έδαφος και ίδρυσε μια άριστα οργανωμένη εκκλησία, έτοιμη να συγκρουστεί με τη Ρωμαιοκαθολική και ιδιαίτερα με την Ιερά Εξέταση. Οι πρώτες συγκρούσεις άρχισαν το 1566, όταν ο όχλος κατέστρεψε τις εικόνες των καθολικών ναών σε πολλές περιοχές της χώρας. Ο Φίλιππος έστειλε στρατεύματα υπό τον Φερνάντο Αλβάρεθ του Τολέδο, δούκα της Άλβα. Η υπερβολικά σκληρή πολιτική του δούκα σε συνδυασμό με την αντίδραση της Ιεράς Εξέτασης είχαν ως αποτέλεσμα την ανοιχτή εξέγερση στις Κάτω Χώρες. Ο Γουλιέλμος Α΄ ο Σιωπηλός, πρίγκιπας της Οράγκης, τέθηκε επικεφαλής της εξέγερσης. Μέχρι το 1572 οι επαναστάτες απέκτησαν τον έλεγχο του βορρά και το 1579 με την Ένωση της Ουτρέχτης, σχημάτισαν μια αντι-ισπανική συμμαχία όλων των βόρειων και μερικών νότιων περιοχών. Η Ένωση σήμανε τον τελικό διαχωρισμό του βόρειου τμήματος των Κάτω Χωρών, οι οποίες πέρασαν στον προτεσταντικό έλεγχο και αργότερα ίδρυσαν την Ολλανδία, και του νότιου, το οποίο ήταν σθεναρά ρωμαιοκαθολικό και αργότερα αποτέλεσε το κράτος του Βελγίου. Το 1581 οι ολλανδικές επαρχίες της Ένωσης διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από την Ισπανία και μέχρι το 1600, με τη βοήθεια των Άγγλων, κατάφεραν να απομακρύνουν όλα τα ισπανικά στρατεύματα από τα εδάφη τους. Έτσι από το 1609 μέχρι το 1621 τέθηκε σε ισχύ η Δωδεκαετής Ανακωχή μεταξύ Ισπανών και Ολλανδών, μολονότι ο πόλεμος συνεχίστηκε, με σποραδικές μάχες, μέχρι το 1648. Το έτος αυτό η Ισπανία υπέγραψε τη συνθήκη του Μίνστερ, με την οποία αναγνώριζε την κυριαρχία της Ολλανδικής Δημοκρατίας των Ηνωμένων Επαρχιών. Η Ολλανδική Δημοκρατία τερμάτισε κάθε τυπικό ή ουσιαστικό δεσμό με την Ισπανία και την Καθολική Εκκλησία και αναδείχτηκε σε μια από τις μεγάλες δυνάμεις της ηπείρου, μια δημοκρατία περιστοιχισμένη από πλήθος μοναρχιών.
Στις αρχές του 17ου αι. μια εποχή μεγάλης εμπορικής εξάπλωσης άρχισε να χαράζει, καθώς επίσης και ο λεγόμενος "Χρυσός Αιώνας" της ολλανδικής τέχνης με ζωγράφους όπως ο Ρέμπραντ και ο Βερμέερ. Στα μέσα πια του αιώνα η Ολλανδία ήταν η μεγαλύτερη εμπορική και ναυτική δύναμη της Ευρώπης και το Άμστερνταμ το οικονομικό κέντρο της ηπείρου. Γύρω στο 1600 οι ολλανδικές ναυτικές και εμπορικές αποστολές εξαπλώθηκαν σ` όλο τον κόσμο, πετυχαίνοντας την ίδρυση ή κτήση πολλών εμπορικών σταθμών στην Αφρική, τη Νοτιοανατολική Ασία και την Αμερική. Κυρίως η Ολλανδική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, στην οποία το Κοινοβούλιο παραχώρησε το δικαίωμα του εμπορικού μονοπωλίου με όλες τις χώρες ανατολικά του ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας στην Αφρική και δυτικά του Πορθμού του Μαγγελάνου στη Νότια Αμερική, ίδρυσε από το 1602 μαζί με την αδερφή της Εταιρεία των Δυτικών Ινδιών, πολλές αποικίες στη Μαλαϊκή Χερσόνησο, τη Δυτική Ιάβα, τις Δυτικές Ινδίες, τη Βραζιλία και τη Βόρεια Αμερική.
Στο εσωτερικό της χώρας μετά τη δολοφονία του Γουλιέλμου του Σιωπηλού (1584) η εξουσία πέρασε στο γιο του Μαυρίκιο και αμέσως μετά στον αδερφό του τελευταίου Φρέντερικ Χένρι. Οι δύο αυτοί άνδρες κυβέρνησαν τη χώρα σε συνεργασία με το Στάτεν-Χενεράαλ, μια συνέλευση η οποία αποτελούνταν από αντιπροσώπους των επτά Ενωμένων Επαρχιών, όπου όμως κυριαρχούσε κατά κανόνα η μεγαλύτερη και πλουσιότερη επαρχία, η Ολλανδία. Τον καιρό του Μαυρίκιου η δημοκρατία κλονίστηκε από μια θρησκευτική και πολιτική διαμάχη μεταξύ των Αρμινιανών και των Γκομαριστών, δύο θρησκευτικών ομάδων της Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας (καλβινιστές). Η διαμάχη τερματίστηκε με την ήττα των πρώτων το 1619. Ο γιος του Φρέντερικ Χένρι, Γουλιέλμος Γ΄ της Οράγκης, ήρθε σε σύγκρουση με την επαρχία της Ολλανδίας και μετά το θάνατό του κανένας κυβερνήτης δε διορίστηκε στην Ολλανδία και σε τέσσερις άλλες επαρχίες για περισσότερα από 20 χρόνια. Ο Γουλιέλμος Γ΄, που κυβέρνησε από το 1672 έως το 1702, διατέλεσε επίσης βασιλιάς της Αγγλίας από το 1689.
Ο ανταγωνισμός των δύο ισχυρότερων ναυτικών και εμπορικών δυνάμεων της Ευρώπης, της Ολλανδίας και της Αγγλίας, ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσει σε σύγκρουση. Οι δύο Αγγλο-Ολλανδικοί πόλεμοι, 1652-1654 και 1664-1667, είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια για την Ολλανδία του Νέου Άμστερνταμ (μετέπειτα Νέας Υόρκης) και κόστισαν ακριβά σε άνδρες και χρήματα. Μετά τον πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής (1701-1714), όπου οι Ολλανδοί συμμάχησαν με τους Άγγλους εναντίον των Γάλλων, η οικονομική και πολιτική ισχύς των Κάτω Χωρών άρχισε να παρακμάζει μέχρι πια η Ολλανδική Δημοκρατία να τεθεί στο περιθώριο από τις επεκτεινόμενες δυνάμεις της Μεγάλης Βρετανίας στη θάλασσα και της Γαλλίας στην ξηρά. Προς το τέλος του 18ου αι. μια νέα διαμάχη ξέσπασε στο εσωτερικό μεταξύ του κόμματος του οίκου της Οράγκης, το οποίο είχε πάρει συντηρητική κατεύθυνση, και του κόμματος των Πατριωτών, το οποίο απαιτούσε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Με την εισβολή των γαλλικών επαναστατικών στρατευμάτων, το 1795, η δημοκρατία των επτά Ενωμένων Επαρχιών αντικαταστάθηκε από τη Δημοκρατία της Βατάβιας, βασισμένης πάνω στα πρότυπα της επαναστατικής Γαλλικής Δημοκρατίας. Η Βαταβική Δημοκρατία επιβίωσε μόλις μέχρι το 1806, όταν ο Ναπολέων τη μετονόμασε σε Βασίλειο της Ολλανδίας και αργότερα, το 1810, την ενσωμάτωσε στη Γαλλική Αυτοκρατορία. Η ανεξαρτησία της Ολλανδίας αποκαταστάθηκε και πάλι, μετά την ήττα του Ναπολέοντα, με τις συμφωνίες του Συνεδρίου της Βιέννης (1815). Σύμφωνα με αυτές, οι περιοχές που αποτελούσαν το Βέλγιο υπάγονταν πλέον στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Η ένωση όμως των δύο περιοχών δεν έμελλε να διαρκέσει, λόγω κυρίως των αγεφύρωτων πολιτικών, θρησκευτικών, οικονομικών, γλωσσικών και πολιτισμικών τους διαφορών. Το 1830 οι Βέλγοι επαναστάτησαν και το 1831 με τη Συνθήκη του Λονδίνου αποχωρίστηκαν από την Ολλανδία. Οι αντιδράσεις των Ολλανδών οδήγησαν στην αναθεώρησή της και στην τελική διατύπωση της βελγικής ανεξαρτησίας το 1839.
Το δεύτερο μισό του 19ου αι. σημαδεύτηκε από τη φιλελευθεροποίηση του ολλανδικού συστήματος διακυβέρνησης, κάτω από την πίεση των επαναστατικών κινημάτων που συγκλόνισαν την Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1840. Το Σύνταγμα του 1848 έθεσε όρια στις δικαιοδοσίες του βασιλιά, προέβλεψε τους όρους δημοκρατικής συγκρότησης των δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων και γενικά αποτέλεσε τη βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος μέχρι σήμερα. Προς τα τέλη του αιώνα τα εκλογικά δικαιώματα επεκτάθηκαν και οι απαιτήσεις του λαού για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις εντάθηκαν. Την εποχή αυτή η ενίσχυση του Εργατικού Κόμματος και η οργάνωση των εργαζομένων στις συνδικαλιστικές οργανώσεις απέφεραν ακόμη πιο ευρείες μεταρρυθμίσεις. Η ίδια πολιτική ακολουθήθηκε και στις αποικίες, όπου πλέον ο πολιτικός και οικονομικός έλεγχος της μητρόπολης χαλάρωσε


Ο 20ός αιώνας
Μεταξύ του 1880 και του 1914 η Ολλανδία γνώρισε μια εποχή έντονης οικονομικής εξάπλωσης, παγίωσης των δημοκρατικών και συνταγματικών θεσμών και ενίσχυσης της διεθνούς θέσης του βασιλείου. Η περίοδος αυτή τερματίστηκε βίαια με την έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, όταν η χώρα, παρά την ουδετερότητά της, δέχτηκε ισχυρά πλήγματα στον οικονομικό και εμπορικό τομέα εξαιτίας του αποκλεισμού που επέβαλαν οι Σύμμαχοι στην ήπειρο. Ο εκσυγχρονισμός της χώρας έλαβε και πάλι ταχείς ρυθμούς μετά το 1918. Η Ολλανδία προσχώρησε στην Κοινωνία των Εθνών, επαναδιακηρύσσοντας όμως την ουδετερότητά της και επιτυγχάνοντας να πάρει την έδρα του Διαρκούς Δικαστηρίου της Διεθνούς Δικαιοσύνης, το οποίο εγκαταστάθηκε στη Χάγη. Τα οικονομικά προβλήματα παρ` όλα αυτά συνέχισαν να αποτελούν τροχοπέδη στα σχέδια των κυβερνήσεων και έλαβαν μεγάλες διαστάσεις κατά τη σοβαρή κρίση των `30.
Με την έκρηξη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου η Ολλανδία καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα σχεδόν αμαχητί και μετά από έναν βομβαρδισμό που κατέστρεψε μεγάλο τμήμα του Ρότερνταμ. Η γερμανική κατοχή διάρκεσε από το 1940 μέχρι το 1945 και οι συνθήκες που διαμόρφωσε αποτυπώθηκαν με το συγκλονιστικότερο τρόπο στα "Ημερολόγια" της Άννας Φράνκ. Μετά τον πόλεμο εγκαινιάστηκε μια μακρά περίοδος εντατικών προσπαθειών για την ανασυγκρότηση του κράτους, το μεγαλύτερο εκδημοκρατισμό (καθολικό εκλογικό δικαίωμα, αναλογικό εκλογικό σύστημα) και τη βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη. Η αποτυχία της ουδετερότητας να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντα οδήγησε τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας στην απόφαση να προσχωρήσουν στις μεταπολεμικές συμμαχίες (ΝΑΤΟ, ΔΕΕ) και στους νέους οργανισμούς της ευρωπαϊκής ενότητας (Κοινή Αγορά). Παράλληλα η χώρα έχασε ή παραχώρησε την κυριαρχία στα νέα κράτη που προήλθαν από την ανεξαρτητοποίηση των πρώην αποικιών της.

Κατά την περίοδο της βασιλείας της Τζουλιάνας (1948-1980), η οποία διαδέχτηκε τη βασίλισσα Βιλελμίνη (1890-1940), η χώρα είδε την παγίωση ενός ειρηνικού και διαλλακτικού πολιτικού κλίματος. Οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις συγκροτήθηκαν με τη συμμαχία του Εργατικού και του Καθολικού Κόμματος (μέχρι το 1958). Το Καθολικό Κόμμα συνέχισε να κυβερνά, με κυβερνήσεις συνασπισμού, μέχρι και το 1973, οπότε η διακυβέρνηση πέρασε στα χέρια του κεντρο-αριστερού συνασπισμού με πρώτο το Εργατικό κόμμα (1973-1977). Η πολιτική ηρεμία διαταράχτηκε κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960 κάτω από την πίεση του ανερχόμενου φοιτητικού και εργατικού κινήματος, των εξωτερικών παραγόντων (εξέγερση στις Ολλανδικές Αντίλες) και της κρίσης του θεσμού της βασιλείας (1966).
Το 1977 την κεντρο-αριστερή κυβέρνηση διαδέχτηκε ο συνασπισμός των κεντρο-δεξιών κομμάτων με επικεφαλής το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα. Το 1980 τη βασίλισσα Τζουλιάνα διαδέχτηκε στο θρόνο η κόρη της Βεατρίκη. Στα μέσα της δεκαετίας αυτής τα κυριότερα ζητήματα που απασχόλησαν τις πολιτικές δυνάμεις ήταν οι διαφωνίες για τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση των αμερικανικών πυραύλων Κρουζ και οι πολιτικές περικοπών στον κοινωνικό τομέα. Οι κυβερνήσεις το ίδιο διάστημα και μέχρι το 1994 συνέχισαν να συνίστανται από συνασπισμούς κεντρο-δεξιών κομμάτων με κυρίαρχο το Χριστιανοδημοκρατικό. Στις γενικές εκλογές του 1994 νικητής αναδείχτηκε το Εργατικό Κόμμα (PVDA), το οποίο ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας για πρώτη φορά μετά από το 1977. Την εντολή για τη διακυβέρνηση κατάφερε να ανανεώσει και κατά τις εκλογές του Μαΐου του 1998, όπου αναδείχτηκε και πάλι πρώτο σε δύναμη κόμμα. Πρωθυπουργός ήταν ο Βιμ Κοκ, επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού του Εργατικού Κόμματος με το Κόμμα των Φιλελευθέρων (VVD) και το Δημοκρατικό Kόμμα (D66).
Μετά τις τελευταίες εκλογές όμως του Ιουλίου του 2002 πρωθυπουργός της χώρας έγινε ο Ζαν Πιτερ Μπαλκενέντε.

Η χερσαία έκταση της Ολλανδίας χωρίζεται γεωμορφολογικά στις εξής περιοχές:
Η Βόρεια Βραβάνδη, στο νότο της χώρας, στα σύνορα με το Βέλγιο, αποτελεί συνέχεια της Βραβάνδης του Βελγίου. Είναι περιοχή με χαμηλό υψόμετρο, αμμώδης και άγονη. Μέσω ενός πυκνού δικτύου μικρών ποταμών σχηματίζει τη λεκάνη απορροής του Μάας. Παρά το άγονο των επιφανειακών στρωμάτων, στο υπέδαφός της περιοχής βρέθηκαν σημαντικά κοιτάσματα λιθάνθρακα (περιοχή Πέελ). Στη Βόρεια Βραβάνδη βρίσκεται και η πασίγνωστη, στους περισσότερους Ευρωπαίους, πόλη του Μάαστριχ.
Στα βορειοανατολικά εκτείνεται η περιοχή της Βορειοανατολικής Ολλανδίας ή Χώρας των Γκάαστ. Ο σχηματισμός της ανάγεται στη δράση των παγετώνων της περιόδου του Ρις. Οι παγετώνες αυτοί απέθεσαν μεγάλους σωρούς μορενών, γι` αυτό και η περιοχή παρουσιάζει υψόμετρα που φτάνουν έως τα 100 μ. Σε παλαιότερες εποχές τα στρώματα των μορενών καλύπτονταν από ένα παχύ στρώμα λες, που τις καθιστούσε εξαιρετικά γόνιμες. Με το πέρασμα όμως των αιώνων το στρώμα αυτό αποπλύθηκε και σήμερα η περιοχή είναι άγονη, με πολλές αμμώδεις εκτάσεις (στα ολλανδικά γκάαστ) που καλύπτονται από βρύα και χαμηλά δάση.
Γενικά το εσωτερικό της χώρας είναι εξαιρετικά επίπεδο με μέσο ύψος μόλις 50-100 μ. και με μέγιστο τα 321 μ. στο λόφο Φάαλσμπεργκ (νοτιοανατολικά σύνορα με τη Γερμανία).
Στην Περιοχή των Πόλντερς, που καταλαμβάνει τη βόρεια και δυτική χώρα, η διαμόρφωση των εδαφών εμφανίζει μεγάλες διαφορές σε σχέση με τις δύο προηγούμενες. Το σύνολο της έκτασης των Πόλντερς είναι προσχωματικό και η επιφάνειά της, σε ορισμένα τμήματά της, φτάνει και τα 7 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ολόκληρες αυτές οι εκτάσεις θα πλημμύριζαν από τη θάλασσα, αν κατά μήκος της παραλίας δεν προστατεύονταν από τα φυσικά φράγματα που σχηματίζουν οι τεράστιοι όγκοι άμμου (θίνες). Το ύψος των θινών αυτών φτάνει σε κάποιες περιπτώσεις τα 60 μ. ύψος, τα 140 χλμ. μήκος και τα 5 χλμ. πλάτος.
Οι θίνες όμως αυτές δεν είναι πάντα παρούσες ούτε φτάνουν παντού το απαιτούμενο ύψος. Στις περιπτώσεις αυτές είναι αναγκαία η κατασκευή τεχνητών αναχωμάτων και φραγμάτων από τον άνθρωπο, ανάγκη που οδήγησε τους Ολλανδούς στο άνοιγμα ενός μεγάλου κεφαλαίου της μακρόχρονης και επικών διαστάσεων πάλης τους με τη φύση για την υποταγή της στις απαιτήσεις τους.
Οι Ολλανδοί ήδη από το 10ο αι. άρχισαν με πείσμα να διεκδικούν και να παίρνουν από τη θάλασσα χερσαία εδάφη για τη χώρα τους. Στην αρχή το προσπάθησαν με τη δημιουργία σωρών από άμμο στους οποίους φύτευαν βαθύρριζα φυτά για να μειώνουν τη διάβρωση και με την κατασκευή μεγάλων τεχνητών υδροφρακτών. Αυτό συνέβη πρώτα γύρω από τον κόλπο του Ζούιντερζεε και τους ποταμούς. Όταν τα νερά αποσύρονταν στη θάλασσα με την άμπωτη, έκλειναν τα φράγματα πίσω τους ώστε να μην μπορούν να επιστρέψουν με την πλημμυρίδα. Η αποστράγγιση των εδαφών αυτών όμως έθεσε το πρόβλημα της διευθέτησης της κοίτης των ποταμών, γιατί καθώς αυτοί έρρεαν σε εκτάσεις που βρίσκονταν κάτω από το ύψος της επιφάνειας της θάλασσας, δεν μπορούσαν πλέον να εκβάλουν σ` αυτή. Έτσι οι Ολλανδοί αναγκάστηκαν να "εγκλωβίσουν" τους ποταμούς κατασκευάζοντας στις όχθες τους ψηλά αναχώματα για να ανεβάσουν τη στάθμη τους μέχρι να υπερβεί εκείνη της θάλασσας. Κατόπιν, με ένα εκτεταμένο και εξαιρετικά πυκνό δίκτυο καναλιών και αντλιών που κινούνταν από τους ανεμόμυλους, άρχισαν να απομακρύνουν τα νερά που απέμεναν ή έριχνε η βροχή, ανεβάζοντάς τα στις ψηλότερες διώρυγες ή ποταμούς για να χυθούν και αυτά στη θάλασσα. Με τον τρόπο αυτό απελευθέρωσαν χιλιάδες στρέμματα γης για καλλιέργεια, δημιουργώντας παράλληλα και την ισχυρή συντεχνία των ιδιοκτητών ανεμόμυλων. Τα νέα εδάφη που κατακτήθηκαν από τη θάλασσα ονομάστηκαν "Πόλντερς" και η τεχνολογία, από τις αρχές του 20ού αι., επέτρεψε την αντικατάσταση των ανεμόμυλων από πανίσχυρές αντλίες. Με αυτό τον τρόπο μεταξύ του 1840-1843 οι Ολλανδοί απέσπασαν από τη θάλασσα 180 τ. χλμ. γης περίπου.
Το έργο όμως που παρουσιάζει ανάγλυφα το μέγεθος της προσπάθειας και το βάθος του σχεδιασμού ήταν η αποστράγγιση του κόλπου Ζούιντερζεε μεταξύ των ετών 1920-1932. Η ευφυΐα των σχεδιαστών καταδεικνύεται στην ιδέα τους όχι μόνο να αποστραγγίσουν τον κόλπο, αλλά και να μετατρέψουν ένα μέρος του σε τεχνητή λίμνη γλυκού νερού, καθώς σ` αυτόν εκβάλλουν πολλά ποτάμια. Έτσι και θα απελευθερώνονταν τεράστιες χερσαίες εκτάσεις για καλλιέργεια, αλλά και θα εξασφαλίζονταν και ένα μόνιμο απόθεμα νερού για την άρδευσή τους. Τα έργα άρχισαν το 1920 με την κατασκευή ενός φράγματος μήκος 2,5 χλμ. μεταξύ βόρειας Ολλανδίας και του νησιού Βίρινγκεν, το οποίο καλύφτηκε τελικά από το έργο. Ένα δεύτερο φράγμα, μήκους 30 χλμ., ένωσε το 1932 τα δύο άκρα του στομίου του κόλπου. Το τελικό μήκος του έργου έφτασε τα 44 χλμ. και έκλεισε τελείως τον Ζούιντερζεε από τη Βόρεια θάλασσα. Σταδιακά με αυτό το έργο προστέθηκαν στην έκταση της Ολλανδίας περισσότερα από 2.200.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Τα πόλντερς που δημιουργήθηκαν είναι το Βίρινενγκερμιρ, το Νόορντοστ, το Ανατολικό Φλέβολαντ και το Νοτιοδυτικό Φλέβολαντ. Το έδαφος των πόλντερς αυτών αλλά και των άλλων αποτελεί την πιο γόνιμη ολλανδική περιοχή. Σήμερα συζητείται και η δημιουργία του Μάρκερβααρντ. Είναι χαρακτηριστικό πώς μετά την απελευθέρωση των εκτάσεων αυτών η πυκνότητα του πληθυσμού έπεσε από τους 380 κατ. ανά τ. χλμ. στους 330 κατ. ανά τ. χλμ. πάρα τη συνεχιζόμενη αύξηση του πληθυσμού. Η λίμνη που δημιουργήθηκε στη θέση του κόλπου ονομάζεται Ίζελμιρ, έχει έκταση 1.400 τ. χλμ. και χωρητικότητα 3 εκατομ. κυβ. μ. νερού.

Το κλίμα της Ολλανδίας είναι ωκεάνιο, γιατί, αν και σε σχετικά υψηλό βόρειο πλάτος, επηρεάζεται θετικά από τους δυτικούς ανέμους του Ατλαντικού και το θερμό ρεύμα του Κόλπου. Το ρεύμα αυτό μεταφέρει μεγάλες ποσότητες υδρατμών, που σχηματίζουν συχνά ομίχλες πάνω από τις ακτές. Συχνή είναι επίσης και η εμφάνιση ισχυρών δυτικών ανέμων, οι οποίοι μη συναντώντας φυσικά εμπόδια σαρώνουν τις εκτάσεις της χώρας.

Μέσες θερμοκρασίες αναφέρονται για τη Χάγη 2,7° C Ιανουάριο και 16,3° C τον Ιούλιο. Αντίστοιχα στο Άμστερνταμ και το Ρότερνταμ είναι 2,3° C και 16,5°C και 2,6° C και 16,6° C.

Η ετήσια μέση βροχόπτωση ανέρχεται σε περίπου 760 χλστμ. Στη Χάγη είναι 820 χλστμ., στο Άμστερνταμ 850 χλστμ. και στο Ρότερνταμ 800 χλστμ

Η Ολλανδία, όπως και οι υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες του Βορρά, παρουσιάζουν κοινά στοιχεία σ` ό,τι αφορά την πληθυσμιακή αύξηση του πληθυσμού. Πιο συγκεκριμένα, το 2002 το ποσοστό γεννητικότητας (1,15% με πτωτική τάση) ήταν μόλις λίγο μεγαλύτερο από εκείνο της θνησιμότητας (0,86% με αυξητική τάση). Έτσι και η Ολλανδία αναμένεται να περάσει σύντομα στην ομάδα των χωρών που παρουσιάζουν το φαινόμενο του γηράσκοντος πληθυσμού και αργότερα σε εκείνες όπου ο πραγματικός πληθυσμός μειώνεται. Το ποσοστό της βρεφικής θνησιμότητας είναι χαμηλό (0,4%). Κατά την ηλικία ο πληθυσμός αποτελείται σε ποσοστό 18,3% από άτομα μέχρι 14 ετών, κατά 67,9% από άτομα 15-64 ετών και κατά 13,8% από άτομα 65 ετών και άνω. Ο μέσος όρος ζωής, είναι από τους υψηλότερους παγκόσμια (78 έτη), με απόκλιση όμως μεταξύ των δύο φύλων (75 για τους άνδρες, 81 για τις γυναίκες). Ως προς την κατοικία, σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού συγκεντρώνεται στις αστικές περιοχές (91%).

Η Ολλανδία διαθέτει και λόγω του πεδινού εδάφους και λόγω των ανάλογων επενδύσεων άριστο σύστημα χερσαίων συγκοινωνιών. Το συνολικό μήκος του οδικού δικτύου έφτανε το 2000 τα 116.500 χλμ., από τα οποία τα 2.235 ήταν αυτοκινητόδρομοι. Το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι επίσης πυκνό και αποτελεσματικό. Το μήκος του φτάνει τα 2.808 χλμ., από τα οποία τα 2.061 χλμ. ηλεκτροδοτούμενα. Δίκτυο αστικού υπόγειου σιδηροδρόμου είναι εγκαταστημένο στο Άμστερνταμ και το Ρότερνταμ. Ο επίσημος αερομεταφορέας της χώρας είναι η KLM. Τρία είναι τα μεγάλα αεροδρόμια της χώρας (Άμστερνταμ, Ρότερνταμ και Αϊντχόφεν). Σημαντικότερο λιμάνι, το σημαντικότερο ίσως και της βόρειας Ευρώπης, είναι το Ρότερνταμ. Ακολουθεί το λιμάνι του Άμστερνταμ. Τέλος σημαντικό μεταφορικό έργο επιτελείται μέσω του πυκνού δικτύου των υδάτινων δρόμων (ποταμοί, διώρυγες) με μήκος που φτάνει τα 5.046 χλμ.
Τα τηλέφωνα έφταναν το 2000 τα 9,13 (1 ανά 1,7 κατ.), τα ραδιόφωνα τα 15,3 εκατομ. (1 ανά 1,05 κατ.) και οι τηλεοράσεις τα 8,1 εκατομ. συσκευές (1 ανά 1,9 κατ.).