Πληροφορίες για: Πορτογαλία

Περιγραφή

Από τα παλαιότερα κράτη στην Ευρώπη (ιδρύθηκε το 1139, αναγνωρίστηκε επίσημα το 1297), στο νοτιοδυτικό άκρο της ηπείρου. Kαταλαμβάνει το 15% της συνολικής έκτασης της Ιβηρικής χερσονήσου και το 0,9% της συνολικής επιφάνειας της Ευρώπης. Έχει έκταση 92.391 τ. χλμ. (περίπου το 70% της έκταση της Ελλάδας) και πληθυσμό 10.084.245 κατοίκους (εκτίμηση 2002).

Η Πορτογαλία έχει μήκος 561 χλμ. (από βόρεια προς νότια) και πλάτος 218 χλμ. (από ανατολικά προς δυτικά). Βρίσκεται σε βόρειο πλάτος 36°58΄ έως 42°12΄ και δυτικό μήκος 6°1΄48΄΄ έως 9°49΄45΄΄. Βόρεια και ανατολικά συνορεύει με την Ισπανία, ενώ νότια και δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό. Στη χώρα ανήκουν και τα νησιωτικά συγκροτήματα Αζόρες και Μαδέρα στον Ατλαντικό. Μέχρι το 1970 στην Πορτογαλία ανήκαν και τα νησιά Σάο Τομέ και Πρίνσιπε του Πράσινου Ακρωτηρίου, η πορτογαλική Γουινέα, η Αγκόλα και η Μοζαμβίκη στην Αφρική, το Μακάο στην Ασία και το Τιμόρ στην Ωκεανία. Από τις προηγούμενες πρώην αποικίες μόνο το Μακάο ανήκει ακόμα στην Πορτογαλία, υπάρχει όμως συμφωνία για ένταξή του στην Κίνα από το 1999. Πρωτεύουσα της Πορτογαλίας είναι η Λισσαβόνα, με 677.790 κατοίκους.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Προϊστορική και ρωμαϊκή περίοδος
Τα παλαιότερα ανθρώπινα λείψανα στην Πορτογαλία είναι οστά ανθρώπου του Νεάτερνταλ και ανακαλύφθηκαν στο Φουρνίνιας. Η χώρα κατοικούνταν κατά την παλαιολιθική και νεολιθική εποχή. Γύρω στο 2000 π.Χ. ιβηριανές φυλές από την Αφρική εισέβαλαν στην Ιβηρική χερσόνησο, ενώ γύρω στο 700 π.Χ. κελτικές ομάδες από τα Πυρηναία εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Πορτογαλία. Την ίδια εποχή υπήρχαν εμπορικές επαφές με τους Φοίνικες. Όταν οι Ρωμαίοι το 216 π.Χ. νίκησαν τους Καρχηδόνιους και κατέλαβαν όλα τα εδάφη τους στην ανατολική Ιβηρική, επιχείρησαν να υποτάξουν και τις κελτικές και ιβηριανές φυλές στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου. Μία από τις φυλές αυτές, οι Λουσιτανοί, προέβαλαν ισχυρή αντίσταση στους Ρωμαίους, έτσι ώστε μετά την ήττα τους το 139 π.Χ. και την ενσωμάτωσή τους στη ρωμαϊκή Ισπανία η περιοχή τους διατήρησε το όνομα Λουσιτανία, που αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στη σημερινή Πορτογαλία. Η ρωμαϊκή κυριαρχία διατηρήθηκε στην περιοχή για τέσσερις αιώνες και υπήρξε περίοδος σταθερότητας και οικονομικής ευμάρειας. Μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Λουσιτανία κατακτήθηκε από γερμανικά φύλα, πρώτα από τους Σουηβούς (το 411 μ.Χ.) και έπειτα από τους Βησιγότθους (το 585 μ.Χ.). Από την προϊστορική εποχή σώζονται αρκετά μεγαλιθικά μνημεία, κυρίως τάφοι, στην περιοχή Αντελέζο. Κατάλοιπα της ρωμαϊκής περιόδου, κυρίως δρόμους και γέφυρες, συναντά κανείς σε όλη τη χώρα. Τα πιο σημαντικά κατάλοιπα ρωμαϊκών πόλεων σώζονται στην Έβορα, την Κονίμπριγκα, το Πισόες και το Μιλρέου στα νότια της χώρας.
Η κατάκτηση από τους μουσουλμάνους, η ανακατάληψη από τους χριστιανούς και η ίδρυση του Πορτογαλικού βασιλείου
Όταν οι μουσουλμάνοι της Βόρειας Αφρικής νίκησαν τους Βησιγότθους το 711 μ.Χ., η Ιβηρική χερσόνησος έγινε επαρχία του Χαλιφάτου της Δαμασκού. Το 756 ο Αμπντ ελ Ραμάν ίδρυσε το ανεξάρτητο βασίλειο του Αλ Ανταλούς, με πρωτεύουσα την Κόρδοβα, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό πολιτιστικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου. Η Ιβηρική χερσόνησος παρέμεινε στην κυριαρχία των μουσουλμάνων για τους επόμενους τρεις αιώνες. Τον 11ο αιώνα τα μικρά χριστιανικά βασίλεια του βορρά άρχισαν να επαναστατούν και να ανακαταλαμβάνουν τα χαμένα εδάφη. Το κράτος της Πορτογαλίας, που περιοριζόταν στην περιοχή του σημερινού Πόρτο, απέκτησε την ανεξαρτησία του το 1139, όταν ο Αφόνσο Ενρίκες νίκησε τους μουσουλμάνους στην Ουρίκη και ανακηρύχθηκε βασιλιάς του κρατιδίου. Το 1143 με τη συνθήκη της Σαμόρα αναγνωρίστηκε επίσημα η ανεξαρτησία της Πορτογαλίας. Δημιουργήθηκε ο θεσμός των Κορτές (συνελεύσεις των τάξεων), από το οποία το πρώτο συνεδρίασε στην Κοΐμπρα, την πρώτη πρωτεύουσα του κράτους, το 1211. Τα Κορτές έθεσαν τις βάσεις της πορτογαλικής νομοθεσίας. Η απελευθέρωση της Πορτογαλίας ολοκληρώθηκε το 1249, όταν ο βασιλιάς Αφόνσο Γ΄ κατέλαβε το Φάρου στην Αλγκάρβε. Το 1256 η Λισσαβόνα έγινε πρωτεύουσα του κράτους στη θέση της Κοΐμπρα. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Διονύσιου του Φιλελεύθερου (1279-1325) η διάλεκτος του Πόρτο ανακηρύχθηκε εθνική γλώσσα της Πορτογαλίας, ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο της χώρας στη Λισσαβόνα (το 1288, το 1290 μεταφέρθηκε στην Κοΐμπρα) και αναπτύχθηκε η γεωργία, το εμπόριο και η ναυτιλία. Μετά το θάνατο του βασιλιά Φερδινάνδου το 1383 ξέσπασε διαμάχη για τη διαδοχή στο θρόνο της Πορτογαλίας και δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις του κράτους με την Καστίλη. Τελικά, με την υποστήριξη των Άγγλων, επικράτησε ο Ζουάου του οίκου των Αβίς, που εκλέχτηκε βασιλιάς από το κορτές της Κοΐμπρα το 1385. Η επίδραση των μουσουλμάνων στην Πορτογαλία είναι έντονη κυρίως στις νότιες περιοχές της χώρας, όπως στο Λάγκος, στο Φάρου και στο Σίλβες. Στα μέρη αυτά διατηρούνται ακόμα και σήμερα πολλά στοιχεία αραβικής αρχιτεκτονικής. Επίσης, σε αρκετές πόλεις στο βορρά, όπως στη Σίντρα, σώζονται ερείπια από αραβικά κάστρα, πολλά από τα οποία ξαναχτίστηκαν από τους χριστιανούς.
Ο Οίκος των Αβίς. Η εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων (15ος και 16ος αι.)
Ο βασιλιάς Ζουάου ο Α΄ ενίσχυσε τη θέση του συνάπτοντας συμμαχία με την Αγγλία. Την περίοδο της βασιλείας του άρχισε να αναπτύσσεται ο πορτογαλικός επεκτατισμός, ενώ ο γιος του Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος οργάνωσε τις πρώτες μεγάλες θαλάσσιες αποστολές, που συνεχίστηκαν την ονομαζόμενη χρυσή εποχή των ανακαλύψεων κατά τη βασιλεία του Μανουήλ του Α΄ (1495-1521). Οι θαλάσσιες αυτές επιχειρήσεις άνοιξαν τους δρόμους του εμπορίου προς την Ινδία και την Ανατολή και απέφεραν πλούτη στην Πορτογαλία, όπως επίσης και ο εποικισμός της Βραζιλίας. Τα χρήματα, ωστόσο που δαπανήθηκαν για τις αποστολές επιβάρυναν την οικονομία της χώρας.
Η περίοδος των μεγάλων ανακαλύψεων και εξερευνήσεων άρχισε με την κατάληψη της Θέουτα, λιμανιού του Μαρόκου, το 1415. Τα θαλάσσια ταξίδια συνεχίστηκαν στον Ατλαντικό και κατά μήκος των δυτικών ακτών της Αφρικής. Οι Πορτογάλοι οργάνωσαν τον εποικισμό των νησιών Μαδέρα (από το 1418) και των Αζορών (από το 1432). Το 1460 ανακάλυψαν τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, που αποτέλεσαν τα ορμητήριά τους για τα ταξίδια τους στο Νέο Κόσμο πριν από τον Κολόμβο. Γύρω στο 1470 ανακάλυψαν το νησί Σάο Τομέ και έφτασαν στα παράλια νότια του Ισημερινού. Το 1488 ο Μπαρτολομέο Ντίας περιέπλευσε το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και έφτασε στον Ινδικό ωκεανό. Το αποκορύφωμα των ανακαλύψεων για τους Πορτογάλους ήταν το ταξίδι του Βάσκο ντε Γκάμα στις Ινδίες. Σύντομα η Πορτογαλία επέκτεινε τις κτήσεις της στην Ασία (μέχρι την Ιαπωνία) και είχε στον έλεγχό της το εμπόριο των μπαχαρικών στον Ινδικό ωκεανό. Την ίδια εποχή οι ιεραποστολές των Ιησουιτών δημιούργησαν χριστιανικές κοινότητες σε όλη την Άπω Ανατολή. Ωστόσο η μεγάλη διάρκεια και τα έξοδα των ταξιδιών προς την Ανατολή ανάγκασαν τους Πορτογάλους ν` αρχίσουν τα ταξίδια και τις εξερευνήσεις στην άλλη πλευρά, προς τον Ατλαντικό. Το 1500 ο Πέδρο Άλβαρες Καμπράλ ανακάλυψε τη Βραζιλία και κατέστησε την Πορτογαλία εμπορική υπερδύναμη, την οποία ανταγωνιζόταν μόνο η Ισπανία.
Η ισπανική κυριαρχία (17ος αι.)
Το 1580 ο βασιλιάς της Ισπανίας Φίλιππος ο Β΄ εισέβαλε στην Πορτογαλία με τα στρατεύματά του και μετά τη μάχη στην Αλκάνταρα ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Πορτογαλίας. Κατά τη διάρκεια της ισπανικής κυριαρχίας Πορτογάλοι ευγενείς κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στη διοίκηση. Την εποχή αυτή η Πορτογαλία έχασε αρκετές από τις αποικίες της, που περιήλθαν στην Ολλανδία. Το 1640 οι κάτοικοι της Λισσαβόνας επαναστάτησαν κατά των Ισπανών και ο δούκας της Μπραγκάνσα εκλέχτηκε ο επόμενος βασιλιάς της Πορτογαλίας (Ζουάου ο Δ΄). Οι Ισπανοί δεν υποχώρησαν εύκολα και ο πόλεμος για το θρόνο της Πορτογαλίας συνεχίστηκε μέχρι το 1668, οπότε η ηττημένη Ισπανία αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Πορτογαλικού κράτους με τη συνθήκη της Λισσαβόνας. Το 1683 στο θρόνο της Πορτογαλίας ανέβηκε ο Πέτρος ο Β΄ και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1697) οι Πορτογάλοι ανακάλυψαν και εκμεταλλεύτηκαν τα ορυχεία χρυσού και πολύτιμων λίθων στη Βραζιλία, εξασφαλίζοντας τεράστια κέρδη για τη χώρα τους. Για αρκετά χρόνια ο ορυκτός πλούτος της Βραζιλίας αποτελούσε τη βασικότερη πηγή εσόδων του Πορτογαλικού βασιλείου. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της ισπανικής κυριαρχίας του 17ου αι. αποτελούν ναοί στη Λισσαβόνα και την Κοΐμπρα, όπως επίσης και τα ανάκτορα του οίκου των Μπραγκάνσα.
Ο 18ος και ο 19ος αιώνας
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ζουάου Ε΄ (1706-1750) η Πορτογαλία γνώρισε μια περίοδο ιδιαίτερης οικονομικής άνθησης. Το 1703 η Πορτογαλία σύναψε εμπορική συμφωνία με την Αγγλία. Τη ίδια εποχή ιδρύθηκαν πολλές βιβλιοθήκες και ακαδημίες. Το 1755 ένας τρομερός σεισμός κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά τη Λισσαβόνα και ένα μεγάλο τμήμα της νότιας χώρας. Ο μαρκήσιος ντε Πομπάλ, υπουργός και οπαδός των ιδεών του Διαφωτισμού, πρωτοστάτησε στην αναδιοργάνωση της πόλης πάνω σε σύγχρονο, ορθολογιστικό σχέδιο. Επίσης αναδιοργάνωσε το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, απαλλάσσοντάς το από την κηδεμονία της Εκκλησίας. Σ` αυτά τα πλαίσια αναδιοργάνωσε το 1772 το πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα. Ακόμη, περιόρισε τις δραστηριότητες των Βρετανών εμπόρων στην Πορτογαλία. Το 1762 η Ισπανία εισέβαλε για άλλη μια φορά στην Πορτογαλία, η κρίση ωστόσο εκτονώθηκε με την ειρηνευτική συνθήκη του Φονταινεμπλό (1763).
Στις αρχές του 19ου αι. (1807) τα γαλλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πορτογαλία και η βασιλική οικογένεια εκδιώχθηκε στη Βραζιλία. Το 1808, ωστόσο, οι Γάλλοι, κάτω από την πίεση των Πορτογάλων και των Άγγλων συμμάχων τους, αναγκάστηκαν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους και να υπογράψουν την ειρήνη της Σίντρα. Ακολούθησε μια ταραγμένη περίοδος, καθώς τα χρόνια 1808-14 ο Ναπολέοντας προσπάθησε δύο φορές να εισβάλει στην Πορτογαλία με τα στρατεύματά του, αλλά απωθήθηκε από τις πορτογαλικές και αγγλικές δυνάμεις υπό τον Ουέλινγκτον. Την περίοδο 1809-1817 υπογράφτηκε μια σειρά από συμφωνίες ανάμεσα στην Πορτογαλία και τη Μεγάλη Βρετανία, που καθόρισαν το μέλλον πολλών κρατών της Αφρικής. Το 1822, εξάλλου, η Βραζιλία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος. Ακολούθησε μια περίοδος χάους, με αποκορύφωμα τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον φιλελεύθερο Πέτρο τον Δ΄ και τον συντηρητικό Μιχαήλ, ο γνωστός ως Πόλεμος των Δύο Αδελφών (1832-34), που κατέληξε σε ήττα του Μιχαήλ. Το δεύτερο μισό του αιώνα επικράτησε πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Η Πορτογαλία ωστόσο δεν μπόρεσε να εδραιώσει την κυριαρχία της στις αποικίες της Αφρικής.


Ο 20ός αιώνας
Η περίοδος από το 1910 μέχρι το 1974


Στις αρχές το 20ού αιώνα ήταν τόση η δυσαρέσκεια από τη μοναρχία, που το 1910, μετά από εξέγερση των δημοκρατικών, ο βασιλιάς Μανουήλ ο Β΄ εκθρονίστηκε και εξορίστηκε. Η προσωρινή κυβέρνηση που ανέλαβε τη διακυβέρνηση δεν απέκτησε την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης και οδήγησε τη χώρα σε πολιτική και οικονομική κρίση. Την περίοδο 1911-1926 πραγματοποιήθηκαν εξεγέρσεις φιλομοναρχικών και στρατιωτικά πραξικοπήματα, είκοσι επαναστάσεις, ενώ συνολικά σαράντα διαφορετικές κυβερνήσεις ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας. Το 1916 η Πορτογαλία πήρε το μέρος της Βρετανίας και της Γαλλίας εναντίον των Γερμανών κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκόσμιου πολέμου.
Το 1926 εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα στην Πορτογαλία και ο στρατηγός Καρμόνα ανέλαβε νέος πρόεδρος της χώρας, την οποία κυβέρνησε μέχρι το θάνατό του το 1951. Το 1928 ο Αντόνιου Σαλαζάρ ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών και επιβάλλοντας αυστηρά μέτρα λιτότητας προσπάθησε να εκτονώσει την οικονομική κρίση που μάστιζε από τις αρχές του αιώνα τη χώρα. Πέτυχε την απόσβεση των εθνικών χρεών, δεν κατάφερε όμως να ανακουφίσει το λαό από τη φτώχεια και την ανεργία, που συνεχώς αυξάνονταν. Το 1932 έγινε πρωθυπουργός και το 1951, μετά το θάνατο του Καρμόνα, ανέλαβε το αξίωμα του προέδρου του Πορτογαλικού κράτους. Το "Νέο Κράτος", όπως ονομάστηκε το καθεστώς του Σαλαζάρ, ακολούθησε ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, με βασικούς στόχους την εξηλεκτρισμό, την εκβιομηχάνιση, την αναδάσωση και τον εκσυγχρονισμό του δικτύου μεταφορών και επικοινωνιών. Το 1949 ο νευροχειρουργός Αντόνιου Εγκάς Μονίς κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής. Το 1961 η Πορτογαλία έχασε τα αποικιακά της εδάφη στην Ασία, ενώ το 1964 σημειώθηκαν απελευθερωτικά κινήματα στις αποικίες Αγκόλα, Γουινέα και Μοζαμβίκη στην Αφρική.
Τον Απρίλιο του 1974 η ονομαζόμενη "Επανάσταση την λοχαγών" ή "Επανάσταση των Γαριφάλων" (ονομάστηκε έτσι από τα λουλούδια που πρόσφερε ο λαός στους εξεγερμένους στρατιωτικούς) έθεσε τέρμα στο στρατιωτικό καθεστώς του Σαλαζάρ. Η εξέγερση πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα διακοσίων περίπου στρατιωτικών, που ήταν δυσαρεστημένοι με την πολιτική της κυβέρνησης σχετικά με τις πορτογαλικές κτήσεις στην Αφρική. Οι επαναστάτες, που ήταν στην πλειοψηφία τους μαρξιστές, κατάργησαν τα όργανα και τους θεσμούς του "Νέου Κράτους". Αμέσως μετά την επανάσταση, το 1975, όλες οι αφρικανικές αποικίες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Το 1976 έγιναν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές στη χώρα μετά από περίπου πενήντα χρόνια και ο σοσιαλιστής Μάριο Σουάρες ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας. Την ίδια χρονιά ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα, που αναθεωρημένο ισχύει μέχρι σήμερα στην Πορτογαλία. Στις εκλογές του 1985 οι σοσιαλδημοκράτες, με αρχηγό τον Καβάκο Σίλβα, κέρδισαν τις βουλευτικές εκλογές και ανέλαβαν τη διακυβέρνηση του κράτους. Το 1986 η Πορτογαλία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις εκλογές της ίδιας χρονιάς ο Μάριο Σουάρες αναδείχθηκε ο πρώτος μη στρατιωτικός πρόεδρος της χώρας μετά από 60 χρόνια (επανεκλέχτηκε το 1991). Την ίδια χρονιά το κόμμα του πρωθυπουργού Καβάκο Σίλβα εξασφάλισε και πάλι την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Τον Ιανουάριο του 1992 η Πορτογαλία ανέλαβε την εξάμηνη προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς οι Πορτογάλοι βουλευτές επικύρωσαν με την ψήφο τους τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Στις εκλογές του Οκτωβρίου του 1995 νικητές αναδείχτηκαν οι σοσιαλιστές, με αρχηγό τον Αντόνιο Γκουτέρες. Τον Μάρτιο του 1996 ο Ζόρζε Σαμπάιου ανέλαβε την προεδρία της χώρας.
Το καλοκαίρι του 1998 (21 Μαΐου - 30 Σεπτεμβρίου) η Πορτογαλία ανέλαβε τη διοργάνωση της τελευταίας παγκόσμιας εμπορικής και πολιτισμικής έκθεσης του 20ού αιώνα (EXPO `98), με γενικότερο θέμα "Οι Ωκεανοί".

Σήμερα πρόεδρος της χώρας είναι από τον Μάρτιο του 1996 ο Ζόρζε Σαμπάιου και πρωθυπουργός από τον Απρίλιο του 2002 είναι ο Χοσέ Μανουέλ Ντουράο Μπαρόσο.

Η Πορτογαλία αποτελείται κυρίως από βαθύπεδα και μόνο το 11,6% της επιφάνειας της χώρας έχει υψόμετρο πάνω από 700 μ. Ο ποταμός Τάγος, που ρέει από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά, χωρίζει τη χώρα σε δύο τμήματα. Στη νότια Πορτογαλία το ανάγλυφο είναι ομαλό, με πεδιάδες, πλατιές λεκάνες ποταμών, λίγους λόφους και μόνο μια οροσειρά με υψόμετρο πάνω από 1.000 μ. Στη βόρεια Πορτογαλία το 90% του εδάφους έχει ύψος πάνω από 400 μ. με κύριο χαρακτηριστικό τα μεγάλα οροπέδια που τέμνονται από βαθιές κοιλάδες. Ειδικότερα, όσον αφορά τη μορφολογία εδάφους, η χώρα μπορεί να διακριθεί σε τρεις ζώνες:

α) Η πρώτη περιλαμβάνει το βόρειο τμήμα της Πορτογαλίας, που ορίζεται από τους ποταμούς Μίνιου στα βόρεια και Ντόουρου (Δούρος) στα νότια. Στην περιοχή αυτή ανήκουν οι επαρχίες Μίνιου, Ντόουρου Λιτουράλ και Τρας-ο-Μόντες ε Άλτου Ντόουρου. Στις δύο πρώτες επαρχίες απαντούν πολλές οροσειρές κατά μήκος του Ατλαντικού, με ψηλότερη τη Σέρα ντου Λαρόουκου. Η τρίτη επαρχία αποτελεί ένα υψίπεδο, που αποτελεί προέκταση ισπανικού οροπεδίου και χαρακτηρίζεται από βαθιές κοιλάδες πολυάριθμων ποταμών. Το υψίπεδο περιβάλλεται από την οροσειρά Σέρα ντε Νουγκέιρα (1.315 μ.).

β) Η δεύτερη ζώνη ορίζεται από τους ποταμούς Ντόουρου και Τάγο και περιλαμβάνει τις κεντρικές επαρχίες Μπέιρα (που διαιρείται στην Μπέιρα Άλτα, την Μπέιρα Μπάισα και την Μπέιρα Λιτουράλ), Εστρεμαδούρα και Ριμπατέζου. Στην περιοχή αυτή βρίσκεται η ψηλότερη οροσειρά της Πορτογαλίας, η Σέρα ντα Εστρέλα (1.990 μ.) στα όρια βόρειας και νότιας Πορτογαλίας. Προς τα νοτιοδυτικά υψώνονται οι οροσειρές Σέρα ντε Άσουρ (1.405 μ.) και Σέρα ντα Λοουσά (1.204 μ.). Πολλοί ποταμοί διαρρέουν τις κοιλάδες της ζώνης αυτής και το ανάγλυφό της είναι παρόμοιο με αυτό της πρώτης ζώνης,

γ) Στην τρίτη ζώνη ανήκουν οι νότιες επαρχίες Αλεντέζου (Άλτου και Μπάισου) και Αλγκάρβε και η περιοχή ορίζεται από τον ποταμό Τάγο και τον Ατλαντικό. Η επαρχία Άλτου Αλεντέζου έχει ομαλό ανάγλυφο με μέσο υψόμετρο μόλις 200-500 μ. Στις νοτιότερες επαρχίες Μπάισου Αλεντέζου και Αλγκάρβε, στα νότια της πεδιάδας της Μπάισου Αλεντέζου, υψώνεται η οροσειρά Σέρα ντου Καλντεϊράου (580 μ.), ενώ χαρακτηριστικοί είναι οι εκτεταμένοι κρημνοί στις ακτές της επαρχίας Αλγκάρβε.

Τα δύο νησιωτικά συγκροτήματα Μαδέρα και Αζόρες είναι ηφαιστειογενή. Τον Ιούλιο του 1998 ένας καταστροφικός σεισμός μεγέθους 6 Ρίχτερ έπληξε τις Αζόρες.

Το κλίμα της Πορτογαλίας είναι εύκρατο, με ήπιους, υγρούς χειμώνες και άνυδρα καλοκαίρια. Τόσο ο Ατλαντικός όσο και η Μεσόγειος επηρεάζουν το κλίμα της χώρας και αποτελούν τους βασικούς παράγοντες διαφοροποίησης του κλίματος από περιοχή σε περιοχή. Έτσι, στις βόρειες επαρχίες οι ψυχροί άνεμοι του ωκεανού μειώνουν τη θερμοκρασία και κάνουν το κλίμα ελαφρά ωκεάνιο. Στο νότο οι κλιματικές συνθήκες επηρεάζονται από τη Μεσόγειο και το κλίμα γίνεται θερμότερο. Στην περιοχή του Πόρτο στα βόρεια η μέση θερμοκρασία τον Ιανουάριο είναι 9°C και τον Ιούλιο 19,5° C. Στη Λισσαβόνα, πιο νότια, οι αντίστοιχες θερμοκρασίες φτάνουν τους 11° C και 22° C. Στο βορρά το μέσο ετήσιο ύψος των βροχοπτώσεων είναι 1.150 mm, ενώ στις νότιες περιοχές φτάνει μόλις τα 685 mm. Ο Αύγουστος είναι συνήθως ο πιο ζεστός μήνας του έτους.

Η Πορτογαλία έχει πληθυσμό 10.084.245 κατοίκους (εκτίμηση 2002) και πυκνότητα 109 άτομα ανά τ. χλμ. Οι βόρειες επαρχίες είναι πιο πυκνοκατοικημένες από αυτές του νότου, ενώ τη μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού παρουσιάζουν οι περιοχές γύρω από τη Λισσαβόνα και το Πόρτο. Το 36% του πληθυσμού της χώρας ζει σε αστικές και το 64% σε αγροτικές περιοχές. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι ιδιαίτερα χαμηλός (0,18% υπολογίστηκε το έτος 2002). Το 2002 ο μέσος όρος ζωής ήταν τα 72,65 χρόνια για τους άνδρες και τα 79,87 για τις γυναίκες, ενώ την ίδια χρονιά η βρεφική θνησιμότητα υπολογίστηκε σε 5,8 θανάτους ανά 1000 γεννήσεις. Το 16,9% του πληθυσμού αποτελούν παιδιά μέχρι 14 ετών, το 67,3% είναι από 15 μέχρι 64 χρονών και το 15,8% είναι πάνω από 65 χρονών (στατιστικά στοιχεία του 2002).

Στην Πορτογαλία υφίσταται ικανοποιητικό δίκτυο μεταφορών, που βελτιώνεται συνεχώς. Το 2000 το μήκος του οδικού δικτύου ήταν 68.732 χλμ. και του σιδηροδρομικού 2.850 χλμ. Η χώρα διαθέτει 14 πολιτικά αεροδρόμια, με μεγαλύτερα αυτά της Λισσαβόνας, του Πόρτο και του Φάρου και 3 αξιόλογα λιμάνια, της Λισσαβόνας, του Σετούμπαλ και του Λεϊσόες. Στα τέλη της δεκαετίας του `90 αντιστοιχούσε 1 τηλεόραση ανά 6 άτομα, 1 ραδιόφωνο ανά 4 άτομα και 1 τηλέφωνο ανά 3 κατοίκους. Στη χώρα λειτουργούσαν 47 ραδιοφωνικοί σταθμοί στα μεσαία κύματα, 172 σταθμοί στα FM και 62 τηλεοπτικά κανάλια.