Πληροφορίες για: Καμερούν

Περιγραφή

Το Καμερούν (επίσημα Δημοκρατία του Καμερούν, Γαλλικά: République du Cameroun) είναι κράτος της κεντρικής και δυτικής Αφρικής. Συνορεύει με τη Νιγηρία στα δυτικά, το Τσαντ στα βορειοανατολικά, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία στα ανατολικά και την Ισημερινή Γουινέα, τη Γκαμπόν και τη Δημοκρατία του Κονγκό στα νότια. Στα δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Έχει έκταση 475.440 km² και πληθυσμό 18.879.301 κατοίκους, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2009. Το Καμερούν χαρακτηρίζεται από μεγάλη μορφολογική αλλά και πολιτισμική ποικιλότητα. Στην επικράτειά του υπάρχουν παραλίες, έρημοι, βουνά, τροπικά δάση και σαβάνες και ζουν πάνω από 200 διαφορετικές εθνοτικές και γλωσσικές ομάδες. Πρωτεύουσα είναι η Γιαουντέ και μεγαλύτερη πόλη η Ντουάλα. Επίσημες γλώσσες είναι τα Γαλλικά και τα Αγγλικά.

Το όνομά του προέρχεται από την ονομασία Rio dos Camarões (Ποταμός των γαρίδων) που έδωσαν στην περιοχή Πορτογάλοι εξερευνητές τον 15ο αιώνα. Τον 19ο αιώνα η ισλαμική εθνοτική ομάδα των Φούλα ίδρυσε το Εμιράτο Ανταμάουα στα βόρεια της χώρας ενώ άλλες ομάδες ίδρυσαν τα δικά τους βασίλεια στα δυτικά και τα βορειοδυτικά. Το 1884 το Καμερούν έγινε γερμανική αποικία. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή μοιράστηκε μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας στα πλαίσια της Εντολής της Κοινωνίας των Εθνών. Το κόμμα Union des Populations du Cameroun (Ένωση των λαών του Καμερούν) επεδίωξε ανεξαρτησία αλλά τέθηκε εκτός νόμου τη δεκαετία του 1950. Το 1960 το Γαλλικό Καμερούν έγινε ανεξάρτητο ως Δημοκρατία του Καμερούν με πρόεδρο τον Αχμαντού Αχιτζό. Το νότιο τμήμα του Βρετανικού Καμερούν ενώθηκε μαζί του το 1961 σχηματίζοντας την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία του Καμερούν. Η χώρα έγινε ενιαία δημοκρατία το 1972 και το 1984 μετονομάστηκε σε Δημοκρατία του Καμερούν.

Σε σχέση με άλλες χώρες της Αφρικής το Καμερούν έχει μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική σταθερότητα. Αυτό έχει επιτρέψει την ανάπτυξη της γεωργίας, του μεταφορικού δικτύου αλλά και της βιομηχανίας πετρελαιοειδών και ξυλείας. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού όμως, ιδίως του αγροτικού, εξακολουθεί να ζει στη φτώχεια. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του προέδρου Πολ Μπιγιά και του κόμματός του Rassemblement démocratique du Peuple Camerounais (Λαϊκό Δημοκρατικό Κίνημα του Καμερούν) και η διαφθορά είναι εκτεταμένη. Η αγγλόφωνη κοινότητα της χώρας αποξενώνεται από την κυβέρνηση και αγγλόφωνοι πολιτικοί ζητούν μεγαλύτερη αποκέντρωση μέχρι και της απόσχισης των πρώην βρετανικών περιοχών. Το πολίτευμα του Καμερούν είναι Προεδρική Δημοκρατία και Πρόεδρος από το 1982 είναι ο Πολ Μπιγιά. Ο Πρόεδρος του Καμερούν έχει ευρείες εξουσίες που του επιτρέπουν να διαμορφώνει πολιτική, να διοικεί τις κυβερνητικές υπηρεσίες και τις ένοπλες δυνάμεις, να διαπραγματεύεται και να επικυρώνει συνθήκες καθώς και να κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο πρόεδρος διορίζει κυβερνητικούς λειτουργούς σε όλα τα επίπεδα, από τον πρωθυπουργό (που επίσημα θεωρείται ο αρχηγός της κυβέρνησης), τους περιφερειακούς κυβερνήτες αλλά και τα μέλη δημοτικών συμβουλίων σε μεγάλες πόλεις. Ο πρόεδρος εκλέγεται από το λαό για θητεία επτά χρόνων. Σε μικρές πόλεις ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι είναι αιρετοί. Το Καμερούν αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα διαφθοράς, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Το 1997 ιδρύθηκαν γραφεία καταπολέμησης της διαφθοράς σε 29 υπουργεία, αλλά μόνο το 25% απ' αυτά λειτούργησαν, και το 2007 η Διεθνής Διαφάνεια κατέταξε το Καμερούν 138ο ανάμεσα σε 163 χώρες στο Δείκτη Αντίληψης για τη Διαφθορά. Τον Ιανουάριο του 2006 ο πρόεδρος Μπιγιά ξεκίνησε μια νέα δράση εναντίον της διαφθοράς υπό την εποπτεία του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ενάντια στη Διαφθορά. Το νομικό σύστημα του Καμερούν βασίζεται στο γαλλικό αστικό δίκαιο με επιρροές από το κοινό δίκαιο. Αν και κατ' όνομα ανεξάρτητη, η δικαιοσύνη υπάγεται στο κυβερνητικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο πρόεδρος διορίζει δικαστές σε όλα τα επίπεδα. Το δικαστικό σώμα διαιρείται επίσημα σε πρωτοβάθμια δικαστήρια, εφετεία και το Ανώτατο Δικαστήριο. Η Εθνοσυνέλευση εκλέγει τα εννέα μέλη του Ανώτερου Δικαστηρίου, ένα ειδικό δικαστήριο που δικάζει υψηλόβαθμα μέλη της κυβέρνησης που κατηγορούνται ότι διέπραξαν εσχάτη προδοσία ή ότι έβλαψαν την εθνική ασφάλεια. Διεθνείς οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα καταγγέλλουν ότι η αστυνομία και ο στρατός κακοποιούν ή και βασανίζουν κατηγορούμενους για ποινικά αδικήματα, μέλη μειονοτήτων, ομοφυλόφιλους και πολιτικούς ακτιβιστές. Οι κρατούμενοι στις φυλακές συνωστίζονται και δεν έχουν επαρκή πρόσβαση σε τροφή και ιατρική περίθαλψη. Επίσης καταγγέλλεται ότι στις φυλακές που διοικούνται από τους τοπικούς άρχοντες του βορρά κρατούνται πολιτικοί αντίπαλοι με εντολή της κυβέρνησης. Ωστόσο από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έχει αυξηθεί ο αριθμός των αστυνομικών και χωροφυλάκων που διώκονται για κατάχρηση εξουσίας. Η Εθνοσυνέλευση ασκεί τη νομοθετική εξουσία. Το νομοθετικό σώμα αποτελείται από 180 μέλη που εκλέγονται για πενταετή θητεία και συνεδριάζουν τρεις φορές το χρόνο. Οι νόμοι ψηφίζονται κατά πλειοψηφία. Η Εθνοσυνέλευση σπάνια τροποποιεί ή απορρίπτει τη νομοθεσία που προτείνει ο Πρόεδρος. Το Σύνταγμα του 1996 θεσπίζει και ένα δεύτερο κοινοβουλευτικό σώμα, την 100-μελή Γερουσία, η οποία όμως δεν έχει μέχρι στιγμής λειτουργήσει. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει την εξουσία τοπικών αρχόντων και αρχηγών φυλών να κυβερνούν σε τοπικό επίπεδο και να επιλύουν διαφορές, αρκεί οι αποφάσεις τους να μην είναι αντίθετες με την εθνική νομοθεσία. Το κόμμα του Προέδρου Πολ Μπιγιά Λαϊκό Δημοκρατικό Κίνημα του Καμερούν ήταν το μόνο νόμιμο μέχρι το Δεκέμβριο του 1990. Από τότε έχουν ιδρυθεί πολλά τοπικά και εθνοτικά κόμματα. Αξιωματική αντιπολίτευση είναι το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Μέτωπο (Social Democratic Front) το οποίο έχει μεγάλη επιρροή κυρίως στις αγγλόφωνες περιοχές και αρχηγός του είναι ο Τζον Φρου Ντι (John Fru Ndi). Ο Μπιγιά και το κόμμα του έχουν διατηρήσει τον έλεγχο στην προεδρία και την Εθνοσυνέλευση, αλλά οι πολιτικοί τους αντίπαλοι καταγγέλλουν αδικίες. Διεθνείς οργανώσεις ισχυρίζονται ότι η κυβέρνηση καταστέλλει τις ελευθερίες των οπαδών της αντιπολίτευσης απαγορεύοντας τις διαδηλώσεις και τις συγκεντρώσεις τους και συλλαμβάνοντας πολιτικούς αρχηγούς και δημοσιογράφους.

Εκλογές
Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 20 ετών και άνω. Οι τελευταίες προεδρικές εκλογές έγιναν στις 11 Οκτωβρίου 2004 και οι τελευταίες βουλευτικές στις 22 Ιουλίου 2007.

Βουλευτικές εκλογές 2013
Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, μαζί με τις τοπικές εκλογές, το κυβερνών Δημοκρατικό Κίνημα του Λαού του Καμερούν (RDPC) κέρδισε ξανά την απόλυτη πλειοψηφία εδρών στην Εθνοσυνέλευση, με 148 επί συνόλου 180 εδρών, ενώ το αντιπολιτευόμενο Σοσιαλδημοκρατικό Μέτωπο πήρε 18 έδρες.

Το Καμερούν έχει έκταση 475.442 τετραγωνικών χιλιομέτρων και είναι η 53η χώρα στον κόσμο σε έκταση. Δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό και ειδικότερα από τον Όρμο του Μπόνι που είναι τμήμα του Κόλπου της Γουινέας. Στην ταξιδιωτική λογοτεχνία συχνά ονομάζεται «Αφρική σε μικρογραφία» καθώς περιλαμβάνει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από τα πολλά διαφορετικά φυσικά τοπία όλης της ηπείρου: ακτές, ερήμους, βουνά, τροπικά δάση και σαβάνες. Συνορεύει με τη Νιγηρία στα δυτικά, το Τσαντ στα βορειοανατολικά, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία στα ανατολικά και την Ισημερινή Γουινέα, τη Γκαμπόν και τη Δημοκρατία του Κονγκό στα νότια. Το Καμερούν διαιρείται σε πέντε μείζονες γεωγραφικές ζώνες με διακριτά χαρακτηριστικά φυσικής μορφολογίας, κλίματος και βλάστησης. Μια παράκτια πεδινή ζώνη εκτείνεται προς το εσωτερικό της χώρας σε βάθος 15 με 150 χιλιομέτρων και έχει μέσο υψόμετρο 90 μέτρων. Αυτή η ζώνη έχει κλίμα ζεστό και υγρό, με μια πολύ σύντομη ξηρή περίοδο, καταλαμβάνεται από πυκνά δάση και δέχεται βροχόπτωση από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Ένα τμήμα αυτής της περιοχής ανήκει στο ευρύτερο οικοσύστημα των Παράκτιων δασών Κρος-Σανάγκα-Μπιόκο (Cross-Sanaga-Bioko). Μετά την παράκτια ζώνη προς το εσωτερικό της χώρας εκτείνονται τα Υψίπεδα του Νότιου Καμερούν με μέσο υψόμετρο 650 μέτρων. Καταλαμβάνονται από ισημερινά τροπικά δάση με εναλλαγή υγρής και ξηρής περιόδου, που τα καθιστούν λιγότερο υγρά απ' αυτά της ακτής. Αυτή τη περιοχή είναι τμήμα του οικοσυστήματος των Παράκτιων Δασών Ισημερινού Ατλαντικού. Μια ακανόνιστη σειρά από βουνά, λόφους και οροπέδια, γνωστή ως Οροσειρά του Καμερούν, εκτείνεται από το Όρος Καμερούν κοντά στην ακτή, ένα ενεργό ηφαίστειο όπου βρίσκεται το υψηλότερο σημείο της χώρας στα 4.095 μέτρα, μέχρι σχεδόν τη λίμνη Τσαντ στο βορειότερο άκρο της χώρας. Αυτή η περιοχή απολαμβάνει ένα ήπιο κλίμα, ειδικά στα δυτικά υψίπεδα, παρόλο που η βροχόπτωση είναι υψηλή. Τα εδάφη της είναι από τα πιο γόνιμα του Καμερούν, ιδίως γύρω από το ηφαιστειακό Όρος Καμερούν. Στην περιοχή βρίσκονται ηφαιστειογενείς λίμνες. Από μία απ' αυτές, τη λίμνη Νιός, αναδύθηκε στις 21 Αυγούστου 1986 μεγάλη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που προκάλεσε το θάνατο μεταξύ 1.700 και 2.000 ανθρώπων.  Ακόμα πιο βόρεια, ανάμεσα στο οροπέδιο Ανταμάουα και τη λίμνη Τσαντ εκτείνεται μια πεδινή περιοχή με μέσο υψόμετρο από 300 ως 350 μέτρα. Καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση και σαβάνες. Είναι μια άγονη περιοχή με χαμηλή βροχόπτωση και υψηλή διάμεση θερμοκρασία. Το Καμερούν έχει τέσσερις λεκάνες απορροής. Στο νότο, οι μεγαλύτεροι ποταμοί είναι οι Ntem, Nyong, Sanaga και Wouri. Ρέουν προς τα νοτιοδυτικά ή προς τα δυτικά και εκβάλουν στον Κόλπο της Γουινέας. Οι ποταμοί Dja και Kadéï ρέουν νοτιοανατολικά και καταλήγουν στον ποταμό Κονγκό. Στο βόρειο Καμερούν ο ποταμός Bénoué ρέει βόρεια και δυτικά και εκβάλλει στο Νίγηρα. Ο ποταμός Logone ρέει βόρεια και καταλήγει στη λίμνη Τσαντ, την οποία το Καμερούν μοιράζεται με τρεις γειτονικές χώρες.

Το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση έχει οριοθετήσει αυτή την περιοχή ως το οικοσύστημα Δασών των Υψιπέδων του Καμερούν, με το Όρος Καμερούν να εξετάζεται ξεχωριστά, καθώς ως ενεργό ηφαίστειο έχει διαφορετικό περιβάλλον από τα υπόλοιπα βουνά της περιοχής. Στα βόρεια της χώρας βρίσκεται το Οροπέδιο Ανταμάουα, το οποίο σχηματίζει ένα φυσικό σύνορο μεταξύ βορρά και νότου. Το μέσο υψόμετρο είναι 1.100 μέτρα και η θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ 22 °C και 25 °C με υψηλά επίπεδα βροχόπτωσης.

Ο ΟΗΕ εκτιμά τον πληθυσμό του Καμερούν για το 2009 στους 19.522.000 κατοίκους. Ο πληθυσμός είναι νέος σε ηλικία, κατ' εκτίμηση το 40,9% είναι κάτω από 15 και το 96,7% κάτω από 65. Ο ρυθμός γεννήσεων εκτιμάται σε 34,1 ανά 1000 ανθρώπους και ο ρυθμός θανάτων σε 12,2 ανά χίλιους. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2013 τα 55,02 χρόνια (54,1 χρόνια οι άνδρες και 55,95 οι γυναίκες). Ο πληθυσμός του Καμερούν είναι σχεδόν ισόποσα μοιρασμένος σε αστικό και αγροτικό. Η πυκνότητα πληθυσμού είναι υψηλότερη στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα δυτικά υψίπεδα και τα βορειοανατολικά πεδινά. Οι Ντουάλα, Γιαουντέ και Γκαρούα είναι οι μεγαλύτερες πόλεις. Αντίθετα το Οροπέδιο Ανταμάουα, η λεκάνη Bénoué στα νοτιοανατολικά και το μεγαλύτερο μέρος των Υψιπέδων Νότιου Καμερούν είναι αραιοκατοικημένα. Πληθυσμοί από τα πυκνοκατοικημένα δυτικά υψίπεδα και τον υπανάπτυκτο βορρά μετακινούνται προς την ακτή και τα αστικά κέντρα για εύρεση εργασίας. Σε μικρότερο βαθμό πληθυσμοί αναζητούν εργασία σε μονάδες επεξεργασίας ξυλείας και φυτείες στα νότια και τα ανατολικά. Σε εθνικό επίπεδο η αναλογία των φύλων είναι ισόρροπη, όμως επειδή οι εσωτερικοί μετανάστες είναι κατά κύριο λόγο άντρες σε κάποιες περιοχές η αναλογία διαταράσσεται. Στο Καμερούν εφαρμόζεται και η μονογαμία και η πολυγαμία και οι οικογένειες έχουν πολλά μέλη. Στο βορρά οι γυναίκες φροντίζουν το σπίτι και οι άντρες είναι κτηνοτρόφοι ή αγρότες. Στο νότο οι γυναίκες καλλιεργούν προϊόντα για την τροφή της οικογένειας και οι άντρες παρέχουν το κρέας ή καλλιεργούν προϊόντα προς πώληση. Η καμερουνέζικη κοινωνία είναι πατριαρχική και η καταπίεση και η βία ενάντια των γυναικών είναι συνηθισμένη. Στο Καμερούν εκτιμάται ότι ζουν περισσότερες από 200 διαφορετικές εθνοτικές και γλωσσικές ομάδες, με τον ακριβή αριθμό να κυμαίνεται ανάμεσα σε 230 και 282. Το Οροπέδιο Ανταμάουα είναι ένα φυσικό σύνορο που σε γενικές γραμμές τις χωρίζει σε βόρειες και νότιες ομάδες. Στο βορρά ζουν ομάδες σουδανέζικης εθνοτικής καταγωγής, οι οποίες συγκεντρώνονται στα κεντρικά υψίπεδα και στις βόρειες πεδιάδες, καθώς και ομάδες Φουλά, οι οποίες έχουν παρουσία σε όλες τις περιοχές του βόρειου Καμερούν. Ένας μικρός αριθμός από Άραβες Shuwa (Baggara) ζουν κοντά στη λίμνη Τσαντ. Το νότιο Καμερούν κατοικείται από γλωσσικές ομάδες Μπαντού και Ημί-Μπαντού. Οι ομιλούντες τις Μπαντού κατοικούν στις παράκτιες και στις ισημερινές ζώνες, ενώ οι ομιλούντες τις Ημί-Μπαντού στα δυτικά λιβάδια. Περίπου 5.000 Πυγμαίοι ζουν περιπλανώμενοι στα νοτιοανατολικά και παράκτια τροπικά δάση ή κατοικούν σε μικρούς οικισμούς κατά μήκος των δρόμων. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα αλλοδαπών είναι Νιγηριανοί, κυρίως της φυλής Ίγκμπο. Το 2008 στο Καμερούν ζούσαν περίπου 91.900 πρόσφυγες και αιτούντες ασύλου. Απ' αυτούς περίπου 65.200 ήρθαν από την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, εκτοπισμένοι κυρίως λόγω του πολέμου, 20.000 από το Τσαντ και 3.000 από τη Νιγηρία. Από το 2005 έχουν αυξηθεί οι απαγωγές Καμερουνέζων από Κεντροαφρικανούς ληστές.

Γλώσσες
Επίσημες γλώσσες είναι τα Γαλλικά και τα Αγγλικά που εισήχθησαν κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας. Διαιρούν τον πληθυσμό σε αγγλόφωνο, περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού με παρουσία στα νοτιοδυτικά και τα βορειοδυτικά, και σε γαλλόφωνο στο υπόλοιπο της χώρας. Μια αγγλική κρεολική γλώσσα (Cameroonian Pidgin English) χρησιμοποιείται ως lingua franca, ειδικά στις περιοχές που ήταν αποικία των Βρετανών. Μια μίξη αυτής της γλώσσας με τα Αγγλικά και τα Γαλλικά (Camfranglais) αναπτύσσεται στα αστικά κέντρα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Θρησκεία
Το Καμερούν έχει μεγάλη θρησκευτική πολυμορφία και οι κάτοικοι απολαμβάνουν μεγάλο βαθμό θρησκευτικής ελευθερίας. Το 40% του πληθυσμού ασπάζεται αυτόχθονες θρησκείες, το 40% ασπάζεται το Χριστιανισμό και το 20% το Ισλάμ. Οι χριστιανοί συγκεντρώνονται κυρίως στις νότιες και δυτικές περιοχές. Οι μουσουλμάνοι βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς σε όλες τις περιοχές αλλά συγκεντρώνονται κυρίως στο βορρά. Παρατηρείται μεγάλη εσωτερική μετανάστευση. Οι μεγάλες πόλεις έχουν σημαντικούς πληθυσμούς και των δύο θρησκειών, με τζαμιά και εκκλησίες συχνά να βρίσκονται κοντά μεταξύ τους. Οι αγγλόφωνες περιοχές στα δυτικά είναι κατά κύριο λόγο προτεσταντικές, ενώ οι γαλλόφωνες στα δυτικά και τα νότια κατά κύριο λόγο καθολικές. Οι εθνοτικές ομάδες του νότου ασπάζονται χριστιανικά και ανιμιστικά δόγματα ή ένα συγκρητικό συνδυασμό και των δύο. Διαδεδομένη είναι η πίστη στη μαγεία, που η κυβέρνηση απαγορεύει. Ύποπτοι για μαγεία συχνά υπόκεινται σε βία του όχλου. Στις βόρειες περιοχές κυρίαρχη εθνοτική ομάδα είναι οι ως επί το πλείστον μουσουλμάνοι Φουλά, αλλά κάποιες ομάδες διατηρούν τα ανιμιστικά πιστεύω τους και αποκαλούνται Κιρντί από τους Φουλά (που σημαίνει παγανιστές στη γλώσσα τους). Η εθνοτική ομάδα Μπαμούμ στα δυτικά είναι επίσης κατά κύριο λόγο μουσουλμανική. Οι παραδοσιακές αυτόχθονες θρησκείες εξασκούνται σε αγροτικές περιοχές σε όλη τη χώρα, αλλά σπάνια στις πόλεις, εν μέρει επειδή πολλές απ' αυτές έχουν έναν εγγενή τοπικό χαρακτήρα. Επίσης, σε όλη τη χώρα υπάρχουν 37.844 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 1.359 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Οι μεταφορές στο Καμερούν είναι συχνά δυσχερείς. Οι δρόμοι που συνδέουν τις μεγάλες πόλεις είναι σχετικά καλοί, έχουν μια λωρίδα κυκλοφορίας και για τη διέλευσή τους χρεώνονται διόδια. Οι υπόλοιποι δρόμοι δεν συντηρούνται επαρκώς και είναι εκτεθειμένοι στις κακές καιρικές συνθήκες, καθώς μόνο το 10% του οδικού δικτύου είναι ασφαλτοστρωμένο. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι κρατικό και εκτείνεται από την Kumba στα δυτικά ως στο Bélabo στα ανατολικά και τη Ngaoundéré στο βορρά. Υπάρχουν δύο διεθνή αεροδρόμια στη Ντουάλα και τη Γκαρουά καθώς και ένα μικρότερο στη Γιαουντέ. Το αεροδρόμιο της Bamenda έχει κλείσει. Το κύριο θαλάσσιο λιμάνι της χώρας είναι στην Ντουάλα, στις εκβολές του ποταμού Wouri. Στο βορρά ο ποταμός Bénoué είναι εποχικά πλωτός από τη Γκαρουά ως το εσωτερικό της Νιγηρίας.