Πληροφορίες για: Μογγολία

Περιγραφή

Η Μογγολία (μογγολικά: Монгол улс) είναι μια χώρα με έκταση 1.564.116 km2 και πληθυσμό 3.179.997 κατοίκους, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2012[2]. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη περίκλειστη χώρα μετά το Καζακστάν. Τυπικά εντάσσεται στις χώρες της Ανατολικής Ασίας, αν και ορισμένες φορές θεωρείται κομμάτι της Κεντρικής Ασίας. Συνορεύει με τη Ρωσία προς Βορρά, με το Καζακστάν προς Δύση και με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας προς Νότο. Το καθεστώς της χώρας είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πρωτεύουσα της χώρας είναι το Ουλάν Μπατόρ.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Πριν το 12ο αι. αρκετές μογγολικές φυλές υπήρχαν διάσπαρτες σε εδάφη της σημερινής Μογγολίας, Κίνας και Ρωσίας. Το 1162 γεννήθηκε ο Τεμιουτζέν, γνωστότερος με το όνομα Τζενγκίς Χαν, ο οποίος ανακηρύχθηκε χάνος το 1206 και ανέλαβε εκστρατείες οι οποίες επέκτειναν την κυριαρχία των Μογγόλων και σε άλλες περιοχές. Αυτός και οι διάδοχοί του δημιούργησαν μια μεγάλη αυτοκρατορία, από τον Δούναβη έως το Ανάμ, πυρήνας της οποίας υπήρξε το σημερινό κράτος της Μογγολίας. Μέσα στην τεράστια αυτή αυτοκρατορία, οι Μογγόλοι αποτελούσαν τη μειονότητα, γι` αυτό και γρήγορα απορροφήθηκαν από τους λαούς που είχαν υποτάξει. Στα τέλη του 16ου αιώνα ολόκληρη η Μογγολία υποτάχθηκε στην κινεζική δυναστεία Κινγκ των Μαντσού και παρέμεινε κάτω από την κυριαρχία της μέχρι το 1911.


Ο 20ός αιώνας
Το 1911 ξέσπασε επανάσταση στην Κίνα, η οποία οδήγησε στην πτώση της δυναστείας των Μαντσού το 1912. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη οι Μογγόλοι ηγεμόνες της Ούργκα, έχοντας και την υποστήριξη της τσαρικής Ρωσίας, ανακήρυξαν το 1911 την αυτονομία της Μογγολίας και την ανεξαρτησία της από την Κίνα. Το 1915 με την υπογραφή σύμβασης, η Κίνα και η Ρωσία αναγνώρισαν την αυτονομία της Μογγολίας. Το 1917 το τσαρικό καθεστώς ανατράπηκε και η Μογγολία επανήλθε υπό τον έλεγχο της Κίνας. Τρία χρόνια αργότερα, το 1920, όταν στη Ρωσία μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, μια δύναμη 5.000 Λευκορώσων εισέβαλε στη Μογγολία. Εναντίον τους κινήθηκε ο Νταμντινί Σίχμπαταρ, ο οποίος υποστηριζόταν από την κυβέρνηση των μπολσεβίκων και τους κομουνιστές. Το 1921 νίκησε τους Λευκορώσους, έδιωξε τους Κινέζους από τη χώρα και κατέλαβε την εξουσία. Εγκαθίδρυσε ένα ιδιόμορφο σοσιαλιστικό καθεστώς, διατηρώντας στη θέση του ανώτατου άρχοντα της χώρας τον "Ζώντα Βούδα" της Ούργκα (θρησκευτικό ηγέτη του λαμαϊσμού στη Μογγολία) και στις 26 Νοεμβρίου 1924 ανακήρυξε τη χώρα σε Λαϊκή Δημοκρατία. Το 1923 ο "Ζων Βούδας" πέθανε και στην πολιτική κυριάρχησε το Λαϊκό Μογγολικό Κόμμα. Ύστερα από την ίδρυση του Λαϊκού Επαναστατικού Κόμματος της Μογγολίας το 1925, στη χώρα εγκαθιδρύθηκε μονοκομματικό καθεστώς και οικονομία κεντρικού σχεδιασμού. Στα μεταπολεμικά χρόνια η χώρα συνδέθηκε στενά με την πρώην ΕΣΣΔ, ενώ κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 επιδεινώθηκαν οι σχέσεις της με την Κίνα του Μάο. Το 1961 έγινε επίσημα μέλος του ΟΗΕ, ενώ στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η ένταση στις σχέσεις της με την Κίνα μειώθηκε και το 1986 οι δύο χώρες σύναψαν διπλωματικές σχέσεις.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ, στις αρχές του 1989, επέφεραν σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό της Μογγολίας. Έγιναν σημαντικά βήματα προς τη φιλελευθεροποίηση του σοσιαλιστικού συστήματος, ενώ το 1990 διενεργήθηκαν στη χώρα οι πρώτες ελεύθερες εκλογές, οι οποίες στις 21 Μαρτίου 1990 ανέδειξαν πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Πουνσαλμαατζιίν Οχιρμπάτ και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου πρωθυπουργό τον Μεντσαιχάνι Ενχσαϊχάν. Στις 13 Ιανουαρίου 1992 θεσπίστηκε το νέο Σύνταγμα της χώρας, το οποίο κατοχύρωνε τον πολυκομματισμό και η χώρα από Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας μετονομάστηκε απλά σε Μογγολία. Στο νέο Κοινοβούλιο που δημιουργήθηκε τις περισσότερες έδρες εξακολούθησε να κατέχει το Λαϊκό Επαναστατικό Κόμμα της Μογγολίας και οι κομουνιστές διατήρησαν τον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας.
Ύστερα από τις εκλογές του Ιουνίου του 1997 πρόεδρος της χώρας είναι ο Νατσαγκίν Βαγκαμπάντι, με πρωθυπουργό τον Ναμπαρίν Ενκμπαϊάρ από τις 26 Ιουλίου του 2000.

Η Μογγολία καταλαμβάνει μία ποικιλόμορφη ζώνη υψιπέδων, η οποία αναπτύσσεται στην Κεντρική Ασία, ανάμεσα στην Κίνα και τη Ρωσία. Τα 4/5 του εδάφους της καλύπτονται από στεπώδη υψίπεδα, που το μέσο υψόμετρό τους κυμαίνεται μεταξύ 914 και 1.524 μ. Βόρεια και δυτικά τα υψίπεδα διακόπτονται από μεγάλες επιμήκεις οροσειρές, οι οποίες κατέρχονται από τη Σιβηρία και με κατεύθυνση από ΒΔ προς ΝΑ διατρέχουν τη χώρα. Η σημαντικότερη και ψηλότερη από αυτές τις οροσειρές είναι τα Μογγολικά Αλτάια. Εισέρχονται στο έδαφος της Μογγολίας από τα ΒΔ και ακολουθούν γενικά ΝΑ κατεύθυνση, σχηματίζοντας πολλές επάλληλες οροσειρές. Κοντά στα σύνορα με την Κίνα, η κορυφή τους Μεν Χάιρχαν Ουούλ φτάνει τα 4.362 μ. και αποτελεί το ψηλότερο σημείο της χώρας. Στο κέντρο σχεδόν της χώρας αναπτύσσεται η οροσειρά Χανγκάιν Νουρουού, το υψηλότερο σημείο της οποίας - η κορυφή Ότνγκον Τένγκερ Ουούλ - φτάνει τα 3.905 μ. Στο βορρά αναπτύσσονται οι οροσειρές Χόβσγκολ Νουρουού και Χεντίιν Νουρουού, οι οποίες δεν ξεπερνούν τα 2.400 μ. Το κεντροανατολικό και νότιο τμήμα της χώρας έχει γενικά πιο ομαλό ανάγλυφο και αποτελείται από σχετικά χαμηλές οροσειρές και οροπέδια που διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι σημαντικότερες οροσειρές που σχηματίζονται εδώ είναι οι Εντρενγκίιν Νουρουού και Γκούρβαν Σάιχαν Ουούλ (κορυφή Ιχ Μπογκντ Ουούλ, 3.957 μ.), ενώ ακόμη ανατολικότερα εκτείνεται η πετρώδης έρημος Γκόμπι, η οποία καταλαμβάνει περίπου το 1/3 του συνολικού εδάφους της χώρας.

Η γεωγραφική θέση της χώρας, η απόστασή της από μεγάλες θαλάσσιες λεκάνες και το μεγάλο υψόμετρο έχουν ως αποτέλεσμα το κλίμα να είναι έντονα ηπειρωτικό, με κύριο χαρακτηριστικό του τις πολύ χαμηλές βροχοπτώσεις, τις μεγάλες εποχιακές θερμομετρικές διαφορές και τις εκτεταμένες περιόδους ηλιοφάνειας, που φτάνουν και τις 260 μέρες το χρόνο. Οι χειμώνες είναι ψυχροί και ξεροί και τα καλοκαίρια θερμά και σύντομα. Οι μέσες θερμοκρασίες το χειμώνα κυμαίνονται από -30°C έως -15°C και το καλοκαίρι από 10°C έως 27°C. Οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται την περίοδο Ιουλίου - Αυγούστου και το ύψος τους ποικίλλει από 125 χιλιοστά στην έρημο Γκόμπι έως 380 χιλιοστά στις ορεινές περιοχές.

Ο πληθυσμός της χώρας εμφανίζει δημογραφικά χαρακτηριστικά των χωρών του Τρίτου Κόσμου, δηλαδή υψηλά ποσοστά γεννητικότητας και πληθυσμιακής αύξησης. Τα τελευταία χρόνια οι δείκτες γεννητικότητας και ετήσιας φυσικής αύξησης σημείωσαν μικρή μείωση, παραμένουν όμως αρκετά υψηλοί. Το 2001 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας ήταν 2,18% και 0,7% αντίστοιχα και ο δείκτης της μέσης ετήσιας αύξησης του πληθυσμού κινήθηκε στο 1,48% (2002). Το 2002 ο πληθυσμός της χώρας εμφάνιζε την ακόλουθη ηλικιακή σύνθεση: τα παιδιά ηλικίας έως 14 ετών αποτελούσαν το 32% του συνολικού πληθυσμού, το 64,1 ήταν από 15-64 ετών, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών ήταν 3,9%. Το 2002 το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας έφτανε το 5,91% και ο μέσος όρος ζωής τα 64,62 χρόνια, με μικρή απόκλιση μεταξύ των γυναικών (66,87 χρόνια) και των ανδρών (62,47 χρόνια).
Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση του πληθυσμού η Μογγολία παραμένει η πιο αραιοκατοικημένη χώρα του κόσμου. Οι Μογγόλοι, οι οποίοι για αιώνες υπήρξαν ένας κατεξοχήν νομαδικός λαός, τρέφουν ιδιαίτερη αγάπη για την ύπαιθρο και την άγρια ζωή. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση ενθαρρύνει την εγκατάσταση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού κατοίκων στα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα το ποσοστό του αστικού πληθυσμού να αυξάνεται συνεχώς. Ο αστικός πληθυσμός αποτελεί το 62% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ο αγροτικός το 38%. Το 1/4 των κατοίκων της χώρας ζει στην πρωτεύουσα Ουλάν Μπατόρ.

ο οδικό δίκτυο της χώρας, συνολικού μήκους 46.700 χλμ., είναι ανεπαρκές και αφήνει ακάλυπτες μεγάλες περιοχές. Μόνο το 2% των επαρχιακών δρόμων είναι ασφαλτοστρωμένο, με αποτέλεσμα η συγκοινωνία να διεξάγεται δύσκολα, κυρίως όταν βρέχει. Το σιδηροδρομικό δίκτυο, συνολικού μήκους 1.815 χλμ., αποτελείται από τη σιδηροδρομική γραμμή που διέρχεται από τη Μογγολία και συνδέει την πρωτεύουσά της Ουλάν Μπατόρ με τη ρωσική πόλη Ουλάν-ουντέ και την κινεζική Ζίνινγκ. Οι σιδηρόδρομοι χρησιμοποιούνται κυρίως για μεταφορές εμπορευμάτων, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί και η επιβατική τους κίνηση. Οι Μογγολικές Αερογραμμές εκτελούν πτήσεις στο εσωτερικό και συνδέουν τη χώρα με το Πεκίνο και τη Μόσχα. Το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας λειτουργεί στην Ουλάν Μπατόρ και είναι διεθνές.
Το επίπεδο των τηλεπικοινωνιών είναι χαμηλό. Δεν υπάρχει μεγάλος αριθμός τηλεφωνικών συσκευών, ενώ η διακίνηση της αλληλογραφίας στο εσωτερικό της Μογγολίας είναι αργή. Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο διεκπεραιώνεται μέσω της τηλεγραφικής υπηρεσίας. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι κρατικά και απηχούν τις απόψεις της κυβέρνησης. Το 2001 σε όλη τη χώρα εξέπεμπαν 7 ραδιοσταθμοί στα μεσαία κύματα, 9 στα FM, καθώς και 4 τηλεοπτικά κανάλια. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αναλογούσαν μία τηλεόραση ανά 18 άτομα, ένα τηλέφωνο ανά 36 άτομα και ένα ραδιόφωνο ανά 7,8 άτομα. Ο Τύπος της χώρας ανήκει σε ιδιώτες. Κυκλοφορούν αρκετές ημερήσιες και εβδομαδιαίες εφημερίδες και η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της χώρας είναι η "Ούνεν".