Πληροφορίες για: Μαρόκο

Περιγραφή

Το Μαρόκο είναι μια αραβική, μουσουλμανική χώρα της Βόρειας Αφρικής. Το πολίτευμά του είναι η Συνταγματική Μοναρχία και έχει έκταση 446.550 τετρ. χλμ. και πληθυσμό 34.859.364, με βάση εκτιμήσεις για τον Ιούλιο του 2009.[2] Βρίσκεται στην Βορειοδυτική άκρη της Αφρικής και συνορεύει ανατολικά με την Αλγερία και νότια με την Μαυριτανία. Δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό, ενώ στο βορρά από την Μεσόγειο. Στο βόρειο άκρο του βρίσκεται η μια πλευρά από τα στενά του Γιβραλτάρ, σε απόσταση 8 χλμ. από την Ισπανία. Το Μαρόκο διοικεί το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Σαχάρας, που όμως από το 1976 έχει ανακηρυχτεί ανεξάρτητο κράτος και αναγνωρίζεται από 46 κράτη στον κόσμο. Πρωτεύουσα του Μαρόκου είναι το Ραμπάτ. Το Μαρόκο υπάρχει ως κράτος πάνω από 500 χρόνια. Από τη λέξη Marruecos , όπου είναι η ισπανική προφορά του ονόματος της πόλης των <<Μαρακές>> ( για την ακρίβεια Marrakush) , που πιστεύεται ότι προέρχεται από τις λέξεις των Βερβέρων (murt ) ΄΄γη ΄΄ ή mur ΄΄μέρος΄΄ + akush ΄΄ ο Θεός΄΄. Στα Αραβικά Al Maghrib που σημαίνει ΄΄ η πλέον απομακρυσμένη δυτικά΄΄.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Τα πρώτα φύλα που κατέκτησαν τη χώρα ήταν βερβερικά. Αργότερα, τον 11ο αι. π.Χ., δημιουργήθηκαν οι πρώτες αποικίες από τους Φοίνικες, οι οποίοι ανέπτυξαν το εμπόριο στις ακτές Ταγγέρη, Λιγξ και Λίξος (Λαράς). Στη συνέχεια τις περιοχές αυτές κατέκτησαν οι Καρχηδόνιοι (5ος αι. π.Χ.), οι οποίοι ίδρυσαν με τη σειρά τους νέες πόλεις. Τον 4ο αι. π.Χ. είχε ήδη ιδρυθεί ένα βασίλειο Μαύρων (Μαυριτανία), το οποίο όμως έκανε εμφανή την παρουσία του κυρίως κατά τον Ιουγουρθικό πόλεμο, στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., κατά τον οποίο ο βασιλιάς του Βόκχος Α΄ συμμάχησε με τον Ιουγούρθα. Οι Μαύροι ή Μαυρουσίοι εγκαταστάθηκαν στα βόρεια της χώρας, ενώ στα νότια κατοίκησαν οι Γαιτούλοι. Το 33 π.Χ. ο Βόκχος Β΄ παρέδωσε την περιοχή στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία δεν την ονόμασε ρωμαϊκή επαρχία, αλλά όρισε ηγεμόνα της τον Ιόβα Β΄. Το 42 μ.Χ., μετά το θάνατο του τελευταίου, ο Κλαύδιος ίδρυσε στα βόρεια της χώρας την επαρχία Μαυριτανία-Τιγγιτάνη. Το τέλος της ρωμαϊκής κυριαρχίας σήμανε το 429 μ.Χ., όταν οι Βάνδαλοι του Γιζέριχου από την Ισπανία κατέλαβαν την περιοχή. Το 534 μ.Χ., μετά το θάνατο του βασιλιά των Βανδάλων, κατέλαβαν την επαρχία οι Βυζαντινοί υπό την ηγεσία του στρατηγού Βελισάριου. Η κυριαρχία τους όμως δεν ήταν αρκετά ισχυρή και έτσι το 682 μ.Χ. η χώρα καταλήφθηκε από τους Άραβες. Ουσιαστικά η αραβική κατάκτηση ξεκίνησε το 708 μ.Χ., την εποχή του Μουσά ιμπν Νουσαΐρ. Οι χριστιανοί και οι Βέρβεροι ασπάστηκαν σχετικά σύντομα τον ισλαμισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποδέχτηκαν χωρίς όρους το χαλιφάτο. Πρωτεργάτης της προσπάθειας για ανεξαρτησία ήταν η αίρεση των Χαριζιτών (739). Το 786 το Μαρόκο γνώρισε την εξουσία των Ιντρισιδών, η οποία ιδρύθηκε από τον Ιντρίς Α΄. Ο διάδοχός του, Ιντρίς Β΄ (793-828), όρισε τη Φεζ πρωτεύουσα της χώρας, αλλά οι κληρονόμοι του οδήγησαν τη δυναστεία στην καταστροφή με το μοίρασμα του βασιλείου. Το τέλος της δυναστείας σφραγίστηκε με την είσοδο των Φατιμιδών από το Καϊρουάν στο Μαρόκο. Ακολούθησε η δυναστεία των Αλμοραβιδών, ο αρχηγός των οποίων (Γιουσούφ Α΄ ιμπν Ταχφίν) ήταν ο δημιουργός του κράτους του Μαρόκου. Στη συνέχεια ο Μουχάμαντ ιμπν Τούμαρτ ίδρυσε τη δυναστεία των Αλμοαδών και εξολόθρευσε τους Αλμοραβίδες. Η νέα δυναστεία σταθεροποίησε τη θέση της, όταν αρχηγός της ήταν ο Γιακούμπ Γιουσούφ και στη συνέχεια ο γιος του Αμπού Γιουσούφ Γιακούμπ αλ-Μανσούρ. Επί της δυναστείας αυτής το Μαρόκο γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή. Η παρακμή ήρθε το 13ο αι., όταν ο Μουχάμαντ αλ-Νασίρ ηττήθηκε στο Λας Νάβας της Τολόζα. Διάδοχοι των Αλμοαδών ήταν οι Μαρινίδες, οι οποίοι όμως γρήγορα εξαντλήθηκαν στις εκστρατείες τους στην Ισπανία και σε άλλες κατά των Αμπνταλουαδιδών και των Τλεμσέν. Κατά την περίοδο αυτή για πρώτη φορά καταλήφθηκε το έδαφος του Μαρόκου από ευρωπαϊκή χώρα, την Πορτογαλία. Το 1415 οι Πορτογάλοι κατέλαβαν το λιμάνι Θέουτα, το 1417 τα λιμάνια Αρζίλα και Ταγγέρη, το 1505 το Σάντα Κρους δε Αγκουέρ, το 1508 το Σάφι και το 1514 το Μαζαγκάν. Οι συνεχόμενες κατακτήσεις οδήγησαν σε πτώση της δυναστείας των Μαρινιδών. Οι Ισπανοί με τη σειρά τους κατέκτησαν τη Μελίλια και το Πρενιόν δε Βέλεθ δε λα Γκομέρα. Οι μουσουλμάνοι όμως δεν έμειναν άπραγοι μπροστά σ` αυτή την κατάσταση. Ο πόλεμος ξεκίνησε από τους Σααδίνους, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον Μουχάμαντ αλ-Σαΐχ, ο οποίος πέτυχε την απομάκρυνση των Πορτογάλων από τις κατακτήσεις τους (εκτός από τη Θέουτα, την Ταγγέρη και το Μαζαγκάν). Σημαντικότερος εκπρόσωπος της δυναστείας των Σααδίνων ήταν ο Αλ-Μανσούρ, ο οποίος κατέλαβε το Τουάτ και την Γκουράρα και επιδόθηκε στην αποκατάσταση της εσωτερικής ενότητας του κράτους του. Στα χρόνια του οι εξόριστοι από τους Ισπανούς Ανδαλουσιανοί και Μαύροι (Μαυρούσιοι) επέστρεψαν στη χώρα, ενώ λίγο αργότερα άρχισαν να συγκεντρώνονται και οι μαύροι που είχαν πουληθεί ως δούλοι. Το έργο του συνέχισε η δυναστεία των Χασανιδών και πιο συγκεκριμένα ο Μουλάι Ισμαήλ. Από το 1757, όταν βασιλιάς ήταν ο Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Αλάχ, το Μαρόκο ανέπτυξε εμπορικές συναλλαγές με ευρωπαϊκά κράτη, προσφέροντας αρκετά προνόμια στους Ευρωπαίους. Ο λαός πολέμησε αρκετές φορές εναντίον των Γάλλων και των Ισπανών, με αρνητικά πάντοτε αποτελέσματα. Το 1767 η Γαλλία υπέγραψε συνθήκη με το Μαρόκο, με την οποία αναλάμβανε να προστατεύει τη χώρα, αλλά παράλληλα αποκτούσε και το δικαίωμα επέμβασης στα δρώμενα της χώρας. Το 1830 οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αλγερία. Η Σύμβαση της Μαδρίτης, το 1880, αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Μαρόκου, αλλά ανάγκασε το σουλτάνο να αφήσει ελεύθερη την είσοδο στη χώρα ξένων οικονομικών παραγόντων. Τελικά, μόνο η γαλλική κυβέρνηση απέκτησε αρκετά προνόμια στο έδαφος του Μαρόκου και στην ουσία κατέστησε τη χώρα προτεκτοράτο.


Ο 20ός αιώνας
Αν και η Γαλλία αποζημίωσε τη Μ. Βρετανία και την Ιταλία για την επικράτησή της στο Μαρόκο, ήρθε σε σύγκρουση με τη Γερμανία. Το 1906 υπογράφτηκε στην Αλγεθίρα συμφωνία, με την οποία το Μαρόκο τέθηκε κάτω από διεθνή έλεγχο. Παρ` όλα αυτά τα επόμενα χρόνια (1912) αναγνωρίστηκε το γαλλικό προτεκτοράτο και η κυριαρχία της Ισπανίας σε ορισμένες περιοχές. Καθεστώς διεθνούς ζώνης δημιουργήθηκε με τη Σύμβαση του Παρισιού το 1923. Ωστόσο η ευρωπαϊκή παρουσία δεν έγινε αποδεκτή από τους γηγενείς. Το 1921 ο Αμπντ ελ-Κριμ με συμπατριώτες του νίκησε τον ισπανικό στρατό, αλλά ηττήθηκε το 1926 από τον ενωμένο γαλλοϊσπανικό. Το γαλλικό προτεκτοράτο αντικαταστάθηκε από τη γαλλική διοίκηση. Οι μαροκινοί όμως δεν άντεχαν άλλο την ξένη παρουσία. Οι μικροαστοί της χώρας προχώρησαν στην ίδρυση ενός κομουνιστικού κόμματος και μιας Επιτροπής Δράσης. Η τελευταία, με τη σειρά της, διασπάστηκε και ιδρύθηκαν, το 1943, το κόμμα Ιστικλάλ (=ανεξαρτησία) με αρχηγό τον Αλάχ αλ-Φάσι και το 1946 το Δημοκρατικό Κόμμα Ανεξαρτησίας με αρχηγό τον Αλ-Ουατζάνι. Το 1947 ο σουλτάνος Μουχάμαντ Ε΄ ιμπν Γιουσούφ πρότεινε την ανεξαρτησία της χώρας και η Γαλλία αποφάσισε να διορίσει πιο δυναμικούς αρμοστές, τους Ζουέν και Γκιγιόμ. Τον Αύγουστο του 1953 ο σουλτάνος εξορίστηκε στην Κορσική και τη θέση του πήρε ο Μουχάμαντ ιμπν Αραφά. Η εξέγερση όμως του λαού ανάγκασε τους Γάλλους να επιτρέψουν την επιστροφή του Μουχάμαντ Ε΄, τον Αύγουστο του 1955. Το 1956, αρχικά η Γαλλία και στη συνέχεια η Ισπανία, αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του Μαρόκου, ενώ τον Αύγουστο του 1957 η χώρα ανακηρύχθηκε βασίλειο. Την ίδια χρονιά ορίστηκε το συνταγματικό πλαίσιο, με βασιλιά τον Μουχάμαντ Ε΄. Το 1958 το κόμμα Ιστικλάλ διασπάστηκε και η Εθνική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων που προέκυψε χαρακτήρισε ανούσια την ανάμειξη του βασιλιά στη διακυβέρνηση. Μετά το θάνατο του Μουχάμαντ Ε΄ ανέλαβε ο γιός του Χασάν Β΄ (1961), ο οποίος παραχώρησε στη χώρα το πρώτο Σύνταγμα. Στις πρώτες εκλογές της χώρας την κυβέρνηση αντιπροσώπευσε το Μέτωπο για την υπεράσπιση των Συνταγματικών Θεσμών με αρχηγό τον Άχμεντ Γκεντίρα, αντιπολίτευση ήταν το κόμμα Ιστικλάλ, ενώ εμφανίστηκε και το κόμμα της Εθνικής Ένωσης Λαϊκών Δυνάμεων με ηγέτη τον Μπεν Μπάρκα. Η κυβέρνηση όμως δεν κέρδισε τις εκλογές. Ακολούθησε μια εσωτερική αναστάτωση και τον Ιούνιο του 1965 η χώρα κηρύχθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο βασιλιάς εκμεταλλευόμενος τις συνθήκες ανέλαβε όλες τις εξουσίες. Το 1967 ορίστηκε πρωθυπουργός της χώρας ο δόκτωρ Μπενίμα. Το 1971 το κόμμα Ιστικλάλ και το κόμμα του Μπάρκα αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις εκλογές και ο βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον Άχμαντ αλ-Ιρακί. Στις 10 Ιουλίου 1971 ξέσπασε αποτυχημένο πραξικόπημα από τους σπουδαστές στρατιωτικής σχολής, με σκοπό την ανατροπή του Χασάν Β΄. Τον Ιούνιο του 1972 ο βασιλιάς ορίστηκε πρόεδρος της Διάσκεψης του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας. Το 1976 το Μαρόκο προσάρτησε την περιοχή της βορειοδυτικής Αφρικής που κατείχαν οι Ισπανοί και την ονόμασε Δυτική Σαχάρα. Οι κάτοικοί της εξέφρασαν σύντομα την επιθυμία ίδρυσης ανεξάρτητου κράτους μέσα από το κίνημα "Πολισάριο". Το ίδιο έτος το "Πολισάριο" ανακήρυξε την περιοχή σε ανεξάρτητο κράτος (Αραβική Λαϊκή Δημοκρατία της Σαχάρας). Στις εκλογές του 1977 νικητές αναδείχτηκαν ορισμένοι ανεξάρτητοι βουλευτές, οι οποίοι ουσιαστικά υποστήριζαν την κυβέρνηση. Ένα χρόνο αργότερα οι ίδιοι προχώρησαν στην ίδρυση κόμματος με την επωνυμία Εθνικός Συναγερμός των Ανεξαρτήτων, υπό την ηγεσία του Άχμεντ Οσμάν. Ο Χασάν Β΄ υποστήριξε αρκετές φορές τις διεκδικήσεις διαφόρων λαών, όπως των Παλαιστινίων για αυτοδιάθεση, του προέδρου Μομπούτου στον πόλεμο της Σάμπα κ.ά., χωρίς να λησμονά τις επιδιώξεις του Μαρόκου στη Δυτική Σαχάρα. Απογοητεύτηκε όμως, όταν τον Φεβρουάριο του 1982 η Αραβική Λαϊκή Δημοκρατία της Σαχάρας εισήλθε στον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας. Τον Σεπτέμβριο του 1984 προκηρύχτηκαν εκλογές που ανέδειξαν πρωθυπουργό τον Μοχάμαντ Καρίμ Λαμρανί. Δύο χρόνια αργότερα (Σεπτέμβριος 1986) ανέλαβε πρωθυπουργός ο Ατζεντίν Λαρακί. Την ίδια χρονιά το Μαρόκο αποχώρησε από τον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας, λόγω της εισδοχής της Αραβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Σαχάρας σ` αυτόν. Το 1990 τα δύο κράτη αποφάσισαν τη λήξη του μεταξύ τους πολέμου, ενώ ο ΟΗΕ πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη Δυτική Σαχάρα, στο οποίο οι κάτοικοι θα δήλωναν αν επιθυμούν να είναι η χώρα τους τμήμα του Μαρόκου ή ανεξάρτητο κράτος. Μέχρι το 1995 οι συνθήκες δεν ευνόησαν την πραγματοποίηση αυτού του δημοψηφίσματος.

Πολίτευμα - συνταγματικοί θεσμοί
Η επίσημη ονομασία του κράτους είναι Βασίλειο του Μαρόκου (αλ-Μαμλάκα αλ-Μαγκρίμπιγια). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το οποίο θεσπίστηκε στις 10 Μαρτίου 1972 και αναθεωρήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1992, το πολίτευμα της χώρας είναι συνταγματική μοναρχία. Αρχηγός του κράτους είναι ο κληρονομικός βασιλιάς, ο οποίος έχει αυξημένες αρμοδιότητες καθώς διορίζει τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, οι οποίοι συγκροτούν την κυβέρνηση και ασκούν την εκτελεστική εξουσία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Κοινοβούλιο, το οποίο αποτελείται από 333 αιρετά μέλη. Τα 222 από αυτά εκλέγονται κάθε έξι χρόνια απευθείας από το λαό και τα υπόλοιπα 111 αναδεικνύονται με έμμεσες εκλογές σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης και επαγγελματικών σωματείων. Η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχο όργανό της είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, τα μέλη του οποίου διορίζονται από το βασιλιά. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως φύλου, που έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 21 ετών. Το Μαρόκο αποτελεί μέλος του ΟΗΕ, του Αραβικού Συνδέσμου, της Αραβικής Τράπεζας για την οικονομική ανάπτυξη της Αφρικής και άλλων διεθνών οργανισμών.

 

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Στον Πόλεμο του Κόλπου (1990-1991) το Μαρόκο συμμετείχε με αρκετούς άνδρες στην πολυεθνική δύναμη που συγκροτήθηκε κατά του Ιράκ, ενώ το 1994 εγκαινίασε τις σχέσεις του με το Ισραήλ. Στις εκλογές του 1993 νικητές αναδείχτηκαν τα δημοκρατικά κόμματα, αλλά ανέλαβαν να σχηματίσουν κυβέρνηση τα φιλομοναρχικά. Η αντιπαλότητα του Μαρόκου με τη γειτονική Αλγερία για τη Δυτική Σαχάρα δεν έπαψε να υφίσταται μέχρι σήμερα. Το 1997 τα Ηνωμένα Έθνη όρισαν πληρεξούσιό τους στην περιοχή τον Αμερικανό Τζέιμς Μπέικερ, με την ελπίδα ότι θα ξαναρχίσουν οι προσπάθειες για ειρήνευση.
Από τις 23 Ιουλίου του 1999 αρχηγός του κράτους είναι ο Μουχάμαντ ΣΤ`.

Το Μαρόκο διαθέτει τις πλατύτερες πεδιάδες και τα ψηλότερα βουνά από όλες τις χώρες της Βόρειας Αφρικής. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι ορεινό με μέσο υψόμετρο 800 μ. Κυριαρχούν δύο μεγάλες οροσειρές: η ερ-Ριφ κατά μήκος των βόρειων ακτών της χώρας, και ο Άτλας, στο κέντρο σχεδόν της χώρας. Οι οροσειρές αυτές έχουν σχετικά μικρή ηλικία, καθώς σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Τριτογενούς (πριν από 65 έως 2,5 εκατομμύρια χρόνια). Η δημιουργία τους οφείλεται στην αφρικανική πλάκα, η οποία κινήθηκε βορειότερα, με αποτέλεσμα να συναντήσει την ευρασιατική και από τη σύγκρουση αυτή να αναγκαστούν τα πετρώματά της να αναπτυχθούν καθ` ύψος. Με τον ίδιο τρόπο δημιουργήθηκαν επίσης οι Άλπεις, τα ιταλικά Απένινα καθώς και οι νότιες οροσειρές της Ισπανίας. Τέλος, στις ίδιες κινήσεις λιθοσφαιρικών πλακών οφείλεται και η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή του Μαρόκου, κυρίως κοντά στις μεσογειακές ακτές, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη σεισμική αδράνεια στο υπόλοιπο τμήμα της Αφρικής. Μπορούμε να διακρίνουμε το ανάγλυφο της χώρας σε τρεις φυσιογραφικές περιοχές:


α) Την παράκτια ζώνη, κατά μήκος του Ατλαντικού, η οποία αποτελείται από πολλές πεδινές εκτάσεις (Ραρμπ, Φεζ (Φες), Ουτζντά) και οροπέδια. Η περιοχή δέχεται τις περισσότερες βροχές από κάθε άλλο τμήμα της χώρας, γι` αυτό και είναι η περισσότερο πυκνοκατοικημένη.


β) Την ευρύτερη περιοχή της οροσειράς ερ-Ριφ. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας, κατά μήκος των μεσογειακών ακτών, και κυριαρχείται από την οροσειρά ερ-Ριφ και τα υψίπεδα που την περιβάλλουν. Η οροσειρά ερ-Ριφ αποτελεί συνέχεια των οροσειρών της Ιβηρικής χερσονήσου. Έχει συνολικό μήκος 300 χλμ., πλάτος 50 χλμ. και το δυτικό της άκρο στρέφεται με μια ευρεία καμπή προς το νότιο άκρο του πορθμού του Γιβραλτάρ. Έχει μέσο υψόμετρο 1.750 μ., ενώ το ψηλότερο σημείο της φτάνει τα 2.456 μ. (κορυφή Τζέμπελ Τιντιρίν).


γ) Την περιοχή του Άτλαντα, η οποία βρίσκεται στα νότια της οροσειράς ερ-Ριφ. Κυριαρχείται από την οροσειρά του Άτλαντα, η οποία εκτείνεται από τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι το ακρωτήριο Μπον της Τυνησίας. Έχει συνολικό μήκος 2.300 χλμ. και καλύπτει έκταση περίπου 400.000 τ. χλμ. στο έδαφος του Μαρόκου και της Αλγερίας και σε μικρότερο βαθμό της Τυνησίας. Αποτελείται κυρίως από σχιστόλιθους και ασβεστόλιθους. Εισχωρεί στο έδαφος του Μαρόκου από τα ΒΑ και ακολουθεί ΝΔ κατεύθυνση. Χωρίζει τη χώρα σε δύο τμήματα: το ανατολικό και το δυτικό, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με τη στενή διάβαση Τάζα, στα βορειοανατολικά. Τα όρη του Άτλαντα κυριαρχούν σε ένα μεγάλο τμήμα της χώρας και είναι διατεταγμένα σε τρεις χωριστές αλυσίδες: τον Μεγάλο ή Υψηλό Άτλαντα, ο οποίος έχει συνολικό μήκος 740 χλμ. και η κορυφή του όρους του Τζέμπελ Τούμπκαλ (4.165μ.) αποτελεί το ψηλότερο σημείο τη χώρας, τον Μέσο Άτλαντα, ο οποίος βρίσκεται βόρεια του Μεγάλου Άτλαντα και η ψηλότερη κορυφή του φτάνει τα 3.290 μ., και τέλος τον Αντιάτλαντα, ο οποίος εκτείνεται νοτιοδυτικά του Μεγάλου Άτλαντα, μέχρι τον Ατλαντικό ωκεανό, και φτάνει σε μέγιστο ύψος τα 2.359 μ. Ανατολικά του Άτλαντα εκτείνονται μια σειρά από οροπέδια και υψίπεδα, τα οποία εισχωρούν στο έδαφος της Αλγερίας. Τα υψίπεδα αυτά σχηματίζονται μεταξύ οροσειρών χαμηλότερου υψομέτρου, όπως οι Σάρο, Μπάνι και Ουαρκζίζ και καθώς βρίσκονται ανάμεσα σε κορυφές, δέχονται λιγότερες βροχές από ό,τι οι βόρειες πλαγιές της οροσειράς. Τέλος, στα νότια και ανατολικά, εκεί που τελειώνουν οι προεκτάσεις του Άτλαντα, αρχίζουν οι ερημικές εκτάσεις της Σαχάρας, μέρος των οποίων αποτελεί η έρημος Γκιρ.

Το μεγαλύτερο μέρος του Μαρόκου ανήκει στην εύκρατη ζώνη και ως εκ τούτου έχει κλίμα εύκρατο. Τέσσερις είναι οι κύριοι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το κλίμα της χώρας: οι μεγάλες θαλάσσιες μάζες της Μεσογείου και του Ατλαντικού, οι θερμές αέριες μάζες της Σαχάρας, η γειτνίαση της χώρας με τον αντικυκλώνα των Αζορών και το έντονο ανάγλυφο. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ως συνέπεια το κλίμα να ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή. Έτσι οι παράκτιες περιοχές έχουν κλίμα μεσογειακό, λίγο θερμότερο βέβαια από το συνηθισμένο. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και υγροί, ενώ τα καλοκαίρια θερμά και ξερά. Όσο απομακρύνεται κανείς από τη θάλασσα προς το νότο, το κλίμα γίνεται θερμότερο και οι βροχοπτώσεις βαθμιαία ελαττώνονται, ενώ κοντά στα σύνορα με την Αλγερία γίνεται ημιερημικό. Στο εσωτερικό της χώρας οι ψηλοί ορεινοί όγκοι ενεργούν ως συμπυκνωτές των υδρατμών που μεταφέρουν οι δυτικοί άνεμοι από τον Ατλαντικό, με αποτέλεσμα οι βροχοπτώσεις να αυξάνονται και χιόνια να καλύπτουν στη μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου τις πολύ ψηλές κορυφές. Στην πόλη Εσαουίρα, στις ακτές του Ατλαντικού, οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες Ιανουαρίου και Αυγούστου είναι 16°C και 22°C αντίστοιχα, στην πόλη Φεζ στα βορειοανατολικά 10°C τον Ιανουάριο και 27°C τον Αύγουστο, ενώ σε μεγάλα υψόμετρα συχνά η θερμοκρασία πέφτει στους -18°C. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής είναι μεγαλύτερο στις βορειοδυτικές περιοχές (Ταγγέρη 955 χιλιοστά), ενώ ελαττώνεται βαθμιαία στα ανατολικά και νότια, για να φτάσει μόλις τα 102 χιλιοστά στα νοτιοανατολικά σύνορα της χώρας με την Αλγερία (Σαχάρα).

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 32.725.847 (37η στον κόσμο) (29.891.708 στην απογραφή του 2004). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 1,479% (εκτίμηση 2009). Ρυθμός γεννήσεων 20,96 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 5,49 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2008). Η επίσημη γλώσσα του Μαρόκου είναι τα Αραβικά, ενώ το 40% του πληθυσμού, κυρίως στις αγροτικές περιοχές, μιλούν τη βερβερική γλώσσα σε τρεις διαλέκτους. Δεύτερη ανεπίσημη γλώσσα της χώρας είναι τα Γαλλικά, τα οποία διδάσκονται ευρέως και χρησιμοποιούνται στην οικονομία, το εμπόριο, την εκπαίδευση και την κυβέρνηση. Περίπου 20.000 Μαροκινοί μιλούν Ισπανικά, ενώ τα Αγγλικά είναι λιγότερο διαδεδομένα, αλλά κερδίζουν σταδιακά έδαφος. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κατοικεί δυτικά της οροσειράς του Άτλαντα. Η Καζαμπλάνκα είναι το μεγαλύτερο λιμάνι και το κέντρο του εμπορίου και της βιομηχανίας, το Ραμπάτ είναι η έδρα της κυβέρνησης, η Ταγγέρη είναι επίσης μεγάλο λιμάνι και η "πύλη" της Ισπανίας προς το Μαρόκο, η πόλη Φεζ είναι το θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο, ενώ το Μαρακές αποτελεί μεγάλο πόλο έλξης για τους τουρίστες. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2009 τα 71,8 χρόνια (69,42 χρόνια οι άνδρες και 74,3 οι γυναίκες).

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.