Πληροφορίες για: Νότια Κορέα

Περιγραφή

Η Νότια Κορέα, επίσημα Δημοκρατία της Κορέας (Κορεάτικα: 대한민국), είναι κράτος της ανατολικής Ασίας, στο νότιο μέρος της κορεατικής χερσονήσου. Προς Βορρά συνορεύει με τη Βόρεια Κορέα, με την οποία ήταν μια ενιαία χώρα μέχρι 1945. Στα δυτικά, πέρα από την Κίτρινη θάλασσα, βρίσκεται η Κίνα, και στο νοτιοανατολικό σημείο, πέρα από τα Στενά της Κορέας, βρίσκεται η Ιαπωνία. Η Νότια Κορέα έχει συνολική έκταση 99.678 km2 καιι κατατάσσεται στην 108η παγκόσμια θέση. Η έκτασή της είναι περίπου ίση με αυτήν της Λιβερίας, διπλάσια από αυτήν της Σλοβακίας και αντίστοιχη με το 75% της έκτασης της Ελλάδας. Ορίζεται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες 38° 32΄ έως 33° 07΄ βόρειο πλάτος και 124° 40΄ έως 129° 30΄ ανατολικό μήκος. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2010 ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 48.636.068 κατοίκους. Ως προς τον πληθυσμό η Νότια Κορέα κατέχει την 25η θέση στον κόσμο. Σε σχέση με την έκταση της χώρας ο πληθυσμός είναι πολύ μεγάλος, με αποτέλεσμα η πυκνότητα να φτάνει τους 493 κατοίκους ανά km2. Είναι η 20ή πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου και η 3η μεταξύ των ασιατικών χωρών (μετά τη Σιγκαπούρη, το Μπανγκλαντές και την Ταϊβάν). Αναλογικά με τη Βόρεια Κορέα, η Νότια είναι μικρότερη σε έκταση, αλλά πολύ μεγαλύτερη σε πληθυσμό. Περίπου ο μισός πληθυσμός της Νότιας Κορέας ζει μέσα ή κοντά στην πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη, Σεούλ, της οποίας η μητροπολιτική περιοχή είναι η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο. Από την ίδρυσή της, το 1948, η χώρα έχει αγωνιστεί για να ξεπεράσει τις συνέπειες 35 ετών ιαπωνικής κατοχής, έχει γνωρίσει έναν σοβαρό πόλεμο μετά την εισβολή της Βόρειας Κορέας και δεκαετίες στρατιωτικού νόμου. Οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80 οδήγησαν σε ελεύθερες εκλογές το 1987, και η Νότια Κορέα είναι τώρα μια πολυκομματική δημοκρατία. Η νοτιοκορεατική οικονομία έχει αναπτυχθεί γρήγορα από τη δεκαετία του '50 και είναι πλέον η 10η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Η Νότια Κορέα είναι, επίσης, μια από της πιο τεχνολογικά προηγμένες χώρες. Έχει το δεύτερο υψηλότερο αριθμό ευρυζωνικών συνδέσεων με το Διαδίκτυο κατά κεφαλή στον κόσμο και είναι στην πρώτη θέση παγκοσμίως στις εξαγωγές παιχνιδιών υπολογιστών, ψηφιακών οθονών και κινητών τηλεφώνων.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η ιστορία της Κορέας ξεκινά από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια, όταν το 2333 π.Χ. στη λεκάνη του ποταμού Τάντον ιδρύθηκε το βασίλειο Σοσόν. Το 1122 π.Χ. ο Κιζά, κινεζικής καταγωγής, εγκαινίασε τη δυναστεία Τσι-Τσι, η οποία ήρθε σε στενή επαφή με τον κινεζικό πολιτισμό και κυριάρχησε στην περιοχή μέχρι το 2ο αιώνα π.Χ.. Το 108 π.Χ. το βασίλειο Σοσόν υποτάχτηκε στους Κινέζους και διαιρέθηκε σε 4 διοικητικές περιοχές, τη Ζενφάν στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου, την Ξουαντού στο ανατολικό, τη Λιντούν στο νότιο και τη Λουολάνγκ, η οποία ήταν η ισχυρότερη από όλες. Σύντομα όμως οι πιέσεις των τοπικών πληθυσμών είχαν ως αποτέλεσμα το σχηματισμό τριών χωριστών βασιλείων: του Κογκουριό κατά μήκος του ποταμού Γιαλού, του Παϊκσέ στα νοτιοδυτικά και της Σίλα στα νοτιοδυτικά. Το βασίλειο της Σίλα συμμάχησε με την Κίνα και, ύστερα από πολλούς αγώνες, νίκησε το 668 τις δυνάμεις του Παϊκσέ, προσάρτησε στο έδαφός μεγάλο μέρος του βασιλείου του Κογκουριό και το 735 κατόρθωσε να δημιουργήσει το πρώτο ενιαίο κράτος στην Κορεατική χερσόνησο. Ακολούθησαν περίπου δύο αιώνες ειρήνης, στη διάρκεια των οποίων ο κορεατικός πολιτισμός γνώρισε σημαντική άνθηση με τη διείσδυση σ` αυτόν και αρκετών κινεζικών στοιχείων. Ο κομφουκιανισμός αποτέλεσε τη βάση της θρησκείας του νέου κράτους, ενώ και ο βουδισμός γνώρισε σημαντική εξάπλωση. Πρωτεύουσα του κράτους ήταν το Κιονγκζού, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου. Το βορειανατολικό τμήμα της χώρας επεκτάθηκε βορειότερα και σχημάτισε το βασίλειο Παλχάι, το οποίο κατέρρευσε στις αρχές του 10ου αι. κάτω από την πίεση των Λιάο. Το 935 το κράτος της δυναστείας των Κοριό κατέλαβε τη Σίλα, η οποία κατέρρευσε. Ο ιδρυτής της νέας δυναστείας των Κοριό ανακηρύχτηκε βασιλιάς της Κορέας. Το κράτος των Κοριό κατόρθωσε αρχικά να απομακρύνει με επιτυχία τους βόρειους επιδρομείς, βαθμιαία όμως εξασθένησε και υποτάχτηκε στους Μογγόλους. Για περισσότερο από έναν αιώνα η χώρα έζησε κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Γιουνάν και μετά την αντικατάστασή τους από τη δυναστεία των Μινγκ (1368), ο Λισούνγκ-κέι ανέβηκε στο θρόνο της χώρας και ίδρυσε, το 1392, τη δυναστεία των Λι ή Γι, οι οποίοι βασίλεψαν ως το 1910, επέβαλαν τον κομφουκιανισμό και εν μέσω εσωτερικών αλληλοσπαραγμών και διενέξεων οδήγησαν τη χώρα σε παρακμή. Το 1592 οι Κορεάτες χάρη στην τεχνική υπεροχή του ναυτικού τους (είναι οι πρώτοι στον κόσμο που κατασκεύασαν θωρηκτά κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους Ιάπωνες εισβολείς, οι οποίοι αποχώρησαν τελικά το 1598. Το 1627 η χώρα έγινε υποτελής της κινεζικής δυναστείας των Μαντσού. Στα μέσα του 17ου αι. το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων άρχισε να στρέφεται προς την Κορέα, αρχικά με τη μορφή ιεραποστολών. Η Κορέα κλείνοντας τα σύνορά της στους ξένους, εμποδίζοντας κάθε μορφή εμπορίου και διατηρώντας μια κοινωνία και οικονομία φεουδαρχικού τύπου, αναγκάστηκε να γίνει από το 17ο αι. υποτελής στην Κίνα και στην Ιαπωνία για να μη διαταράξει την ασταθή ισορροπία συμφερόντων των δύο γειτονικών δυνάμεων. Το 1864 ο αντιβασιλιάς της Κορέας Ταϊβόν εξαπέλυσε μια σειρά διωγμών εναντίον των χριστιανών της χώρας του, γεγονός που οδήγησε στην εκστρατεία του Γάλλου ναυάρχου Ροζ εναντίον του (1867) και στην ανατροπή του (1873). Κάτω από την πίεση της Ιαπωνίας η Κορέα άνοιξε τα σύνορά της το 1876 και βρέθηκε στο στόχαστρο της επεκτατικής πολιτικής της. Η Ιαπωνία επιδιώκοντας να εξουδετερώσει την Κίνα, η οποία αποτελούσε τον κυριότερο προστάτη της Κορέας, εξαπέλυσε εναντίον της στρατιωτική επίθεση που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Α' Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1894-1895). Ο πόλεμος έληξε με νίκη των Ιαπώνων και οι Κινέζοι αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από την επικυριαρχία τους στην Κορέα, η οποία περιήλθε στην ιαπωνική επιρροή. Η τσαρική Ρωσία, άμεσα θιγόμενη από τις εξελίξεις, ήρθε σε ένοπλη σύγκρουση με την Ιαπωνία (Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος 1904-1905), τελικά όμως νικήθηκε και αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει (συνθήκη Πόρτσμουθ 1905), δίνοντας το δικαίωμα στην Ιαπωνία να μετατρέψει την Κορέα σε ιαπωνικό προτεκτοράτο (1905) και να την προσαρτήσει στην αυτοκρατορία της (1910). Οι Ιάπωνες κυβέρνησαν τη χώρα με βιαιότητα και ασυδοσία, εφαρμόζοντας ένα αστυνομοκρατούμενο καθεστώς, που δημιούργησε έντονο κλίμα δυσαρέσκειας εναντίον τους. Τον Μάρτιο του 1919 εκδηλώθηκαν στην Κορέα αντιαποικιακές ταραχές με αίτημα την ανεξαρτησία, οι οποίες καταστάλθηκαν βίαια αφήνοντας πίσω τους 10.000 νεκρούς. Τη δεκαετία του 1930 οι Ιάπωνες αποσκοπώντας στην καλύτερη εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Κορέας, προχώρησαν στην εκβιομηχάνιση της χώρας, στην κατασκευή οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου και στην υποκατάσταση του εθνικού πολιτισμού της από τον ιαπωνικό. Στο μεταξύ από το 1919 αυτοεξόριστοι Κορεάτες σχημάτισαν μια "Προσωρινή Εξόριστη Κυβέρνηση" στη Σανγκάη υπό τον Σίγκμαν Ρι και προχώρησαν σε ανταρτοπόλεμο με τους Ιάπωνες κατακτητές, ο οποίος κορυφώθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Η ένταση στην περιοχή και η κορεατική ανεξαρτησία απασχόλησαν τους Συμμάχους κατά τη Διάσκεψη του Καΐρου (1943) και κυρίως κατά τη Διάσκεψη της Γιάλτας (1945), όπου αποφασίστηκε η ίδρυση καθεστώτος τετραμερούς ελέγχου στη χώρα με τη συμμετοχή της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ, της Κίνας και της Μ. Βρετανίας, που δρομολόγησε τις εξελίξεις για το διαχωρισμό της χερσονήσου στην αμερικανική και τη σοβιετική ζώνη επιρροής και στην οριστική διάσπασή της το 1948 με το σχηματισμό δύο ανεξάρτητων κρατών, της Βόρειας και της Νότιας Κορέας.

20ός αιώνας
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και την κατάληψη στις 15 Αυγούστου 1948 της Κορεατικής χερσονήσου από σοβιετικά στρατεύματα βόρεια του 38ου παράλληλου και από αμερικανικά νότια αυτού, το νότιο τμήμα κήρυξε την ίδρυση της Δημοκρατίας της Νότιας Κορέας και επέλεξε ως πρόεδρο τον Σίνγκμαν Ρι. Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου, η οποία οδήγησε στη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας (Βόρεια Κορέα). Οι σχέσεις των δύο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, που κατέληξε στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ τους (Πόλεμος της Κορέας: 25 Ιουνίου 1950 - 27 Ιουλίου 1953). Η λήξη του πολέμου βρήκε τη Νότια Κορέα εξασθενημένη και το λαό δυσαρεστημένο από την αυταρχική πολιτική του Σίνγκμαν Ρι, ο οποίος ένα μήνα μετά την επανεκλογή του, τον Μάρτιο του 1960, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Η νέα κυβέρνηση με πρόεδρο τον Γιούν Ποσόν και πρωθυπουργό τον Τσανγκ Μγιάν δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την εθνική ενότητα και να ανορθώσει την οικονομία, δίνοντας την ευκαιρία σε μια στρατιωτική "χούντα" με επικεφαλής τον Τσανγκ Ντογιόν να καταλάβει την εξουσία στις 16 Μαΐου 1961, διακηρύσσοντας την αποκατάσταση της τάξης. Πενήντα μέρες αργότερα ο Ντογιόν αντικαταστάθηκε στην εξουσία από το στρατηγό Παρκ Τσουνγκ-Χε, ο οποίος, αφού παραιτήθηκε από το στρατό, έθεσε υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές και τις κέρδισε, τον Οκτώβριο του 1963. Στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου το Δημοκρατικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα με επικεφαλής τον Παρκ Τσουνγκ-Χε κέρδισε τις 110 από τις 175 έδρες του Κοινοβουλίου. Στις 21 Φεβρουαρίου 1965 η Νότια Κορέα υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με την Ιαπωνία, ενώ την ίδια περίοδο, ως σύμμαχος των ΗΠΑ, έστειλε δύναμη 2.000 ανδρών στο Νότιο Βιετνάμ. Στο μεταξύ τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα οξύνονταν συνεχώς και οι λαϊκές αντιδράσεις και φοιτητικές ταραχές αποτελούσαν μόνιμο φαινόμενο στη ζωή της χώρας. Μέσα σε ένα κλίμα βίας και νοθείας ο Παρκ Τσουνγκ-Χε κατόρθωσε τον Μάιο του 1967 να επανεκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας και το κόμμα του να συγκεντρώσει τα τρία τέταρτα των εδρών. Προηγουμένως, τον Φεβρουάριο του 1967, είχε ιδρυθεί το Δημοκρατικό Κόμμα με ηγέτη τον Γιον Ποσόν που ασκούσε αντιπολίτευση. Ο Παρκ Τσουνγκ-Χε πέτυχε με δημοψήφισμα να του επιτραπεί να διεκδικήσει το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας για τρίτη φορά, πράγμα που κατόρθωσε στις 27 Απριλίου 1970. Το κόμμα του κέρδισε επίσης τις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον επόμενο μήνα. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, στις 4 Ιουλίου 1972, υπογράφτηκε συμφωνία ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα για τον τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης και την απαρχή μιας περιόδου ύφεσης στις σχέσεις των δύο χωρών. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Παρκ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, ανέστειλε το Σύνταγμα και απαγόρευσε τη λειτουργία των κομμάτων. Στις 21 Νοεμβρίου 1972 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα που έδινε ακόμη μεγαλύτερες αρμοδιότητες στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τον επόμενο χρόνο ο Κιμ Τσουνγκ-Πιλ εκλέχτηκε πρωθυπουργός. Τα επόμενα χρόνια η κυβέρνηση εγκαινίασε μια πολιτική καταπίεσης και διωγμών στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης (η οποία ομολογουμένως υπήρξε σημαντική), με αποτέλεσμα οι αντιδράσεις εναντίον της να αυξάνονται ολοένα και περισσότερο και οι διαδηλώσεις στους δρόμους της Σεούλ να αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Στις 26 Οκτωβρίου 1979 δολοφονήθηκε ο Παρκ Τσουνγκ-Χε από το διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Κιμ Ζαέ-Κγιού. Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον Δεκέμβριο του 1979 εκλέχτηκε ο Τσόι Κγιού-Χα. Ύστερα από μια περίοδο αναταραχής, τον Μάιο του 1980, εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα υπό το στρατηγό Τσον Τουχουάν, ο οποίος επέβαλε στρατιωτικό νόμο και συνέχισε τη δικτατορική διακυβέρνηση της χώρας. Με δημοψήφισμα έγινε δεκτό νέο Σύνταγμα, ενώ οι προεδρικές εκλογές της 25 Φεβρουαρίου 1981 ανέδειξαν πρόεδρο τον Τουχουάν και οι βουλευτικές της 25 Μαρτίου πρωθυπουργό τον Ναμ Ντουκ Βου του Δημοκρατικού Κόμματος Δικαιοσύνης. Στα επόμενα χρόνια η κυβέρνηση, κάτω από την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων, αναγκάστηκε να προχωρήσει σε διαδοχικές αντικαταστάσεις πρωθυπουργών: Γιου Τσανκ Σουν (Ιανουάριος 1982), Κιμ Σανγκ Χγιούπ (1983), Τσιν Γι Τσουνγκ (1984), Λο Σιν-Γιόνγκ (1986), Λι Χαν Κέι (Μάιος 1987), Κιμ Τσουνγκ Γολ (Ιούλιος 1987). Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής η Νότια Κορέα εξασφάλισε τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας από την Ιαπωνία και σημείωσε τον υψηλότερο δείκτη οικονομικής ανάπτυξης στον κόσμο το 1984. Ύστερα από μια σύντομη επιδείνωση των σχέσεών της με την πρώην ΕΣΣΔ το 1983, με αφορμή την κατάρριψη ενός νοτιοκορεατικού τζάμπο πάνω από τις σοβιετικές βάσεις στη Σαχαλίνη, οι σχέσεις με τη Μόσχα και το Πεκίνο βελτιώθηκαν σημαντικά στη διάρκεια του 1984. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 σημειώθηκε πρόοδος στις σχέσεις μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας. Το 1986 άνοιξαν τα σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες για πρώτη φορά ύστερα από το τέλος του Πολέμου της Κορέας. Το 1987, κάτω από την πίεση διαδηλώσεων των φοιτητών, των εργατών, των μικρομεσαίων και των βιομηχάνων κατά της κυβέρνησης, εγκρίθηκε με δημοψήφισμα νέο Σύνταγμα, το οποίο προέβλεπε την απευθείας εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας, την απόλυση των κρατουμένων και την ελευθερία του Τύπου. Προκηρύχτηκαν προεδρικές εκλογές και νικητής αναδείχτηκε ο ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος Δικαιοσύνης Ρο Τάε Βου. Στις βουλευτικές εκλογές της 26 Απριλίου 1988 το Δημοκρατικό Κόμμα Δικαιοσύνης του προέδρου Ρο δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει - για πρώτη φορά ύστερα από 40 χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης - την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή (συγκέντρωσε 125 από τις 299 έδρες). Τον Σεπτέμβριο του 1988 η Σεούλ φιλοξένησε τους 24ους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οποίοι διεξήχθησαν μέσα σε ένα κλίμα εσωτερικών ταραχών με αίτημα την απομάκρυνση του προέδρου Ρο και διαμαρτυριών για τη μη συμμετοχή της Βόρειας Κορέας. Οι αναταραχές συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια με τη μορφή διαδηλώσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων και αίτημα την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη χώρα. Τον Ιανουάριο του 1990 συγκροτήθηκε το Δημοκρατικό Φιλελεύθερο Κόμμα, με πρόεδρο τον Ρο, ύστερα από τη συγχώνευση του Δημοκρατικού Κόμματος Δικαιοσύνης με δύο μικρότερα κόμματα. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου οι διπλωματικές σχέσεις Νότιας Κορέας- πρώην ΕΣΣΔ αποκαταστάθηκαν, ύστερα από τη συνάντηση του Ρο με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στις ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 1991 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έκανε δεκτές τις αιτήσεις συμμετοχής στον οργανισμό της Νότιας και Βόρειας Κορέας ως χωριστών κρατών. Οι διπλωματικές σχέσεις της Νότιας Κορέας με την Κίνα αποκαταστάθηκαν το 1992, ύστερα από την υπογραφή σχετικής συμφωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες.

Σημερινή πολιτική κατάσταση
Τον Μάρτιο του 1992 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, στις οποίες το Δημοκρατικό Φιλελεύθερο Κόμμα πήρε οριακή πλειοψηφία και αναγκάστηκε να συνεργαστεί με ανεξάρτητους βουλευτές προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο του Κοινοβουλίου. Νικητής των προεδρικών εκλογών του Δεκεμβρίου του 1992 αναδείχτηκε ο Κιμ Γιούνγκ Σαμ, ο οποίος εγκαινίασε ένα πρόγραμμα εκκαθάρισης του δημόσιου βίου από τη διαφθορά, το οποίο τα επόμενα χρόνια οδήγησε σε ποινικές διώξεις και παραιτήσεις εκατοντάδων κρατικών αξιωματούχων. Το 1994, ύστερα από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Βόρειας Κορέας για την ακύρωση του αμυντικού της προγράμματος, η Βόρεια Κορέα υπέγραψε συμφωνία με τις ΗΠΑ για την έναρξη συνομιλιών με την κυβέρνηση της Νότιας Κορέας. Το 1995 η Βόρεια και η Νότια Κορέα υπέγραψαν συμφωνία, με βάση την οποία η Νότια Κορέα και ένα κονσόρτσιουμ χωρών επρόκειτο να χρηματοδοτήσουν κατά 70% την κατασκευή δύο σύγχρονων πυρηνικών αντιδραστήρων στο έδαφος της Βόρειας Κορέας. Σε αντάλλαγμα, η Βόρεια Κορέα συμφώνησε να σταματήσει το υποτιθέμενο πυρηνικό της πρόγραμμα και να εξοφλήσει τη Νότια Κορέα σε μια περίοδο 20 ετών. Στις 26 Αυγούστου 1996 το δικαστήριο της Σεούλ καταδίκασε σε θάνατο τον πρόεδρο Τσον Τουχουάν, κατηγορώντας τον για προδοσία και διαφθορά, καθώς επίσης και για το ρόλο του στο πραξικόπημα του 1979 και τη σφαγή 200 πολιτών στην πόλη Κουάνγκτζου, το 1980. Ο Ρο Τάε Βου καταδικάστηκε σε 22χρονη φυλάκιση.
Μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2003 την προεδρία της χώρας ανέλαβε ο Ρο Μου Χιουν και το 2007 την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Χαν Ντουκ-Σου. Πρόεδρος από τις 25 Φεβρουαρίου του 2008 ως το 2013 έγινε ο Λι Μιουνγκ-μπακ. Την 1η Οκτωβρίου 2010 νέος πρωθυπουργός ανέλαβε ο Κιμ Χουάνγκ-σικ. Το Δεκέμβριο του 2012 εξελέγη η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της χώρας, η Παρκ Γκέουν-χε, κόρη του δικτάτορα Παρκ Τσουνγκ-Χε. Η Παρκ ορκίστηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2013.

Μορφολογία εδάφους
Η χώρα αποτελεί προέκταση του εδάφους της Βόρειας Κορέας προς νότο και παρουσιάζει τα ίδια γεωλογικά χαρακτηριστικά με αυτήν. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της αποτελείται από γνευσίους και γρανίτες, οι οποίοι σχηματίστηκαν στη διάρκεια της Προκάμβριας περιόδου πριν από 570 εκατομμύρια χρόνια. Ίχνη ηφαιστειακής δραστηριότητας υπάρχουν στο νησί Τζέτζου στα νότια της χώρας και σε ένα μικρό οροπέδιο της επαρχίας Γκάνγκγουν. Η Νότια Κορέα είναι μια κατεξοχήν ορεινή χώρα. Η σημαντικότερη οροσειρά που τη διασχίζει είναι η Ταίμπαικ-σανμαικ, η οποία ξεκινά από το βορειοανατολικό άκρο της Βόρειας Κορέας, ακολουθεί νότια κατεύθυνση, κατά μήκος των ανατολικών ακτών, και συνεχίζει την πορεία της στο έδαφος της Νότιας Κορέας. Το υψηλότερο σημείο της οροσειράς αυτής στο έδαφος της Νότιας Κορέας είναι η κορυφή του όρους Κίεμπανγκ (1.577 μ.). Κατά μήκος της οροσειράς Τάμπακ ξεκινούν διάφοροι ορεινοί όγκοι με κατεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, οι οποίοι σχηματίζουν ανάμεσά τους βαθιές κοιλάδες. Ο σπουδαιότερος από τους ορεινούς αυτούς όγκους είναι η οροσειρά Σόμπακ. Το υψόμετρο των οροσειρών βαθμιαία ελαττώνεται από ανατολικά προς δυτικά, επιτρέποντας τη δημιουργία σχετικά εκτενών πεδιάδων κατά μήκος των δυτικών και νοτιοδυτικών ακτών της χώρας. Κοντά στη νότια ακτή, στα βορειοδυτικά της πόλης Τσίντζου, το όρος Τσίι-σαν φτάνει σε ύψος τα 1.915 μ. Το υψηλότερο, πάντως, σημείο της χώρας δε βρίσκεται στην Κορεατική χερσόνησο, αλλά στο νησί Τσέτζου, όπου η κορυφή του όρους Χάλα-σαν φτάνει τα 1.950 μ.

Υδρογραφία
Η χώρα διαθέτει πολλούς ποταμούς, οι οποίοι όμως, λόγω της μορφολογίας του εδάφους, δεν έχουν μεγάλο μήκος. Οι σημαντικότεροι ποταμοί είναι ο Νάκτονγκ και ο Χαν. Ο Νάκτονγκ πηγάζει από την οροσειρά Τάμπακ και ακολουθώντας Ν-ΝΑ κατεύθυνση χύνεται στον πορθμό της Κορέας, κοντά στην πόλη Πουσάν. Ο Χαν πηγάζει και αυτός από την οροσειρά Τάμπακ, ακολουθεί όμως Β-ΒΔ κατεύθυνση, περνά μέσα από την πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας Σεούλ και χύνεται στην Κίτρινη θάλασσα. Άλλοι μικρότεροι ποταμοί της χώρας είναι οι Γιόνγκσαν, Ίμτζιν (250 χλμ., τα περισσότερα από τα οποία στο έδαφος της Βόρειας Κορέας), Κουν, Νάμχαν, Πούκχαν, Σόγιανγκ και Σόμτζιν. Όλοι οι παραπάνω ποταμοί έχουν τις εκβολές τους στις δυτικές και νότιες ακτές της χώρας. Αντίθετα, οι ποταμοί που εκβάλουν στις ανατολικές ακτές της χώρας, στην Ιαπωνική θάλασσα, είναι λίγοι και μικρής γενικά σημασίας. Σε αντίθεση με τη Βόρεια Κορέα, η Νότια Κορέα διαθέτει περισσότερες φυσικές λίμνες, οι μεγαλύτερες από τις οποίες είναι οι Τσόνγκπιονγκ και Χουάτσον στο βόρειο τμήμα της χώρας.

Ακτογραφία
Η ανατολική ακτογραμμή είναι σχετικά ομαλή και δε σχηματίζει σημαντικούς κόλπους. Αντίθετα, οι δυτικές και νότιες ακτές της χώρας παρουσιάζουν πλούσιο διαμελισμό, ενώ στα ανοιχτά τους είναι διάσπαρτα πολλά μικρά νησιά, τα περισσότερα ακατοίκητα. Κατά μήκος των δυτικών και νότιων ακτών σχηματίζονται πολυάριθμοι κόλποι, σημαντικότεροι από τους οποίους είναι οι Κιόνγκγκι, Κάνγκχουα και Άσαν, ενώ στις ανατολικές ακτές ο πιο αξιόλογος κόλπος είναι ο Πόνγκιλ. Παρά την ύπαρξη πολλών φυσικών λιμανιών, οι ακτές είναι επικίνδυνες λόγω της έντονης παλίρροιας, το εύρος της οποίος φτάνει περίπου τα 9 μέτρα. Μερικά από τα σπουδαιότερα νησιά τα οποία εκτείνονται κατά μήκος των δυτικών και νότιων ακτών της Νότιας Κορέας είναι τα εξής: Πάνγκνιονγκ (στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας), Γιόνγκτζονγκ, Γιόνγκχουνγκ, Τόκτσοκ (ομάδα νησιών), Άνμιον, Ίμτζα, Χούκσαν (ομάδα νησιών), Τσάουν, Τσιν, Τσόνγκσαν, Βαν, Τόλσαν, Νάμχα, Τσάνγκσον και Κότζε. Μεγαλύτερο από όλα είναι το νησί Τσέτζου (1.825 τ. χλμ.), το οποίο βρίσκεται στα νότια τις χώρας και χωρίζεται από τα άλλα νησιά του κορεατικού αρχιπελάγους από τον ομώνυμο πορθμό.

Η Νότια Κορέα έχει εύκρατο κλίμα, το οποίο, λόγω της γειτνίασης της χώρας με μεγάλες ηπειρωτικές μάζες, χαρακτηρίζεται από ψυχρούς ξερούς χειμώνες και θερμά ξερά καλοκαίρια. Οι μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στο καλοκαίρι και το χειμώνα είναι πιο έντονες στις βόρειες και τις ορεινές περιοχές της χώρας, ενώ στις νότιες και παράκτιες μετριάζονται από την επίδραση της θάλασσας. Έτσι, στην πρωτεύουσα Σεούλ, η οποία βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, η μέση μηνιαία θερμοκρασία Ιανουαρίου είναι -5 °C και Ιουλίου 25 °C, ενώ στο Πουσάν, το οποίο είναι χτισμένο στις νοτιοανατολικές ακτές, οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες Ιανουαρίου και Ιουλίου είναι 2 °C και 24 °C αντίστοιχα. Η χώρα δέχεται άφθονες βροχοπτώσεις, το μέσο ετήσιο ύψος των οποίων κυμαίνεται από 1.000 έως 1.400 χιλιοστά. Περισσότερες βροχοπτώσεις δέχονται οι νότιες παράκτιες περιοχές, κυρίως κατά τη διάρκεια των θερινών μουσώνων. Συχνά επίσης, στα τέλη του καλοκαιριού, τυφώνες πλήττουν τις νότιες ακτές της χώρας, προξενώντας μεγάλες καταστροφές.

Από δημογραφική άποψη η χώρα εμφανίζει το φαινόμενο της πληθυσμιακής στασιμότητας και "γήρανσης" του πληθυσμού, χαρακτηριστικό των χωρών της Δύσης. Το 2002 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας κυμάνθηκαν στο 1,45% και 0,6% αντίστοιχα. Με βάση τα ποσοστά αυτά ο δείκτης φυσικής αύξησης την ίδια χρονιά έφτανε περίπου το 0,85%. Ο δείκτης της βρεφικής θνησιμότητας είναι πολύ μικρός και το 2002 έφτανε το 0,75%. Το 2002 η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού εμφάνιζε την ακόλουθη εικόνα: το 21,4% ήταν έως 14 ετών, το 71% ήταν από 15 έως 64 ετών, ενώ το 7,6% ήταν από 65 ετών και άνω. Ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων το 2002 έφτανε τα 74,88 χρόνια, με τις γυναίκες να ζουν περισσότερο από τους άντρες (71,2 χρόνια οι άντρες και 78,95 οι γυναίκες). Παρ` όλα αυτά ο μέσος όρος ζωής εξακολουθεί να είναι μικρότερος από το μέσο όρο των δυτικών χωρών. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2013 τα 79,55 χρόνια (76,4 χρόνια οι άνδρες και 82,91 οι γυναίκες). Η ταχύτατη αστικοποίηση της χώρας, η οποία συντελέστηκε από το 1960 και έπειτα, είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (81%) να κατοικεί σήμερα στα αστικά κέντρα και κυρίως στη Σεούλ και το Πουσάν. Αντίθετα, ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί μόλις το 19% του συνολικού πληθυσμού και είναι συγκεντρωμένος στις κοιλάδες και τις παράκτιες πεδιάδες της χώρας.

Μετανάστευση
Υπολογίζεται ότι περίπου 4 εκατομμύρια Κορεάτες είχαν μεταναστεύσει στη Μαντζουρία της Κίνας και στην Ιαπωνία πριν από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά το 1945, και κυρίως μετά τη λήξη του Πολέμου της Κορέας το 1953, τουλάχιστον οι μισοί από τους Κορεάτες που μετανάστευσαν στην Ιαπωνία και άλλα δύο περίπου εκατομμύρια Κορεατών από τη Βόρεια Κορέα ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη Νότια Κορέα και κυρίως στην πρωτεύουσα Σεούλ. Παρ` όλα αυτά, αρκετοί Κορεάτες εξακολουθούν να ζουν ακόμη στο εξωτερικό και κυρίως στην Ιαπωνία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 υπολογίστηκε ότι ένας στους 1.000 κατοίκους ζούσε μετανάστης στο εξωτερικό.

Σύνθεση πληθυσμού
Ο πληθυσμός της χώρας παρουσιάζει μεγάλη ομοιογένεια και στη συντριπτική πλειοψηφία του αποτελείται από Κορεάτες. Οι Κορεάτες έχουν μογγολική καταγωγή, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα φυσικά χαρακτηριστικά τους, όπως η ίσια μύτη, τα σκούρα ίσια μαλλιά, τα ψηλά ζυγωματικά και τα σχιστά βλέφαρα. Στη χώρα ζουν επίσης ορισμένοι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, οι οποίοι, παρόλο που είναι ολιγάριθμοι, έχουν έντονη παρουσία στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Τέλος, - στα μεγάλα αστικά κέντρα κυρίως - κατοικεί ένας μικρός αριθμός Κινέζων.

Θρησκεία
Στη χώρα ισχύει καθεστώς θρησκευτικής ελευθερίας, οι θρησκευτικές όμως πεποιθήσεις των κατοίκων είναι τόσο ποικίλες, ώστε παρατηρούνται διαφορές ακόμη και μέσα στην ίδια την οικογένεια. Η πλειονότητα των κατοίκων (48,6%) είναι πιστοί του χριστιανισμού, ο οποίος εισήχθη σχετικά πρόσφατα στην Κορέα και εκπροσωπούν τη στροφή της χώρας στα δυτικά πρότυπα. Επίσης, υπάρχει μια σημαντική κοινότητα 100.385 Μαρτύρων του Ιεχωβά καθώς και 86.170 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Το 47,4% των κατοίκων - και κυρίως οι γυναίκες - είναι πιστοί του βουδισμού. Άλλες μικρότερες θρησκευτικές ομάδες είναι των κομφουκιανιστών (3%, κυρίως άνδρες), των σαμανιστών (0,8%), οι οποίοι απαντούν κυρίως στις αγροτικές περιοχές, και των οπαδών της θρησκείας τσοντόγκιο (0,2%), η οποία συνδυάζει στοιχεία του βουδισμού, του κομφουκιανισμού, του χριστιανισμού και του ταοϊσμού. Το 1963 εισήχθη στη χώρα η Τάνγκγκα Χακχόε (Κοινωνία Δημιουργίας Αξιών και Γνώσης) του Ιάπωνα βουδιστή Νιτσιρέν, ο οποίος έζησε το 14ο αιώνα. Η θρησκεία αυτή τα τελευταία χρόνια έχει κερδίσει αρκετούς ένθερμους υποστηρικτές, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις των μεγάλων πόλεων.

Γλώσσα
Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η κορεατική, η οποία είναι μοναδική γλώσσα και δεν έχει συγγένεια με την κινεζική και την ιαπωνική και ομιλείται από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα 24 γράμματα 'χάνγκουλ', που είναι δημιούργημα επιστημονικών μελετών του 15 αιώνα μ.Χ., είναι επίσης μοναδικά. Αποτελούνται από 14 σύμφωνα και 10 φωνήεντα. Είναι 'φωνητικά' γράμματα όπως Ελληνικά και Λατινικά αντίθετα με άλλα γράμματα των ασιατικών χωρών που είναι 'σημαντικά' γράμματα δηλ. τα γράμματα εκφράζουν την έννοια και όχι την φωνή. Εξίσου διαδεδομένες είναι η κινέζικη, ιαπωνική και η αγγλική. Η τελευταία διδάσκεται στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και πάνω και χρησιμοποιείται ευρύτατα στο εμπόριο και τις συναλλαγές.

Οι συγκοινωνίες της χώρας τα τελευταία χρόνια βελτιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε σήμερα να συγκαταλέγονται ανάμεσα στις πιο προηγμένες της Ασίας. Το 2000 το μήκος του οδικού δικτύου έφτανε τα 87.534 χλμ., από τα οποία τα 1.996 χλμ. αποτελούσαν οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας. H οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Το 2000 το μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου έφτανε τα 3.124 χλμ., από τα οποία τα 661 χλμ. ήταν ηλεκτροδοτούμενα. Μεγάλη ανάπτυξη σημείωσαν επίσης οι αεροπορικές συγκοινωνίες. Σε όλη τη χώρα λειτουργούν 69 αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις. Εθνικός αερομεταφορέας είναι η αεροπορική εταιρεία Korean Air, η οποία εκτελεί πτήσεις στο εσωτερικό και συνδέει τη Νότια Κορέα με την Ιαπωνία και πολλές άλλες χώρες της Ασίας. Το διεθνές αεροδρόμιο Κίμπο στην πρωτεύουσα Σεούλ είναι το μεγαλύτερο της χώρας και εξυπηρετεί τις περισσότερες ξένες αεροπορικές εταιρείες. Το μεγαλύτερο μέρος των θαλάσσιων μεταφορών διεξάγεται από τα τρία σπουδαιότερα λιμάνια της χώρας: του Πουσάν στις νοτιοανατολικές ακτές, της Ιντσόν στις δυτικές ακτές, η οποία αποτελεί επίνειο της Σεούλ, και της Τσέτζου στο ομώνυμο νησί. Αξιόλογος είναι και ο εμπορικός στόλος της χώρας. Το 2002 ο αριθμός των πλοίων που έφεραν τη νοτιοκορεατική σημαία έφτανε τα 501. Το επίπεδο των τηλεπικοινωνιών είναι από τα υψηλότερα του κόσμου. Το 2001 λειτουργούσαν 256 τηλεοπτικά κανάλια, 104 ραδιοσταθμοί AM και 136 FM. Την ίδια χρονιά αναλογούσε μία τηλεόραση σε 3,03 κατοίκους, ένα ραδιόφωνο ανά κάτοικο και ένα τηλέφωνο ανά 2 κατοίκους.