Πληροφορίες για: Ουρουγουάη

Περιγραφή

Κράτος της Νότιας Αμερικής, στο νοτιοανατολικό τμήμα της ηπείρου. Έχει έκταση 176.220 τ. χλμ. και πληθυσμό 3.386.575 κατ. (εκτίμηση 2002). Είναι το μικρότερο σε έκταση κράτος της Νότιας Αμερικής μετά το Σουρινάμ. Βρίσκεται σε νότιο πλάτος 30° ως 35° και δυτικό μήκος 53° 15΄ ως 57° 42΄. Πρωτεύουσα του κράτους είναι η πόλη Μοντεβιδέο στις νότιες ακτές, με πληθυσμό 1.383.660 κατ. Η Ουρουγουάη συνορεύει βόρεια και βορειοανατολικά με τη Βραζιλία, νοτιοανατολικά βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό, νότια βρέχεται από τον ποταμόκολπο Ρίο ντε λα Πλάτα και δυτικά συνορεύει με την Αργεντινή (φυσικό σύνορο με την Αργεντινή είναι ο ποταμός Ουρουγουάης).

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Πριν από την εγκατάσταση των Ευρωπαίων, στην Ουρουγουάη κατοικούσαν διάφορες ομάδες ινδιάνικων φυλών με το γενικό όνομα Τσαρούας. Τα χρόνια 1515-16 έγιναν οι πρώτες εξερευνήσεις της περιοχής από Ισπανούς θαλασσοπόρους, με αρχηγό τον Ρίο ντε λα Πλάτα. Συστηματική εποίκηση έγινε, ωστόσο, μετά το 1620, ενώ το 1680 οι Πορτογάλοι έποικοι της Βραζιλίας ίδρυσαν στην Ουρουγουάη την Κολόνια ντε Σακραμέντο στον ποταμόκολπο Ρίο ντε λα Πλάτα. Οι Ισπανοί ήρθαν τότε σε σύγκρουση με τους Πορτογάλους, τους εκδίωξαν από την περιοχή και το 1726 ίδρυσαν το Μοντεβιδέο. Οι κτήσεις των Ισπανών στην Ουρουγουάη ανήκαν αρχικά στην Αντιβασιλεία του Περού, από το 1776 όμως εντάχθηκαν στην Αντιβασιλεία της Λα Πλάτα (Αργεντινή). Κατά τη διάρκεια της ισπανικής κατοχής εξολοθρεύτηκαν οι περισσότεροι ιθαγενείς Ινδιάνοι. Το 1811 άρχισε ο απελευθερωτικός αγώνας των κατοίκων της χώρας εναντίον των κατακτητών. Το 1814-15 υπήρξε ένα σύντομο διάστημα ανεξαρτησίας για την Ουρουγουάη, ενώ το 1816-17 τη χώρα κατέλαβαν οι Πορτογάλοι, που το 1821 την ενσωμάτωσαν στη Βραζιλία. Το 1825 άρχισε μια νέα εποχή αγώνων των κατοίκων της Ουρουγουάης για ανεξαρτησία, με ηγέτη τον Χουάν Αντόνιο Λαβαγιέχα. Η χώρα απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία της το 1828, μετά τον τερματισμό του πολέμου ανάμεσα στη Βραζιλία και την Αργεντινή (1825-28).
Τις δεκαετίες 1830 και 1840 δημιουργήθηκαν τα δύο μεγάλα κόμματα της Ουρουγουάης, που επηρεάζουν την πολιτική ζωή της χώρας μέχρι σήμερα. Πρόκειται για το Κολοράδο (Ερυθρό), με προοδευτικές κατευθύνσεις και το Μπλάνκο (Λευκό), που έχει πιο συντηρητικές αντιλήψεις. Οι αντιθέσεις μεταξύ των οπαδών των δύο κομματικών παρατάξεων οδήγησαν σε εμφύλια σύγκρουση κατά την περίοδο 1839-51, στον οποίο αναμείχθηκαν η Αργεντινή και η Βραζιλία. Η πολιτική ζωή του κράτους ομαλοποιήθηκε στα χρόνια της προεδρίας του Μπερνάντο Προυντένσιο Μπέρο, που την περίοδο 1860-64 άσκησε πολιτική συμφιλίωσης. Το 1865-70 η Ουρουγουάη, ως σύμμαχος της Αργεντινής, ήρθε σε ένοπλη σύρραξη με την Παραγουάη, με αποτέλεσμα την επιβολή στρατιωτικού καθεστώτος στη χώρα για τριάντα περίπου χρόνια.


Ο 20ός αιώνας
Το 1903 πρόεδρος της χώρας εκλέχτηκε ο Χοσέ Μπάτγιε υ Ορδόνιες, εκπρόσωπος του κόμματος Κολοράδο, που προχώρησε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις και κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της χώρας μέχρι το 1929. Κατά την περίοδο τη προεδρίας του επικράτησε πολιτική σταθερότητα και θεσπίστηκε νομοθεσία με κοινωνικό προσανατολισμό. Την εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης (δεκαετία του `30) στη χώρα επιβλήθηκε δικτατορία. Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκόσμιου πολέμου η Ουρουγουάη τήρησε ουδέτερη στάση. Το 1951 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα, ενώ την ίδια εποχή η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω της πτώσης των τιμών των εξαγώγιμων προϊόντων (κυρίως του μαλλιού, του κρέατος και των δερμάτων). Η συσσώρευση των οικονομικών προβλημάτων προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια των κατοίκων απέναντι στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα τη νίκη του κόμματος Μπλάνκο το 1958.
Το 1966 αναθεωρήθηκε το Σύνταγμα, ενώ την ίδια χρονιά το κόμμα Κολοράδο κέρδισε τις εκλογές. Την επόμενη χρονιά (1967) πρόεδρος της χώρας εκλέχτηκε ο στρατηγός Χεστίδο, ο οποίος όμως πέθανε τον ίδιο χρόνο και αντικαταστάθηκε από τον Χόρχε Πατσέκο Αρέκο, που εφάρμοσε πολιτική οικονομικής λιτότητας τα χρόνια 1967-72. Εξαιτίας της πολιτικής αυτής η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση στις σχέσεις του λαού με την κυβέρνηση, που οδήγησε σε εργατικές κινητοποιήσεις και σε κυβερνητική κρίση τον Απρίλιο του 1968. Την ίδια εποχή (από το 1962-63 μέχρι το 1973) αναπτύχθηκε η δράση ενός αριστερού αντάρτικου κινήματος πόλεων, αυτό των Τουπαμάρος.
Το 1973 στην Ουρουγουάη επιβλήθηκε στρατιωτικό καθεστώς, που κατάργησε τα πολιτικά δικαιώματα. Το 1976 ο στρατός καθαίρεσε τον πρόεδρο Χουάν Μαρία Μπορνταμπέρι και επέβαλε στο Συμβούλιο του Έθνους, που αποτελούνταν από στρατιωτικούς και πολιτικούς, να εκλέξει τον Απαρίσιο Μέντες στη θέση του. Κατά τη διάρκεια της στρατοκρατίας η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα περίπου 50.000 κάτοικοι να φύγουν ως μετανάστες για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους. Το καθεστώς των στρατιωτικών τερματίστηκε το 1984, όταν οι στρατιωτικοί διαπραγματεύτηκαν την παραχώρηση πολιτικών ελευθεριών στο λαό με τις νόμιμες πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Προκηρύχθηκαν εκλογές, τις οποίες κέρδισε το κόμμα Κολοράδο, ενώ πρόεδρος εκλέχτηκε ο προοδευτικός Χούλιο Σανγκουινέτι. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του επικράτησε σχετική πολιτική σταθερότητα. Το 1987 η κυβέρνηση δέχτηκε πιέσεις από τον κεντροαριστερό συνασπισμό Φρέντε Άμπλιο για ακύρωση του νόμου του Δεκεμβρίου του 1986, που παραχωρούσε αμνηστία στους πραξικοπηματίες. Το δημοψήφισμα του 1989 για το ίδιο θέμα αποτέλεσε νίκη για τον κυβερνητικό σχηματισμό με ποσοστό 55%. Ωστόσο στις προεδρικές εκλογές της ίδιας χρονιάς (1989) το κόμμα Μπλάνκο επανήλθε στην εξουσία, με τον Λουίς Αλμπέρτο Λακάγιε ως πρόεδρο.
Το 1994 πρόεδρος της Ουρουγουάης εκλέχτηκε και πάλι ο Χούλιο Μαρία Σανγκουινέτι, του κόμματος Κολοράδο. Στις γενικές εκλογές της ίδιας χρονιάς το κόμμα Κολοράδο συγκέντρωσε το 33,5% των ψήφων και κέρδισε 34 βουλευτικές έδρες (από τις 99) και 11 θέσεις γερουσιαστών (από τις 31). Το κόμμα Μπλάνκο πήρε το 31% των ψήφων (με 31 βουλευτές και 10 γερουσιαστές). Ακολούθησε ο αριστερός συνασπισμός Προοδευτική Συνάντηση με 30% (με 30 βουλευτές και 9 γερουσιαστές). Τέταρτο ήρθε το κόμμα Νέος Χώρος, χριστιανοδημοκρατικών αρχών, με 4,5% (4 βουλευτές και έναν γερουσιαστή).

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Μετά και τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2000 πρόεδρος της χώρας παρέμεινε ο Ισλάμ Καρίμοφ.

Η Ουρουγουάη αποτελεί μια εδαφική ζώνη που βρίσκεται ανάμεσα στις υγρές πάμπας της Αργεντινής (λιβάδια με κοντό χορτάρι) και στα ζεστά υψίπεδα της Βραζιλίας. Χαρακτηριστικά της μορφολογίας του εδάφους της Ουρουγουάης είναι τα χαμηλά οροπέδια και οι χαμηλές λοφώδεις περιοχές, που σχηματίζουν μια εικόνα επίπεδη και μονότονη. Μεγαλύτερη ποικιλία παρουσιάζει η μορφή του εδάφους στη βορειοανατολική πλευρά της χώρας, με βραχώδεις χαμηλές οροσειρές. Κυριότερες λοφοσειρές είναι η Σάντα Άννα, η Σαντάνα, η Σέρο Λάργκο, η Γκράντε, η Φλόρες, ενώ μεγαλύτερο υψόμετρο έχει ο λόφος Σέρο ντε λας Άνιμας (501 μ.). Το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας είναι λιβάδια και βοσκότοποι, ενώ λιγότερο από 5% του συνολικού εδάφους καλύπτεται από δάση. Το έδαφος της χώρας, που συνίσταται από πολύ παλαιά πετρώματα, έχει υποστεί εκτεταμένη διάβρωση από το νερό και τον άνεμο. Ανάμεσα στους λόφους σχηματίζονται βαθιές και πλατιές κοιλάδες, τις οποίες διασχίζουν πολυάριθμοι ποταμοί. Οι ακτές της χώρας είναι χαμηλές και κατά μήκος τους σχηματίζονται πολλές λιμνοθάλασσες και ελώδεις εκτάσεις. Μεγαλύτερη είναι η λιμνοθάλασσα Μιρίν στα ανατολικά (τμήμα της οποίας ανήκει στη Βραζιλία).

Το κλίμα της χώρας είναι εύκρατο και οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες κυμαίνονται ανάμεσα στους 10 και 22°C. Η πιο βροχερή περίοδος είναι κυρίως οι μήνες Μάρτιος και Ιούνιος και οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις φτάνουν τα 890 mm. Οι χειμώνες δεν είναι ιδιαίτερα ψυχροί, ενώ η ζέστη κατά την καλοκαιρινή περίοδο μειώνεται εξαιτίας των ανέμων από τον Ατλαντικό και τον Ρίο ντε λα Πλάτα.
Η Ουρουγουάη αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα ατμοσφαιρικής και υδάτινης ρύπανσης, όπως επίσης και προβλήματα λόγω όξινης βροχής από τη Βραζιλία.

Ο πληθυσμός της Ουρουγουάης είναι 3.386.575 κάτοικοι (εκτίμηση 2002) και η πυκνότητά του 19,2 άτομα ανά τ. χλμ. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού υπολογίστηκε το 2002 σε 0,79%. Η πλειονότητα των κατοίκων της Ουρουγουάης (88,7%) ζει σε αστικά κέντρα, ενώ μόνο το 11,3% του συνολικού πληθυσμού σε αγροτικές και επαρχιακές περιοχές. Το 2002 ο μέσος όρος ζωής ήταν τα 72,32 χρόνια για τους άνδρες και τα 79,17 για τις γυναίκες. Το 2002 αντιστοιχούσαν μόλις δύο παιδιά σε κάθε οικογένεια, ενώ το ίδιο έτος η βρεφική θνησιμότητα έφτασε τους 14,25 θανάτους σε χίλιες γεννήσεις. Όσον αφορά την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, το 2002 το 24,5% των κατοίκων ήταν παιδιά μέχρι 14 χρονών, το 62,6% από 15 μέχρι 64 ετών και το 13% ηλικιωμένοι πάνω από 65 ετών.

Στην Ουρουγουάη υπάρχει καλό οδικό δίκτυο γύρω από τα αστικά κέντρα, ενώ είναι λιγότερο αναπτυγμένο στις επαρχιακές περιοχές στο εσωτερικό της χώρας. Το 2001 το συνολικό μήκος του οδικού δικτύου ήταν 8.764 χλμ. και το μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου 2.993 χλμ. Το βασικό μεταφορικό μέσο των κατοίκων είναι το λεωφορείο. Στην Ουρουγουάη υπάρχουν εφτά πολιτικά αεροδρόμια, ενώ μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας είναι αυτό της πρωτεύουσας Μοντεβιδέο. Το 2001 λειτουργούσαν 20 τηλεοπτικά κανάλια και 240 ραδιοφωνικοί σταθμοί.