Πληροφορίες για: Δημοκρατία της Μάλτας

Περιγραφή

Μικρό νησιωτικό κράτος στην κεντρική Μεσόγειο. Περιλαμβάνει τα νησιά: Μάλτα (αρχαία Μελίτη), Γκότσο (στα ΒΔ) και Κομίνο (ανάμεσα στα δύο προηγούμενα), καθώς επίσης και τέσσερις ακατοίκητες βραχονησίδες. Τα νησιά συναποτελούν το αρχιπέλαγος της Μάλτας και βρίσκονται 58 περίπου μίλια νότια της Σικελίας, δυτικά της Τυνησίας και βόρεια της Λιβύης, ενώ απέχουν από τις αφρικανικές ακτές 180 μίλια. Η στρατηγική θέση των νησιών τα κατέστησε πολύ νωρίς σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αφρικανικών λαών και πολιτισμών.

Η συνολική έκταση του κράτους ανέρχεται στα 316 τ. χλμ. Συγκεκριμένα, το νησί της Μάλτας έχει έκταση 246 τ. χλμ., το νησί Γκότσο 67 τ. χλμ. και το μικρό νησί Κομίνο 2,6 τ. χλμ. Η Μάλτα είναι το 8ο μικρότερο σε έκταση κράτος του κόσμου και το 5ο μικρότερο της Ευρώπης μετά το Λιχνεστάιν, το Σαν Μαρίνο, το Μονακό και την πόλη του Βατικανού. Συγκριτικά με άλλες χώρες η έκταση του κράτους είναι ίση σχεδόν με το μισό της έκτασης της Σιγκαπούρης και περίπου διπλάσια από αυτή του Λιχνεστάιν.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2002 ο πληθυσμός της Μάλτας ανέρχεται στους 397.499 κατοίκους, κατατάσσοντας τη χώρα στην 164η παγκόσμια θέση. Συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές χώρες η Μάλτα βρίσκεται στην 38η θέση, ξεπερνώντας σε πληθυσμό το Βατικανό, το Σαν Μαρίνο, το Λιχνεστάιν, το Μονακό και την Ισλανδία. Όσον αφορά την πυκνότητα του πληθυσμού, η Μάλτα είναι η 4η πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου και η 3η της Ευρώπης μετά το Μονακό και το Βατικανό. Με βάση τα νεότερα στοιχεία για τον πληθυσμό, η πυκνότητα φτάνει τους 1.257,9 κατοίκους ανά τ. χλμ.

Μέχρι τον 20ό αιώνα

Η Μάλτα, λόγω της στρατηγικής της θέσης - στο κέντρο σχεδόν της λεκάνης της Μεσογείου - από πολύ νωρίς προσέλκυσε το ενδιαφέρον των ξένων λαών. Τα μεγαλιθικά μνημεία που βρέθηκαν χρονολογούνται από το 3800 π.Χ. περίπου και δείχνουν ότι η Μάλτα κατοικήθηκε από προϊστορικούς λαούς, οι οποίοι και δημιούργησαν εκεί έναν από τους παλαιότερους οικισμούς στη Μεσόγειο. Μεταξύ του 2000 και 1000 π.Χ. η Μάλτα πέρασε στην κυριαρχία των Φοινίκων και αργότερα, τον 8ο και 7ο αι. π.Χ., των Καρχηδονίων, οι οποίοι άσκησαν τυραννική εξουσία και επέβαλαν βαρύ φόρο υποτέλειας στους κατοίκους. Το 218 π.Χ. η Μάλτα, μαζί με τα άλλα νησιά του αρχιπελάγους, μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αυτόνομη επαρχία. Το 58 μ.Χ. στις ακτές της ναυάγησε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος και προσηλύτισε τους κατοίκους στο χριστιανισμό. Στα επόμενα μεταχριστιανικά χρόνια η Μάλτα βρέθηκε κάτω από την ηγεμονία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, το οποίο είχε πρωτεύουσά του την Κωνσταντινούπολη, και το 870 έπεσε στα χέρια των Αράβων. Η αραβική κατοχή διάρκεσε μέχρι το 1091, όταν τα νησιά πέρασαν στην κυριαρχία του Νορμανδού ευγενή, Ρογήρου Α΄. Τους επόμενους αιώνες η Μάλτα πέρασε διαδοχικά στην εξουσία των Σουηβών, των Ανδεγαβών και των Αραγοναίων, μέχρι το 1530, όταν παραχωρήθηκε στο θρησκευτικό στρατιωτικό τάγμα των ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, τους οποίους είχαν προηγουμένως εκδιώξει οι Τούρκοι από τη Ρόδο. Η κυριαρχία των Ιωαννιτών Ιπποτών ή Οσπιταλίων, στη διάρκεια της οποίας τα νησιά γνώρισαν τη λαμπρότερη περίοδο της ιστορίας τους, τερματίστηκε τον Ιούνιο του 1798, όταν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα κατέλαβαν το νησί. Οι κάτοικοι των νησιών επαναστάτησαν εναντίον των Γάλλων και αναγνώρισαν ως μοναδικό τους μονάρχη το βασιλιά της Μ. Βρετανίας με τον όρο να προστατευθεί η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και να αναγνωριστεί η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων τους. Η Μ. Βρετανία δέχτηκε αυτούς τους όρους και με τη Συνθήκη του Παρισιού, το 1814, προσάρτησε τη Μάλτα στις κτήσεις της χρησιμοποιώντας την τα επόμενα χρόνια ως έναν από τους σπουδαιότερους ναυστάθμους της στη Μεσόγειο.

 

Ο 20ός αιώνας

Το 1921 παραχωρήθηκε στα νησιά μια μορφή αυτοδιάθεσης, το 1936 όμως το καθεστώς έγινε και πάλι αποικιακό. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1964 η Μάλτα απέκτησε την ανεξαρτησία της μέσα στους κόλπους της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, από την οποία αποχώρησε το 1974, χρονιά κατά την οποία αναθεωρήθηκε για τρίτη φορά το Σύνταγμα και η χώρα έγινε προεδρευόμενη δημοκρατία. Το Σεπτέμβριο του 1976 διεξήχθησαν εκλογές, στις οποίες την πρώτη θέση κατέλαβε το Εργατικό Κόμμα και πρωθυπουργός αναδείχτηκε ο Ντόμινικ Μίντοφ, ο οποίος κυβερνούσε ήδη τη χώρα από το 1971. Την 1η Απριλίου 1979 αποχώρησε και η τελευταία βρετανική στρατιωτική βάση από το έδαφος της Μάλτας, τερματίζοντας έτσι την 179χρονη βρετανική κυριαρχία στα νησιά, ενώ την ίδια χρονιά πρόεδρος της χώρας εκλέχτηκε ο Άντον Μπούτιγκιεγκ. Στις εκλογές που διεξήχθησαν το Δεκέμβριο του 1981 το Εργατικό και το Εθνικιστικό Κόμμα ισοψήφησαν και πρωθυπουργός παρέμεινε ο Μίντοφ, ο οποίος το 1984 αποχώρησε από την πολιτική δίνοντας τη θέση του στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Καρμέλο Μίφσουντ Μπονίκι. Προηγουμένως, το Φεβρουάριο του 1982, τη θέση του προέδρου της χώρας ανέλαβε η Αγκάθα Μπάρμπαρα. Στις 9 Μαίου 1987, μέσα σε κλίμα έντασης, διεξήχθησαν εκλογές, στις οποίες πρώτο κόμμα σε ψήφους αναδείχτηκε το Εθνικιστικό, το οποίο όμως μειοψήφησε σε έδρες έναντι του Εργατικού. Κατόρθωσε όμως, με μία τροπολογία του Συντάγματος, να του δοθούν 4 έδρες ακόμη και να σχηματίσει τελικά κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Έντι Φένεχ Άνταμι και προσωρινό πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Πολ Ξουερέμπ. Τον Απρίλιο του 1989 ο Ξουερέμπ αντικαταστάθηκε από τον Κένσου Ταμπόνε. Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς στα ανοιχτά της Μάλτας πραγματοποιήθηκε συνάντηση κορυφής μεταξύ των τότε προέδρων των ΗΠΑ και της πρώην ΕΣΣΔ, Τζορτζ Μπους και Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Η Μάλτα υπέβαλε αίτηση ένταξής της στην ΕΟΚ, τον Ιούλιο του 1990, ενώ το Μάιο του ίδιου χρόνου ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ επισκέφτηκε τη χώρα, για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια της διεύρυνσης που πραγματοποιεί τα τελευταία χρόνια, έκανε το 1993 δεκτό το αίτημα της Μάλτας για ένταξη στους κόλπους της. Η πλήρης ένταξή της πραγματοποιήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2003 κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας.

Πρόεδρος της χώρας είναι ο Κουίντο Ντε Μάρκο από τις 4 Απριλίου του 1999, με πρωθυπουργό τον Έντι Φενέχ Αντάμι από τις 6 Σεπτεμβρίου του 1998.

 

Το αρχιπέλαγος αποτελεί τις κορυφές ενός υποβρύχιου οροπεδίου, το οποίο εκτείνεται από τη Σικελία μέχρι την Αφρική και έχει ασβεστολιθική προέλευση. Το νησί της Μάλτας, που είναι και το μεγαλύτερο από όλα, έχει ανάγλυφο χαμηλό έως λοφώδες. Στα δυτικά σχηματίζει ένα υψίπεδο, το οποίο από τα ανατολικά προς τα δυτικά βαθμιαία ανυψώνεται για να φτάσει στο Ναντούρ Τάουερ τα 258 μ., που αποτελεί και το υψηλότερο σημείο της χώρας. Το υψίπεδο περιβάλλεται από αργιλικές κλιτύες, οι οποίες, σε συνδυασμό με την ασβεστολιθική προέλευση, ευνοούν τη διήθηση και την υπόγεια αποθήκευση του νερού, γι` αυτό και η κυκλοφορία επιφανειακών υδάτων είναι σχετικά πρόσφατη. Λόγω της ασβεστολιθικής προέλευσης και της μικρής έκτασης των νησιών δεν υπάρχουν λίμνες και μόνιμα ποτάμια, παρά μόνο μικρά εποχιακά ρεύματα.

Οι ακτές των νησιών είναι γενικά βραχώδεις, ψηλές και παρουσιάζουν πλούσιο διαμελισμό με κόλπους, λιμάνια, όρμους και αμμώδεις παραλίες. Μεγαλύτερο διαμελισμό παρουσιάζουν οι ακτές του βόρειου και ανατολικού τμήματος του νησιού της Μάλτας, όπου σχηματίζονται οι όρμοι Άρμιερ, Μελιέχα, Σεντ Πολ, Σαλίνα και Μαρσαξλόκ. Στις ανατολικές ακτές βρίσκεται και ο όρμος με τις πολλές διακλαδώσεις, στον οποίο είναι χτισμένη η πρωτεύουσα Βαλέτα, ο οποίος περιλαμβάνει στόμια ποταμών που σχηματίστηκαν ύστερα από την καταβύθιση κοιλάδας ή κοιλάδων. Στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί, το Γκότσο, οι ακτές είναι πιο ομαλές και μόνο στα ανατολικά σχηματίζεται ο κόλπος Σεντ Μέρις. Κατά μήκος των ακτών των νησιών υπάρχουν διάσπαρτες μικρές ακατοίκητες νησίδες, μεγαλύτερες από τις οποίες είναι η Κομινάτο, η Σελμουνέτ και η Φιλφόλα.

Το κλίμα των νησιών είναι ήπιο, μεσογειακού τύπου, και χαρακτηρίζεται από πολύ θερμά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους, βροχερούς χειμώνες. Το καλοκαίρι συχνά φυσούν ισχυροί θερμοί άνεμοι, ενώ το ξερό κλίμα έχει ως συνέπεια την απουσία ομίχλης. Απουσιάζουν επίσης οι χιονοπτώσεις και οι παγετοί στη διάρκεια του χειμώνα. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 19°C και το μέσο ετήσιο ύψος βροχής φτάνει τα 560 χιλιοστά.

Από δημογραφική άποψη ο πληθυσμός της χώρας εμφανίζει χαρακτηριστικά των αναπτυγμένων χωρών, δηλαδή χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας και σχετική δημογραφική γήρανση. Σε επίπεδο αριθμών το 2002 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας ήταν 1,27% και 0,77% αντίστοιχα, τα οποία καθόρισαν τη φυσική αύξηση του πληθυσμού στο 0,73% (2002). Το 2002 η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού εμφάνιζε την ακόλουθη στατιστική εικόνα: το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (67,5%) αποτελούνταν από ενήλικες ηλικίας 15 έως 64 ετών, το 19,7% αποτελούνταν τα παιδιά ηλικίας έως 14 ετών, ενώ οι ηλικιωμένοι άνω των65 ετών αποτελούσαν το 12,8% του συνολικού πληθυσμού. Το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων και οι καλές συνθήκες υγιεινής αντανακλώνται στο μειωμένο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, το οποίο το 2002 ήταν μόλις στο 0,5% και στο προσδόκιμο όριο ζωής, το οποίο την ίδια χρονιά έφτανε τα 78 χρόνια (81 χρόνια ζουν κατά μέσο όρο οι γυναίκες και 76 οι άνδρες). Όσον αφορά την κατανομή του πληθυσμού, το 89,7% κατοικούσε στα αστικά κέντρα και μόλις το 10,3% στην ύπαιθρο. Η πυκνότητα του πληθυσμού είναι πολύ μεγάλη (1.257,9 κάτοικοι ανά τ. χλμ.) και περισσότερο πυκνοκατοικημένο είναι το νησί της Μάλτας, όπου ζει και η πλειονότητα του πληθυσμού της χώρας.