Πληροφορίες για: Περού

Περιγραφή

Κράτος της Νότιας Αμερικής. Έχει έκταση 1.285.220 τ. χλμ. και πληθυσμό 27.949.639 κατοίκους (εκτίμηση 2002). Είναι η τρίτη σε μέγεθος χώρα της ηπείρου, μετά τη Βραζιλία και την Αργεντινή. Ορίζεται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες 0°-19° νότιο γεωγραφικό πλάτος και 68°-82° δυτικό γεωγραφικό μήκος. Συνορεύει βορειοδυτικά με τη Δημοκρατία του Ισημερινού (Εκουαδόρ), βορειοανατολικά με την Κολομβία, ανατολικά με τη Βραζιλία και τη Βολιβία, νότια με τη Χιλή, ενώ δυτικά βρέχεται από τον Ειρηνικό ωκεανό. Το όνομα του κράτους προέρχεται από την ινδιάνικη διάλεκτο της φυλής των Κέτσουα και σημαίνει "γη της αφθονίας". Η ονομασία παραπέμπει στην εποχή της ευημερίας κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης της χώρας από τους Ινδιάνους Ίνκας. Πρωτεύουσα του Περού είναι η Λίμα, με 5.759.676 κατοίκους.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στο Περού ανάγονται στο 8000 π.Χ. Στην περιοχή αυτή της ηπείρου άνθισαν διάφοροι πολιτισμοί, μέχρι τα μέσα περίπου του 15ου αιώνα, όταν άρχισε η εξάπλωση των Ινδιάνων Ίνκας. Στα τέλη του 15ου αιώνα οι Ίνκας ήταν κυρίαρχοι όλης της περιοχής που σήμερα περιλαμβάνει το Περού, τη Χιλή, τη Βολιβία, τον Ισημερινό και το βόρειο τμήμα της Αργεντινής. Ο πρώτος Ευρωπαίος που εξερεύνησε το σημερινό Περού ήταν ο Ισπανός Φρανσίσκο Πιθάρο, το 1524, ο οποίος κατέλαβε τη χώρα το 1531. Η χώρα παρέμεινε στην κατοχή των Ισπανών για 300 περίπου χρόνια και απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1821, χάρη στην επέμβαση του απελευθερωτικού στρατού της Αργεντινής.
Η περίοδος που ακολούθησε την πολιτική ανεξαρτησία της χώρας χαρακτηρίστηκε από έντονη πολιτική αστάθεια και από διαδοχικά πραξικόπήματα. Η ομοσπονδία που ίδρυσε ο στρατάρχης Σάντα Κρουζ το 1836 διαλύθηκε μετά από στρατιωτική επέμβαση της Χιλής το 1839. Ο πρόεδρος Δημοκρατίας του Περού Ραμόν Καστίγια επέβαλε δικτατορικό καθεστώς στα χρόνια της διακυβέρνησής του από το 1845 ως το 1851 και από το 1855 ως το 1862. Ωστόσο κατάργησε τα χρέη των Ινδιάνων και τη δουλεία των μαύρων και ακολούθησε μια πολιτική που συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Τα χρόνια από το 1879 ως το 1883 το Περού ηττήθηκε από τη Χιλή στο γνωστό ως πόλεμο του Ειρηνικού και αναγκάστηκε να παραχωρήσει την επαρχία Ταραπακά, πλούσια σε κοιτάσματα νίτρου.


Ο 20ός αιώνας
Στις αρχές του 20ού αιώνα το Περού είχε να διευθετήσει συνοριακές διαφορές με τις γειτονικές του χώρες, όπως το 1909 με τη Βραζιλία, το 1929 με τη Χιλή, το 1934 με τη Βολιβία και κυρίως με τον Ισημερινό. Με τον Ισημερινό οι διαφορές και οι διεκδικήσεις συνεχίστηκαν και μετά τη Συμφωνία του Ρίο ντε Τζανέιρο το 1942, η οποία παραχωρούσε τα επίμαχα εδάφη στο Περού. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1981, δημιουργήθηκε και πάλι ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών εξαιτίας εδαφικών διεκδικήσεων.
Στον οικονομικό τομέα, η διάνοιξη της διώρυγας του Παναμά, η αύξηση της αμερικανικής επιρροής, η εκμετάλλευση των ορυχείων, όλα αυτά έδωσαν νέα ώθηση στην οικονομία της χώρας. Στο πολιτικό επίπεδο, ο πρόεδρος της χώρας Λεγκία, που κυβέρνησε δικτατορικά από το 1908 ως το 1912 και από το 1919 ως το 1930, προσπάθησε να συνεχίσει την αναπτυξιακή οικονομική πολιτική, απέτυχε όμως να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση του 1930. Στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής του Περού εμφανίστηκε εκείνη την εποχή ένα κίνημα με μαρξιστικό προσανατολισμό, η Αμερικανική Επαναστατική Λαϊκή Συμμαχία, η οποία κυριάρχησε στην πολιτική της χώρας τα επόμενα πενήντα χρόνια. Το 1931 το προεδρικό αξίωμα ανέλαβε ο στρατηγός Λουίς Σάντσες Σέρο, ο οποίος ήρθε σε σκληρή αντιπαράθεση με τους υποστηρικτές της Λαϊκής Συμμαχίας. Ο επόμενος πρόεδρος της χώρας, ο Μανουέλ Πράδο Ουγκαρτέτσε, που κυβέρνησε τα χρόνια 1939-1945, συνέβαλε στην επικράτηση πολιτικής ομαλότητας στο κράτος. Ο Χοσέ Λουίς Μπουσταμάντε Ριβέρο είχε το αξίωμα του προέδρου του Περού από το 1945 ως το 1948 και ήρθε σε αντιπαράθεση με τη Λαϊκή Συμμαχία. Ο Ριβέρο ανατράπηκε βίαια από στρατιωτικό πραξικόπημα και την ανώτατη εξουσία άσκησε από το 1948 ως το 1956 ο στρατηγός Αρτούρο Οδρία. Στις ελεύθερες εκλογές του 1956 ο Πράδο Ουγκαρτέτσε κατέλαβε για άλλη μια φορά το ανώτατο αξίωμα του κράτους, με την υποστήριξη της Λαϊκής Συμμαχίας. Τα χρόνια εκείνα ιδρύθηκε ένα καινούργιο κόμμα, η Λαϊκή Δράση. Το 1963 πρόεδρος εκλέχτηκε ο Μπελαούντε Τέρι, αρχηγός της Λαϊκής Δράσης. Οι μεταρρυθμιστικές του προσπάθειες προσέκρουσαν στην αντίδραση της δεξιάς και της άκρας αριστεράς. Το 1968, στο αποκορύφωμα οικονομικών και πολιτικών αδιεξόδων, την εξουσία κατέλαβε ο στρατός και πρόεδρος ανέλαβε ο στρατηγός Χουάν Βελάσκο Αλβαράδο. Η κυβέρνησή του εφάρμοσε αυστηρό πρόγραμμα εθνικιστικής πολιτικής. Εθνικοποίησε τις εταιρείες πετρελαίου και ήρθε έτσι σε πρώτη σύγκρουση με τα συμφέροντα των Η.Π.Α., ενώ παράλληλα ανέπτυξε διπλωματικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση και με άλλα σοσιαλιστικά κράτη. Η στρατιωτική κυβέρνηση του Αλβαράδο προχώρησε επίσης σε εθνικοποίηση των ορυχείων και άλλων επιχειρήσεων, ντόπιων ή ξένων. Ακόμη, εφάρμοσε πρόγραμμα απαλλοτρίωσης των μεγάλων γεωργικών ιδιοκτησιών. Η προσπάθεια για κρατικό έλεγχο επεκτάθηκε το 1970 και στις μετοχές των βιομηχανικών επιχειρήσεων, περιορίζοντας την επιρροή των Η.Π.Α. στον τομέα αυτόν και αυξάνοντας ταυτόχρονα το μερίδιο των εργαζομένων στη διοίκηση. Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος όλων των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων είχε ως αποτέλεσμα την έντονη αντίδραση και κινητοποίηση των εργαζομένων, με την καθοδήγηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το 1975 ο στρατηγός Φρανσίσκο Μοράλες Μπερμούδες αντικατέστησε τον Αλβαράδο στο προεδρικό αξίωμα του κράτους. Η κυβέρνησή του ακολούθησε μια πολιτική οικονομικής λιτότητας, που αύξησε τη δυσαρέσκεια του περουβιανού λαού και ενίσχυσε περισσότερο τον αγώνα του, που εκφράστηκε με απεργίες και ταραχές. Το 1976 η κυβέρνηση προέβη σε υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Το 1980 πρόεδρος της χώρας εξελέγη για μια ακόμα φορά ο Μπελαούντε Τέρι, ο οποίος, μέσα σε δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, φρόντισε για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Οι επόμενες εκλογές το 1985 ανέδειξαν κύρια πολιτική δύναμη της χώρας τη Λαϊκή Συμμαχία και νέο πρόεδρο τον Άλαν Γκαρσία Πέρες. Τα βασικότερα εσωτερικά προβλήματα που είχε ν` αντιμετωπίσει η κυβέρνησή του ήταν η συνεχώς αυξανόμενη δράση του αντάρτικου κινήματος "Το φωτεινό μονοπάτι" και η κακή κατάσταση της οικονομίας. Η οικονομική πολιτική του ήταν πολιτική περιορισμένης λιτότητας και περιλάμβανε αύξηση των μισθών και πάγωμα των τιμών. Ήρθε σε ρήξη με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο από το 1986 διέκοψε τη δανειοδότηση προς το Περού. Η αιματηρή καταστολή της ανταρσίας μιας ομάδας κρατουμένων σε κρατικές φυλακές το 1986, που πραγματοποιήθηκε με την επέμβαση του στρατού μετά από δική του εντολή, έγινε η αιτία για ένταση στις σχέσεις του με το λαό και είχε ως αποτέλεσμα δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Το 1988 επικράτησε έντονη οικονομική κρίση και οι εργαζόμενοι αντέδρασαν με συνεχείς απεργιακές κινητοποιήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η παραίτηση, την ίδια χρονιά, της κυβέρνησης του Πέρες και ο σχηματισμός ενός νέου κυβερνητικού σχήματος με επικεφαλής τον Βιλανουέβα δελ Κάμπο. Η νέα κυβέρνηση δεν κατάφερε ωστόσο να βελτιώσει την επικρατούσα κατάσταση, ενώ η δημοτικότητα του προέδρου Πέρες μειωνόταν κατακόρυφα. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς (1988) έγινε μια αποτυχημένη απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος.
Πρόεδρος της χώρας μετά τις εκλογές του 1990 ήταν ο Αλμπέρτο Φουγιμόρι, ιδρυτής του κόμματος "Αλλαγή `90". Πρωθυπουργός και αρχηγός της κυβέρνησης ήταν ο Αλμπέρτο Παντόλφι Αρμπούλου, ο οποίος εκλέχτηκε το 1996. Οι δύο κύριες επαναστατικές οργανώσεις, το "Φωτεινό μονοπάτι" και η οργάνωση "Τούπακ Αμάρου" συνεχίζουν την αντικυβερνητική τους δράση.

Η Δημοκρατία του Περού είναι προεδρική. Πρόεδρος είναι, από το 2011, ο Ογιάντα Ουμάλα..

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική μέχρι την ηλικία των 70 ετών. Το 2006 ψήφισαν για πρώτη φορά και μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων και της αστυνομίας[7].

Στις 3 Ιανουαρίου 2010 και για πρώτη φορά εξελέγη γυναίκα δήμαρχος,η πρώην εκπαιδευτικός Σουσάνα Βιγιαράν, με την υποστήριξη των κομμάτων της αριστεράς.

Η οροσειρά των Άνδεων εκτείνονται παράλληλα με την ακτογραμμή του ωκεανού και χωρίζουν τη χώρα σε τρεις γεωγραφικές περιοχές. Η περιοχή των ακτών, γνωστή και ως Κόστα, στα δυτικά, είναι μία στενή επίπεδη περιοχή, κυρίως ξηρή με κοιλάδες που σχηματίστηκαν από εποχικές απορροές προς τη θάλασσα. Τα υψίπεδα και η οροσειρά, γνωστά και ως Σιέρρα, είναι η περιοχή των Άνδεων, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και το οροπέδιο Αλτιπλάνος, καθώς και την ψηλότερη κορυφή της χώρας, το όρος Ουασκαράν με ύψος 6768 μ. Η τρίτη περιοχή είναι η ζούγκλα και το τροπικό δάσος, γνωστά και ως Σέλβα, που εκτείνεται σε επίπεδες εκτάσεις και καλύπτεται από το τροπικό δάσος βροχής του Αμαζονίου. Η Σέλβα περιλαμβάνει περίπου το 60% της συνολικής έκτασης του Περού, κατατάσσοντάς το τέταρτο ως προς την έκταση τροπικού δάσους στην επικράτειά του, μετά τη Βραζιλία, το Κονγκό και την Ινδονησία.

Οι περισσότεροι ποταμοί της χώρας πηγάζουν από τις Άνδεις και απορρέουν σε συνολικά τρεις λεκάνες. Οι απορροές προς τον Ειρηνικό είναι απότομες και βραχείες, ενώ οι απορροές προς τον Αμαζόνιο είναι μακρύτερες, μεγαλύτερης παροχής και λιγότερο απότομες μετά την έξοδό τους από το ορεινό τοπίο. Επίσης, υπάρχουν και απορροές προς τη λίμνη Τιτικάκα, οι οποίες συνήθως είναι βραχείες και έχουν μεγάλη παροχή. Οι μεγαλύτεροι ποταμοί της χώρας σε μήκος είναι ο Ουκαγιάλι, ο Μαρανιόν, ο Πουτουμάγιο, ο Γιαβαρί, ο Ουαγιάγα, ο Ουρουμπάμπα, ο Μανταρό και ο Αμαζόνιος.

Αντίθετα με άλλες χώρες της περιοχής του ισημερινού, το Περού δεν έχει αποκλειστικά ένα μόνο κλιματικό τύπο, δηλαδή τον τροπικό, αλλά το κλίμα του επηρεάζεται τόσο από τις Άνδεις όσο και από τα ρεύματα Χούμπολτ. Έτσι, το κλίμα της χώρας παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία μικροκλιμάτων, περιλαμβάνοντας 28 από τους 32 κλιματικούς τύπους που συναντώνται παγκόσμια (με βάση την κλιματική ταξινόμηση του Köppen).

Σε γενικές γραμμές, οι ακτές παρουσιάζουν υποτροπικό κλίμα με μέτριες θερμοκρασίες, μικρά ύψη βροχόπτωσης και υψηλά επίπεδα υγρασίας λόγω της γειτνίασης με τον Ειρηνικό. Οι βόρειες ακτές είναι πιο θερμές και οι βροχοπτώσεις εδώ πιο συχνές. Αντίστοιχα, οι περιοχές των Άνδεων παρουσιάζουν ένα δροσερό και ψυχρό κλίμα, με βροχερά καλοκαίρια και πολύ ξηρούς χειμώνες. Τέλος, τα ανατολικά βαθύπεδα της λεκάνης του Αμαζονίου χαρακτηρίζονται από ισχυρές βροχοπτώσεις και υψηλές θερμοκρασίες καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, παρουσιάζοντας ένα τυπικό ισημερινό τροπικό κλίμα. Εξαίρεση αποτελούν τα νότια βαθύπεδα με δροσερό φθινόπωρο και περιστασιακές βροχές.

Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 0,97% (εκτίμηση 2015). Ο αριθμός των γεννήσεων είναι 18,28/1000 κατοίκους και των θανάτων 6,01/1000 κατοίκους (εκτίμηση 2015). Το προσδόκιμο ζωής το 2015 υπολογίστηκε στον συνολικό πληθυσμό στα 73,48 χρόνια (στους άνδρες 71,45 έτη και 75,6 στις γυναίκες).

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.