Πληροφορίες για: Μπουτάν

Περιγραφή

Ανεξάρτητο κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας. Εκτείνεται στις πλαγιές της οροσειράς των Ιμαλαΐων και συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με την Κίνα (περιοχή του Θιβέτ), ενώ από όλες τις άλλες πλευρές του περιβάλλεται από την Ινδία. Συγκεκριμένα, στα νοτιοδυτικά συνορεύει με το ινδικό ομόσπονδο κρατίδιο του Σικίμ, νότια με τα κρατίδια της Δυτικής Βεγγάλης και του Ασάμ και ανατολικά με το κρατίδιο Αρουνάτσαλ Πραντές.
Η συνολική έκταση της χώρας ανέρχεται σε 47.000 τ. χλμ., κατατάσσοντας το Μπουτάν στην 130ή παγκόσμια θέση. Συγκριτικά με άλλες χώρες, η έκταση του Μπουτάν είναι ίση με το μισό περίπου της έκτασης της Ουγγαρίας, διπλάσια από την έκταση του Τζιμπουτί και κατά 2,8 φορές μικρότερη από την έκταση της Ελλάδας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2002, η χώρα αριθμεί 2.094.176 κατοίκους και ως προς τον πληθυσμό κατέχει την 141η θέση στον κόσμο. Αναλογικά με την έκταση, ο πληθυσμός δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, με αποτέλεσμα το Μπουτάν να είναι μια μάλλον αραιοκατοικημένη χώρα. Η πυκνότητα του πληθυσμού φτάνει τους 44,56 κατοίκους ανά τ. χλμ.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Οι απαρχές της ιστορίας της χώρας δεν μας είναι απόλυτα γνωστές. Αρχικά το Μπουτάν διοικούνταν από Ινδούς βασιλιάδες, οι οποίοι τον 9ο αι. εκδιώχθηκαν από τους Μπούτια (Μπότε), που ήρθαν από το Θιβέτ και εισήγαγαν στην περιοχή το βουδισμό. Το 17ο αι. ο Σεπτούν Λα-Φα, ένας λάμα από το Θιβέτ, έγινε βασιλιάς του Μπουτάν και πήρε τον τίτλο του Ντάρμα-Ράτζα. Τον διαδέχτηκε ο Ντουπγκέιν Σεπτούν, ο οποίος αναδιοργάνωσε τη διοίκηση της περιοχής, διορίζοντας διοικητές φρουρίων (τζούνγκπεν) και κυβερνήτες διαμερισμάτων (πενλόπ). Ο διάδοχός του περιορίστηκε στο ρόλο του πνευματικού αρχηγού (Ντάρμα), ενώ την πολιτική εξουσία την ανέθεσε σε έναν υπουργό, ο οποίος εκτελούσε και χρέη πρωθυπουργού. Αυτός αποτέλεσε τον κοσμικό άρχοντα και πήρε τον τίτλο του Ντεμπ Ράτζα. Τον 18ο αι. το Μπουτάν μπήκε στο στόχαστρο της αποικιακής πολιτικής της Βρετανικής Ινδίας και το 1865 αποτέλεσε τμήμα του εδάφους της.


Ο 20ός αιώνας
Το 1907 ο κυβερνήτης του διαμερίσματος Τόνγκσα έγινε κληρονομικός βασιλιάς του Μπουτάν (Ντρουκ Γκυάλπο) και αναγνωρίστηκε επίσημα από τη Βρετανία, ως ο μόνος νόμιμος ηγεμόνας της χώρας. Η κληρονομική διαδοχή συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες. Το 1972 πέθανε ο Τζίγκμε Ντόρτζι Βανγκτσούκ και τον διαδέχτηκε ο γιός του Σίνγκιε Βανγκτσούκ, ο οποίος συνέχισε την προοδευτική πολιτική του πατέρα του. Στις 8 Αυγούστου 1949 το Μπουτάν πέτυχε την ανεξαρτησία του, βρισκόμενο όμως κάτω από τον ουσιαστικό έλεγχο της ανεξάρτητης Ινδίας, από την οποία έλαβε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσει την απειλή της κομουνιστικής Κίνας. Το 1971 το Μπουτάν έγινε μέλος του ΟΗΕ και το 1973 του κινήματος των Αδεσμεύτων Χωρών. Προσπαθώντας να μειώσει την εξάρτησή της από την ινδική βοήθεια, η χώρα σύναψε διπλωματικές σχέσεις με αρκετές ασιατικές χώρες στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και από το 1985 με αρκετές ευρωπαϊκές. Το 1989, ενώ στο θρόνο της χώρας βρισκόταν ο 37χρονος βασιλιάς Τζίγκμε Σίνγκιε Βανγκτσούκ, ο 9χρονος γιος του Τζίγκμε Γκεσάρ Ναμγκυάλ Βανγκτσούκ ορίστηκε διάδοχός του.
 

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εκδηλώθηκαν στη χώρα ταραχές, με αίτημα την αποκατάσταση της δημοκρατίας, κυρίως από μειονότητες Νεπαλέζων, οι οποίοι έβλεπαν κινήσεις αποκατάστασης της δημοκρατίας στο γειτονικό Νεπάλ. Πολλά μέλη της "απελευθερωτικής οργάνωσης" που συστήθηκε, στην πλειονότητά τους Νεπαλέζοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Μπουτάν, κάτι που συνεχίστηκε και τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 άρχισαν συνομιλίες ανάμεσα στις κυβερνήσεις του Μπουτάν και του Νεπάλ για τη διευθέτηση του θέματος των προσφύγων.

Η χώρα καταλαμβάνει τις νότιες προεκτάσεις των Ιμαλαΐων και έχει γενικά ορεινό ανάγλυφο. Στο βόρειο τμήμα, κατά μήκος των συνόρων με την Κίνα, εκτείνονται τα Μεγάλα Ιμαλάια, πολλές κορυφές των οποίων ξεπερνούν τα 7.300 μ. και καλύπτονται από αιώνια χιόνια και παγετώνες. Μία από αυτές, η κορυφή Κούλα Κάνγκρι φτάνει τα 7.554 μ. και αποτελεί το ψηλότερο σημείο της χώρας. Νοτιότερα εκτείνεται μια σειρά από χαμηλότερες οροσειρές που έχουν διεύθυνση από βορρά προς νότο και σχηματίζουν ανάμεσά τους εύφορες κοιλάδες. Τέλος, στο νότιο τμήμα της χώρας η σταδιακή μείωση του υψομέτρου των οροσειρών επιτρέπει το σχηματισμό της μοναδικής επίπεδης έκτασης του Μπουτάν, της πεδιάδας Ντούαρς, η οποία εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων της χώρας με την Ινδία.

Το κλίμα της χώρας επηρεάζεται από τους μουσώνες και παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Στο βόρειο τμήμα της χώρας οι κορυφές των Ιμαλαΐων δέχονται τους ξερούς μουσώνες που πνέουν από το εσωτερικό της Ασίας και έχουν κλίμα ηπειρωτικό, με αρκετά δριμείς χειμώνες και πολλές βροχοπτώσεις-χιονοπτώσεις. Οι κοιλάδες μεταξύ των βουνών έχουν κλίμα πιο ήπιο (οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις φτάνουν τα 1.520 χιλιοστά) και για το λόγο αυτόν είναι και οι πιο πυκνοκατοικημένες. Νοτιότερα, στην πεδιάδα Ντούαρς, το κλίμα είναι υποτροπικό, καθώς οι υγροί μουσώνες που πνέουν το καλοκαίρι από τη θάλασσα εμποδίζονται από τα Ιμαλάια να διεισδύσουν στο εσωτερικό της ηπείρου, με αποτέλεσμα να προκαλούν άφθονες βροχοπτώσεις, οι οποίες κατά μέσο όρο ξεπερνούν τα 5.080 χιλιοστά το χρόνο. Οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες κυμαίνονται από 17° C το καλοκαίρι έως 4° C το χειμώνα.

Ο πληθυσμός του Μπουτάν εμφανίζει υψηλά ποσοστά γεννητικότητας και πληθυσμιακής αύξησης. Συγκεκριμένα, το 2002 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας ήταν 3,53% και 1,37% αντίστοιχα, ενώ ο πληθυσμός παρουσίασε αύξηση με ρυθμό 2,15%. Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες, ο πληθυσμός της χώρας από 2.094.176 κατοίκους που ήταν το 2002, αναμένεται να φτάσει τους 2.474.000 κατ. το 2010 και να ξεπεράσει τους 3.035.000 κατ. το 2020. Λόγω του χαμηλού βιοτικού επιπέδου και της κακής κατάστασης του υγειονομικού συστήματος, το ποσοστό της βρεφικής θνησιμότητας είναι πολύ υψηλό (10,68% το 2002) και ο μέσος όρος ζωής υπολείπεται κατά πολύ εκείνου των αναπτυγμένων χωρών. Το 2002 το προσδόκιμο όριο επιβίωσης για τους κατοίκους της χώρας έφτανε τα 53,19 χρόνια (52,83 χρόνια ζουν οι γυναίκες και 53,53 χρόνια οι άνδρες). Το Μπουτάν διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό αγροτικού πληθυσμού στον κόσμο (μετά τη Ρουάντα). Το 1997 το 93% του πληθυσμού της χώρας ζούσε στις αγροτικές περιοχές και μόλις το 7% στα αστικά κέντρα. Περισσότερο πυκνοκατοικημένες είναι οι κοιλάδες στο κεντρικό τμήμα της χώρας, οι οποίες έχουν εύφορα εδάφη που καλλιεργούνται εντατικά. Τέλος, πολλοί κάτοικοι της χώρας τα τελευταία χρόνια αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις γειτονικές χώρες, διωγμένοι από το καθεστώς και αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Το 1995 υπολογίστηκε ότι 13 στους 1.000 κατοίκους της χώρας ζούσαν σε ξένες χώρες.

ο συγκοινωνιακό δίκτυο της χώρας δεν είναι αναπτυγμένο και γενικά βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Δεν υπάρχουν σιδηροδρομικές γραμμές, ενώ το μήκος του οδικού δικτύου το 1996 έφτανε τα 3.285 χλμ. και συνέδεε μεταξύ τους αρκετές περιοχές της χώρας. Στο Μπουτάν υπάρχουν δύο αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις και αρκετά ελικοδρόμια, τα οποία επιτρέπουν την πρόσβαση σε απομονωμένες περιοχές. Αεροπορικές γραμμές συνδέουν τη χώρα με τη γειτονική Ινδία, το Νεπάλ, το Μπαγκλαντές και την Ταϊλάνδη.
Η χώρα συνδέεται μέσω δορυφορικών τηλεπικοινωνιακών γραμμών με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι τηλεπικοινωνίες στο εσωτερικό της χώρας δεν είναι προηγμένες και αφήνουν ακάλυπτες μεγάλες περιοχές. Ο αριθμός των εφημερίδων είναι πολύ μικρός και η ημερήσια κυκλοφορία χαμηλή. Το 1998 εξέπεμπαν 2 ραδιοσταθμοί, ένας στα βραχέα και ένας στα FM. Το 1997 ο αριθμός των τηλεοπτικών συσκευών ήταν πολύ μικρός (11.000), ενώ υπήρχαν 37.000 ραδιόφωνα και 6.000 τηλέφωνα.