Πληροφορίες για: Μπαγκλαντές

Περιγραφή

Κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας, στο βορειοανατολικό άκρο της χερσονήσου της Ινδίας. Ορίζεται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες 20° 30΄ έως 26° 15΄ βόρειο πλάτος και 88° 30΄ έως 92° 15΄ ανατολικό μήκος. Η χώρα εκτείνεται σε μήκος 625 χλμ. από βορρά προς νότο και 305 χλμ. από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Δυτικά, βόρεια και ανατολικά συνορεύει με τις ινδικές επαρχίες (Δυτική Βεγγάλη, Άσαμ, Μενγκαλάγια, Τριπούρα και Μιζοράμ), νοτιοανατολικά με τη Βιρμανία (Μιανμάρ), ενώ νότια βρέχεται από τον κόλπο της Βεγγάλης.
Το Μπανγκλαντές έχει συνολική έκταση 143.998 τ. χλμ. και κατέχει την 92η παγκόσμια θέση και την 28η μεταξύ των ασιατικών χωρών. Συγκριτικά με άλλες χώρες, η έκταση του Μπανγκλαντές είναι ίση περίπου με την έκταση του Τατζικιστάν, διπλάσια από την έκταση της Σιέρα Λεόνε και κατά 1,09 φορές μεγαλύτερη από την έκταση της Ελλάδας.
Σύμφωνα με στοιχεία του 1998, ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 133.376.684 κατοίκους. Το Μπανγκλαντές είναι η 9η πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου και η 7η της Ασίας μετά την Κίνα, την Ινδία, την Ινδονησία, τη Ρωσία, το Πακιστάν και την Ιαπωνία. Αναλογικά με την έκταση, ο πληθυσμός της χώρας είναι πολύ μεγάλος, με αποτέλεσμα το Μπανγκλαντές να είναι η 6η πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου, μετά το Μονακό, τη Σιγκαπούρη, την πόλη του Βατικανού, τη Μάλτα και τις Μαλδίβες. Η πυκνότητα πληθυσμού φτάνει τους 926,24 κατοίκους ανά τ. χλμ.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η σημερινή ονομασία της χώρας πιθανότατα προέρχεται από το βασίλειο Βάνγκα ή Μπάνγκα, το οποίο αναφέρεται στην αρχαία σανσκριτική λογοτεχνία της Ινδίας (το 1000 περίπου π.Χ.). Η περιοχή που σήμερα αποκαλούμε Μπανγκλαντές, από τμήμα της ινδικής αυτοκρατορίας των Μαουρία που αποτελούσε ως τότε, πέρασε τον 4ο αι. π.Χ. στην κυριαρχία της ινδουιστικής δυναστείας των Γκούπτα, οι οποίοι κατείχαν το κράτος Μάγκαντα (μετέπειτα Μπιχάρ), στη βορειοανατολική Ινδία. Από το 750 περίπου έως το 1200 στην περιοχή βασίλευσαν διαδοχικά δύο αυτόχθονες δυναστείες της Βεγγάλης, οι Πάλας και οι Σένα, και από το 10ο αι. στην περιοχή επικράτησε ο ινδουισμός. Το 1206 η μουσουλμανική δυναστεία των Μαμελούκων εγκαθιδρύθηκε στο Δελχί της Βόρειας Ινδίας και η Βεγγάλη δέχτηκε την επιρροή του ισλαμισμού, μέχρι το 1338, όταν κατόρθωσε να αποσχιστεί από το σουλτανάτο του Δελχί και να γίνει ανεξάρτητη. Η περίοδος ανεξαρτησίας της έληξε το 1576, όταν την κατέκτησε ο Χουμαγιούν, γιος του Μπαμπούρ, ιδρυτή της ινδικής δυναστείας των Μεγάλων Μογγόλων. Το 16ο αι. έφτασαν στη Βεγγάλη οι πρώτοι Ευρωπαίοι και το 1651 η Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών εγκατέστησε στην περιοχή της σημερινής πόλης Τσίταγκονγκ έναν εμπορικό σταθμό. Με μια σειρά πολέμων η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών κατόρθωσε να μειώσει την κυριαρχία των Μογγόλων και να δημιουργήσει τις βάσεις για την εγκαθίδρυση της Βρετανικής αυτοκρατορίας στην Ινδία. Τα επόμενα χρόνια οι Βρετανοί επιδόθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου, που οδήγησε στην παρακμή της τοπικής οικονομίας, ενώ ανταποκρινόμενοι σε πιέσεις των μουσουλμάνων, διαίρεσαν το 1905 τη Βεγγάλη σε τμήματα και έθεσαν την περιοχή της Ανατολικής Βεγγάλης υπό μουσουλμανική κυριαρχία.


Ο 20ός αιώνας
Οι αντιδράσεις των ινδουιστών ανάγκασαν τους Βρετανούς να καταργήσουν το 1912 το διαμελισμό της Βεγγάλης στον οποίο είχαν προβεί. Το 1947 οι Βρετανοί εγκατέλειψαν την Ινδία και η Ανατολική Βεγγάλη αποτέλεσε τμήμα του Πακιστάν, μετονομαζόμενη σε Ανατολικό Πακιστάν. Τα επόμενα χρόνια εκδηλώθηκαν οι μεγάλες πολιτισμικές και ιδεολογικές αντιθέσεις που χώριζαν το Ανατολικό από το Δυτικό Πακιστάν, τα οποία απείχαν περισσότερο από 1.600 χλμ. Το 1970 ο Σύνδεσμος Αβάμι, επιζητώντας την απόσχιση του Ανατολικού Πακιστάν από το Δυτικό, κέρδισε τον έλεγχο της Εθνικής Συνέλευσης. Όμως η σύνοδος της Εθνικής Συνέλευσης αναβλήθηκε και ακολούθησε ανταρτοπόλεμος. Στις 25 Μαρτίου οι πακιστανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον του Μπανγκλαντές, το οποίο μια μέρα αργότερα ανακήρυξε την ανεξαρτησία του. Στον εμφύλιο πόλεμο που επακολούθησε ένα εκατομμύριο άτομα σκοτώθηκαν και περίπου 10 εκατ. κατέφυγαν στην Ινδία. Μπροστά σ` αυτή την κατάσταση η Ινδία εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του Πακιστάν στις 3 Δεκεμβρίου 1971. Οι πακιστανικές δυνάμεις ηττήθηκαν και αποχώρησαν από το Ανατολικό Πακιστάν, το οποίο στις 16 Δεκεμβρίου 1971 ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο με την ονομασία Μπανγκλαντές και πρωτεύουσα την Ντάκα. Οι υλικές καταστροφές από τον πόλεμο ήταν τεράστιες και η προσπάθεια για πολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας αποδείχτηκε πολύ δύσκολη. Πρόεδρος της χώρας ορίστηκε ο Σεΐχ Ματζιμπούρ Ραχμάν, ο οποίος δολοφονήθηκε στη διάρκεια ενός πραξικοπήματος στις 15 Αυγούστου 1975. Το 1977 κηρύχτηκε στη χώρα στρατιωτικός νόμος και το 1978 διενεργήθηκαν εκλογές που νομιμοποίησαν στην εξουσία τον ηγέτη των πραξικοπηματιών Ζία ουρ-Ραχμάν. Ως πρόεδρος της χώρας ο Ζία ουρ-Ραχμάν εθνικοποίησε την οικονομία και σύναψε στενούς δεσμούς με την Ινδία και την πρώην Σοβιετική Ένωση, ως απάντηση στην αμερικανική βοήθεια προς το Πακιστάν. Όμως στις 30 Μαΐου 1981 δολοφονήθηκε στη διάρκεια ενός αποτυχημένου πραξικοπήματος, το οποίο οργανώθηκε από στρατιωτικούς αντιπάλους του. Τον διαδέχτηκε ο Αμπντούς Σατάρ, ο οποίος όμως ανατράπηκε από ένα νέο πραξικόπημα (το 1982), ηγέτης του οποίου ήταν ο στρατηγός Χουσεΐν Μοχάμαντ Ερσάντ, οποίος το 1984 αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος της χώρας. Ο Ερσάντ ίδρυσε το Εθνικό Κόμμα, το οποίο στις εκλογές του Μαΐου 1986 αναδείχτηκε πρώτη δύναμη, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των 2/3 της Εθνοσυνέλευσης. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου κήρυξε τον τυπικό τερματισμό του στρατιωτικού νόμου και προκήρυξε εκλογές για τον Οκτώβριο, στις οποίες αναδείχτηκε νικητής. Οι αντικυβερνητικές όμως διαδηλώσεις οδήγησαν στη διενέργεια νέων εκλογών το Μάρτιο του 1988, οι οποίες ανέδειξαν πρώτη δύναμη το Εθνικό Κόμμα. Το Δεκέμβριο του 1990 ο Ερσάντ επιχείρησε να επαναφέρει πάλι καθεστώς έκτακτων εξουσιών, όμως ύστερα από μια σειρά βίαιων διαδηλώσεων, με θύματα δεκάδες ανθρώπους, αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του. Ακολούθησε μια μεταβατική κυβέρνηση, με ηγέτη το δικαστή Σααμπουντίν Άχμεντ, και έγινε προσπάθεια να ομαλοποιηθεί η πολιτική κατάσταση στη χώρα. Θεσπίστηκε κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης και τον Φεβρουάριο του 1991 διενεργήθηκαν εκλογές, στις οποίες πρώτη δύναμη αναδείχτηκε το Εθνικιστικό Κόμμα της Χαλέντα Ζία και η ίδια ορκίστηκε πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης στις 19 Σεπτεμβρίου. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου έπληξε τη χώρα ένας κυκλώνας που προκάλεσε το θάνατο 131.000 ανθρώπων και ζημιές ύψους 2,7 δισ. δολαρίων.

Η επίσημη ονομασία της χώρας είναι Λαϊκή Δημοκρατία του Μπανγκλαντές (στη βεγγαλική, Gana Prajatantri Bangladesh). Το Σύνταγμα της χώρας θεσπίστηκε στις 4 Νοεμβρίου 1972 και τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Σύμφωνα με αυτό το πολίτευμα της χώρας είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται για 5ετή θητεία από το Κοινοβούλιο της χώρας. Την εκτελεστική εξουσία ασκεί ο πρωθυπουργός με το υπουργικό συμβούλιο. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Κοινοβούλιο (Jatiya Sangsad), το οποίο αποτελείται από 330 μέλη. Από αυτά τα 300 εκλέγονται κάθε 5 χρόνια απευθείας από το λαό, ενώ τα 30 αναδεικνύονται με ψηφοφορία από το ίδιο το Κοινοβούλιο και αντιπροσωπεύουν το γυναικείο πληθυσμό. Η δικαστική εξουσία ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα μέλη του οποίου διορίζονται από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς και από τα επιμέρους δικαστήρια που λειτουργούν σε όλη τη χώρα. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες της χώρας που έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών. Η άσκηση της δημοκρατίας στη χώρα δεν είναι ουσιαστική, καθώς ο στρατός διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην πολιτική. Στις 24 Μαρτίου 1982 εκδηλώθηκε πραξικόπημα, το οποίο ανέστειλε τις λειτουργίες του Συντάγματος. Το Σύνταγμα αποκαταστάθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1986, από τότε όμως έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές. Συχνά οι πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών καταπατούνται από αυτούς που ασκούν την εξουσία, ενώ ανασταλτικό παράγοντα στον εκδημοκρατισμό της χώρας αποτελούν και οι παρεμβάσεις των ακραίων ισλαμιστών στη δημόσια ζωή, με την αντιδημοκρατική πολιτική φιλοσοφία τους. Το Μπανγκλαντές αποτελεί μέλος του ΟΗΕ, της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, του Σχεδίου Κολόμπο και άλλων διεθνών οργανισμών.

Μορφολογία εδάφους
Η χώρα καταλαμβάνει την κοιλάδα του ποταμού Σούρμα, τις λοφώδεις εκτάσεις του Τσίταγκονγκ που βρίσκονται στη νοτιοανατολική στενή λουρίδα γης που σχηματίζεται κατά μήκος των συνόρων της χώρας με τη Βιρμανία, καθώς και τα 2/3 του ανατολικού τμήματος της πεδιάδας που σχηματίζεται από τα δέλτα των ποταμών Γάγγη και Βραχμαπούτρα. Στην επικράτεια της χώρας ενώνονται τα ποτάμια συστήματα του Γάγγη, του Βραχμαπούτρα (Τζάμουνα) και του Μέγκνα. Το ανάγλυφο της χώρας σχεδόν στο σύνολό του (90%) αποτελείται από μια μεγάλη πεδιάδα, αλουβιακής προέλευσης, η οποία φτάνει σε μέγιστο ύψος τα 9 μ. και συνεχίζει να προεκτείνεται ανατολικά, λόγω της συνεχούς απόθεσης ιλύος και φερτών υλικών που μεταφέρουν τα ποτάμια. Το βορειοανατολικό άκρο της χώρας καλύπτεται από τις νότιες υπώρειες των λόφων Κάσι και Γκάρο της Ινδίας, ενώ το ανατολικό από τις λοφώδεις εκτάσεις του Τσίταγκονγκ, που αποτελούνται από αργιλικούς σχιστόλιθους. Η κορυφή Κεοκράντονγκ, κοντά στα σύνορα της χώρας με τη Βιρμανία, φτάνει σε ύψος τα 1.230 μ. και αποτελεί το ψηλότερο σημείο της χώρας. Σε όλη σχεδόν την έκταση της χώρας σχηματίζονται έλη, βάλτοι και τενάγη, ενώ οι ποταμοί σχηματίζουν αναρίθμητες διακλαδώσεις και κατά την περίοδο των μουσώνων πλημμυρίζουν καλύπτοντας μεγάλες περιοχές.

Υδρογραφία
Οι δύο μεγαλύτεροι ποταμοί που διαρρέουν τη χώρα και σχηματίζουν ένα τεράστιο δέλτα κατά μήκος των εκβολών τους στον κόλπο της Βεγγάλης είναι ο Γάγγης και ο Βραχμαπούτρα. Ο Γάγγης (συνολικό μήκος 2.506 χλμ.), ο οποίος στη διάρκεια του ρου του απαντάται με διαφορετικά κάθε φορά ονόματα, πηγάζει από τα Ιμαλάια, ακολουθεί γενικά νοτιοανατολική κατεύθυνση και χύνεται στον κόλπο της Βεγγάλης, αφού προηγουμένως ενωθεί με το Βραχμαπούτρα στο έδαφος του Μπανγκλαντές και σχηματίσει ένα τεράστιο δέλτα. Από τους ινδουιστές θεωρείται ως το ιερότερο ποτάμι του κόσμου. Ο Βραχμαπούτρα (2.897 μ.), ένας από τους μεγαλύτερους ποταμούς της Ασίας, πηγάζει και αυτός από τα Ιμαλάια. Αρχικά ρέει ανατολικά, στη συνέχεια στρέφεται νότια και κατόπιν νοτιοδυτικά, για να ενωθεί με τον ποταμό Γάγγη και να καταλήξει στον κόλπο της Βεγγάλης. Οι δύο παραπάνω ποταμοί εισχωρούν στο έδαφος του Μπανγκλαντές, όταν πια βρίσκονται στο τέλος της διαδρομής τους και, λόγω του πεδινού εδάφους, είναι εξαιρετικά αργοί. Στο Μπανγκλαντές ενώνονται με αρκετούς παραποτάμους τους, σημαντικότεροι από τους οποίους είναι οι Τίστα, Πουρναμπάμπα, Ατράι, Καρατόγια, Μπούρι, Νταλέσουαρ, Γκάνκα, Μέγκνα, Σούρμα, Κάλνι, Κουσιγιάρα κ.ά., οποίοι σχηματίζουν ένα δαιδαλώδες ποτάμιο δίκτυο. Στη διάρκεια της ξερής περιόδου σχηματίζουν ένα δέλτα πλάτους αρκετών χιλιομέτρων, κατά τη διάρκεια όμως των μουσώνων (από τα τέλη Μαΐου έως τα μέσα Οκτωβρίου) πλημμυρίζουν και σχηματίζουν ένα τεράστιο δέλτα που καλύπτει πολλές περιοχές της χώρας. Το δέλτα τους είναι μία από τις ευφορότερες περιοχές του κόσμου, λόγω της ιλύος που μεταφέρουν, ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για τις συγκοινωνίες της χώρας, αιτία πνιγμού εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε χρόνο και ένα εξαιρετικά ανθυγιεινό περιβάλλον, το οποίο ευνοεί την εξάπλωση πολλών επιδημιών. Τέλος, το νοτιανατολικό άκρο της χώρας διαρρέουν οι ποταμοί Σάνγκου και Ματαμουχάρι, οι οποίοι συνεχίζουν το ρου τους στο έδαφος της Βιρμανίας. Λόγω του εξαιρετικά χαμηλού υψομέτρου της χώρας, των πολλών ποταμών, των συχνών πλημμυρών και της αέναης πάλης του ανθρώπου με το νερό, δίκαια έχουν ονομάσει το Μπανγκλαντές ως "φτωχή Ολλανδία της Ασίας".


Ακτογραφία
Η παράκτια ζώνη έχει συνολικό μήκος 550 χλμ. και διακόπτεται από πολυάριθμους βραχίονες ποταμών και παραποτάμους. Οι ακτές είναι χαμηλές και εξαιτίας των ισχυρών ρευμάτων της παλίρροιας και της άμπωτης η γραμμή τους αλλοιώνεται συχνά. Οι δυτικές ακτές (Σούνταρμπανς) περιλαμβάνουν τις εκβολές του ποταμού Γάγγη και σχηματίζουν πολυάριθμες χερσονήσους, κόλπους και μικρά νησιά. Στο κεντρικό τμήμα της παράκτιας ζώνης, απέναντι από τις εκβολές του Πάντμα - όπως ονομάζεται το κοινό ρεύμα Γάγγη-Βραχμαπούτρα - σχηματίζονται τα αρκετά μεγάλα νησιά Βόρειο και Νότια Χάτια και Σέντγουπ. Οι νοτιοανατολικές ακτές της χώρας είναι περισσότερο ομαλές και απέναντί τους βρίσκονται τα νησιά Κουτούμπντια και Μάισχαλ.

H χώρα έχει ένα καθαρά τροπικό κλίμα, το οποίο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους μουσώνες. Οι μουσώνες εμφανίζονται κυρίως από τα μέσα Μαΐου έως τα τέλη Οκτωβρίου και στη διάρκειά τους σημειώνεται το 80% των ετήσιων βροχοπτώσεων της χώρας. Υπάρχουν εποχιακές θερμομετρικές διαφορές, αυτές όμως δε φτάνουν σε ακραίες τιμές. Ο Απρίλιος είναι ο θερμότερος μήνας του χρόνου και στη διάρκειά του η θερμοκρασία φτάνει τους 28° C κατά μέσο όρο. Αντίθετα, ο Ιανουάριος είναι ο ψυχρότερος μήνας με θερμοκρασίες γύρω στους 18° C. Οι βροχοπτώσεις ποικίλλουν και φτάνουν κατά μέσο όρο τα 1.400 χιλιοστά στο κεντροανατολικό τμήμα της χώρας, ενώ σταδιακά αυξάνονται και ξεπερνούν τα 5.080 χιλιοστά όσο προχωρούμε προς τα βορειοδυτικά. Συχνά, στα τέλη του καλοκαιριού (Απρίλιο και Μάιο) και προς το τέλος της εποχής των μουσώνων (Οκτώβριο και Νοέμβριο), καταστροφικοί κυκλώνες, που δημιουργούνται στον κόλπο της Βεγγάλης , χτυπούν με μανία της ακτές της χώρας συνοδευόμενοι τις περισσότερες φορές από σφοδρούς ανέμους, με ταχύτητες άνω των 160 χλμ. την ώρα και σηκώνουν τεράστια κύματα, ύψους 6 μέτρων, που προξενούν τεράστιες πλημμύρες, ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές και αφήνουν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς. Υπολογίστηκε ότι από τις αρχές του 18ου αι. μέχρι σήμερα πάνω από 1.000.000 άνθρωποι έχουν βρει το θάνατο σε τέτοιους καταστροφικούς κυκλώνες, ενώ οι υλικές ζημιές που κατά καιρούς έχουν προκληθεί είναι ανυπολόγιστες.

Ο πληθυσμός της χώρας εμφανίζει δημογραφικά χαρακτηριστικά των φτωχών χωρών του Τρίτου Κόσμου, όπως υψηλά ποσοστά γεννητικότητας και ταχύτατη δημογραφική αύξηση. Οι θρησκευτικές προκαταλήψεις στέκονται εμπόδιο στην προσπάθεια της κυβέρνησης να λάβει μέτρα περιορισμού των γεννήσεων και καθιστούν τον υπερπληθυσμό το κυριότερο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα. Το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο που αν δεν ληφθούν αμέσως μέτρα, η κατάσταση θα ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Σε επίπεδο αριθμών, το 2002 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας ήταν 2,51% και 0,84%, και με βάση αυτά το ποσοστό της ετήσιας φυσικής αύξησης του πληθυσμού έφτασε το 1,59%. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία και πρόσφατες στατιστικές μελέτες, ο πληθυσμός της χώρας από 133.376.684 κατοίκους που ήταν το 2002, αναμένεται να φτάσει τα 153.195.000 κατ. το 2010 και να ξεπεράσει ίσως τα 172.041.000 κατ. το 2020.


Το 2002 η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού της χώρας εμφάνιζε την ακόλουθη εικόνα: το 33,8% αποτελούνταν από παιδιά έως 14 ετών, το 62,8% από άτομα 15-64 ετών, ενώ οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών, λόγω και του χαμηλού μέσου όρου ζωής, αποτελούσαν μόλις το3,4%. Το πολύ χαμηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων και η άσχημη κατάσταση του συστήματος υγείας στη χώρα αντανακλώνται στο πολύ υψηλό ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας (το 2002 έφτασε το 6,8%, το μεγαλύτερο από όλες τις χώρες της Ασίας) και στο χαμηλό μέσο όρο ζωής, που την ίδια χρονιά έφτανε τα 60,92 χρόνια. Όσον αφορά την κατανομή του πληθυσμού, το Μπανγκλαντές είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της Ασίας, αλλά και μία από τις λιγότερο αστικοποιημένες. Συγκεκριμένα, το 1997, το 80% του συνόλου των κατοίκων αποτελούσε τον αγροτικό πληθυσμό και μόλις το 20% τον αστικό. Το 1990 αναλογούσαν 16,8 εγκληματικές πράξεις και 2 φόνοι ανά 100.000 κατοίκους.

Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά.