Πληροφορίες για: Ταϊλάνδη

Περιγραφή

Ανεξάρτητη ασιατική χώρα, που εντοπίζεται στη νοτιοανατολική Ασία και καταλαμβάνει κεντρικές και δυτικές περιοχές της Ινδοκινεζικής Χερσονήσου. Η έκτασή της στα 513.115 τ. χλμ., που αποτελεί το 1,17% της ασιατικής ηπείρου και ο πληθυσμός της το 2002 εκτιμήθηκε στα 62.354.402.
Η Ταϊλάνδη εκτείνεται στο δυτικοκεντρικό τμήμα της χερσονήσου της Ινδοκίνας, στη νοτιοανατολική Ασία και ορίζεται από τις συντεταγμένες 20° ως 6° βόρειο πλάτος και 97° ως 106° ανατολικό μήκος. Η απόσταση που καλύπτει η έκτασή της από βορρά προς νότο είναι 1.500 χλμ. και από την ανατολή προς τη δύση 800 χλμ. Συνορεύει ανατολικά με την Καμπότζη σε μήκος 600 χλμ. περίπου, ανατολικά και βορειοανατολικά με το Λάος σε μήκος 1.200 χλμ. περίπου, νότια με τη Μαλαισία σε μήκος σχεδόν 420 χλμ. και τα βορειοδυτικά και δυτικά σύνορα της με τη Μιανμάρ εκτείνονται σε μήκος σχεδόν 1.500 χλμ. Στα νοτιοδυτικά βρέχεται από τον Ινδικό ωκεανό κατά μήκος 739 χλμ., ενώ τα νότια - νοτιοανατολικά παράλια της χώρας στη Θάλασσα του Κόλπου της Ταϊλάνδης εκτείνονται κατά 1.874 χλμ.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η σημερινή Ταϊλάνδη ήταν μέχρι το 1939 και από το 1945 μέχρι το 1949 το Σιάμ. Ήδη από το 2ο αιώνα η τωρινή Ταϊλάνδη κατοικήθηκε από Ινδονησίους, τους Χμερ και τους Μον, οι οποίοι δημιούργησαν κάποια κράτη, αλλά δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στους Τάι που από το 1290 άρχισαν να διεισδύουν στην επικράτειά τους. Οι Τάι ήταν ένας πολεμικός λαός με φεουδαρχικό σύστημα που είχε κινεζική καταγωγή και είχε ήδη από το 1219 δημιουργήσει τα κράτη Τσιανγκ Ράι και Σουκοτάι, το οποίο σταδιακά έχασε την ακμή του και το 14ο αιώνα (1378) προσαρτήθηκε στο νέο κράτος Αγιουτάγια, που αποτέλεσε τη βάση για το μετέπειτα κράτος της Ταϊλάνδης. Το κράτος Αγιουτάγια επεκτάθηκε μέχρι και τις περιοχές της Ινδοκίνας, όμως το 16ο αιώνα δέχτηκε τη βιρμανική επίθεση από την οποία κατόρθωσε να επιβιώσει (1584).
Στις αρχές του 16ου αιώνα (1516) οι Πορτογάλοι συνήψαν εμπορικές σχέσεις με το Σιαμ, όμως στις αρχές του 17ου αιώνα τη θέση τους πήραν οι Ολλανδοί. Τις επόμενες δεκαετίες κατά τη βασιλεία του Φρα Ναραί (1657 - 1688) με εξέγερση καθαιρέθηκε ο βασιλιάς και επικράτησε ένα ρεύμα ξενοφοβίας, που οδήγησε στην οικονομική πτώση της χώρας. Το 1767 καταστράφηκε το κράτος των Τάι και στο θρόνο ανέβηκε ο κινεζικής καταγωγής στρατηγός Φύα Τακ, που δολοφονήθηκε από το διάδοχό του Τσάο Φύα Σακρί (1782 - 1809), που άρχισε να χτίζει τη νέα πρωτεύουσα του κράτους της Μπανγκόκ. Στα μέσα του 19ου αιώνα το Σιάμ αναγκάστηκε να παραχωρήσει οικονομικά προνόμια στις δυτικές χώρες και να ανακηρυχτεί ουδέτερο (1896).

Ο 20ός αιώνας
Το 1909 το Σιάμ παραχώρησε στην Αγγλία κάποια τμήματα της Μαλαϊκής χερσονήσου και την ίδια περίπου περίοδο καταργήθηκε ο θεσμός της δουλείας και των αγγαρειών για το εσωτερικό του κράτους. Το 1917 το Σιάμ συστρατεύτηκε στο πλευρό της Αντάντ κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και το 1929 ένα πραξικόπημα ανάγκασε το βασιλιά Ράμα Ζ΄ (1925 - 1935) αρχικά να παραχωρήσει σύνταγμα (1932) και στη συνέχεια να παραιτηθεί. Ο διάδοχός του Ανάντα Μαχιντόλ (1935 - 1946) αποδέχθηκε τη δικτατορία και κυβέρνησε με εθνικιστική πολιτική. Επί βασιλείας του η χώρα άλλαξε την ονομασία της και από Σιάμ ονομάστηκε Ταϊλάνδη (χώρα των ελεύθερων). Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου η χώρα υπήρξε σύμμαχος των Ιαπώνων. Με ιαπωνική στήριξη με βάση τη συνθήκη του Τόκιο του 1941 η Ταϊλάνδη προσάρτησε εδάφη τα οποία διεκδικούσε από τη Μιανμάρ και τη Μαλαισία και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ (1942). Μετά την ήττα της Ιαπωνίας η ταϊλανδική κυβέρνηση του Πιμπούλ Σανγκράμ, που ακολουθούσε φιλοϊαπωνική πολιτική παραιτήθηκε και τα εδάφη, που είχαν προσαρτηθεί επιστράφηκαν κατά τη διετία 1945 - 1947.
Το 1946 η δολοφονία του βασιλιά και η επαναφορά το 1947 του Σονγκράμ στην εξουσία, ο οποίος ασκούσε φιλοαμερικανική πολιτική οδήγησε στη συμμετοχή της Ταϊλάνδης στον πόλεμο της Κορέας (1950 - 1953) ως σύμμαχοι των Αμερικανών. Το 1957 η εκδήλωση και νέου πραξικοπήματος του στρατού εξαφάνισε κάθε ελπίδα του λαού για κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο στρατάρχης Σαρίτ Θαναράτ άσκησε την εξουσία από το 1958 μέχρι το 1963 (έτος θανάτου του) και τον διαδέχτηκε ο στρατάρχης Θανάμ Κιτικαχόρν, ο οποίος κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ παραχώρησε αεροπορικές βάσεις και πολιτική στήριξη στις ΗΠΑ.
Στο μεταξύ η στρατιωτική εξουσία έπρεπε να αντιμετωπίσει το κομμουνιστικό ανταρτικό κίνημα της βόρειας και ανατολικής Ταϊλάνδης και το αυτονομιστικό κίνημα των μουσουλμάνων της Μαλαϊκής χερσονήσου. Το σύνταγμα του 1968 αποκατέστησε μερικώς το κοινοβουλευτικό καθεστώς, το οποίο καταργήθηκε και πάλι με το αναίμακτο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973 του ίδιου του πρωθυπουργού, Θανόμ Κιτικαχόρν. Τα βίαια γεγονότα που ακολούθησαν εναντίον των δημοκρατικών φοιτητών οδήγησαν τον Κιτικαχόρν στην εξορία και τον επόμενο χρόνο στην απέλαση. Στις εκλογές του 1975 εξελέγη πρωθυπουργός ο Κουκρίτ Πραμόι, που άλλαξε την εξωτερική πολιτική της Ταϊλάνδης έναντι των ΗΠΑ. Ένα νέο πραξικόπημα εναντίον του Πραμόι και οι θάνατοι 39 φοιτητών έπεισαν το βασιλιά να διορίσει πολιτική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον ανώτατο δικαστικό Θανίν Κραϊβιξιέν, που ανατράπηκε τον Οκτώβριο του 1977 μετά από πραξικόπημα του πρώην ναυάρχου Σανγκάτ Σιαλοριού. Η κυβέρνηση που προέκυψε ονομάστηκε "Μεταρρυθμιστικό Συμβούλιο Εθνικής Διοίκησης" και επικεφαλής της ήταν ο στρατηγός Κριανγκσάκ Σιαμανάν, που παρέμεινε στην εξουσία και μετά τις εκλογές του 1979. Το 1991 εκδηλώθηκε το πιο πρόσφατο στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τη διεφθαρμένη κυβέρνηση του Τσατιτσάι Τσουνχάβαν και συνέλαβε τον ίδιο. Τότε ο στρατός, αφού παραμέρισε την εκλεγμένη από το λαό κυβέρνηση, διόρισε τον Απρίλιο του 1992 έναν υπηρεσιακό πρωθυπουργό ενόψει των νέων εκλογών. Όταν κανένα πολιτικό κόμμα δεν έλαβε την πλειοψηφία, ο αρχηγός του πραξικοπήματος στρατηγός Σουσίντα Κραπραγιούν αυτοδιορίστηκε πρωθυπουργός. Οι μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν καταπνίγηκαν από την αστυνομία. Μετά από βασιλική παρέμβαση ο Σουσίντα Κραπραγιούν παραιτήθηκε το Μάιο. Το 1992 σύμφωνα με συνταγματική ρύθμιση μειωνόταν ο ρόλος των στρατιωτικών και στις γενικές εκλογές εξελέγη ο πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος, Τσουάν Λίκπαϊ (Σεπτέμβριος 1992).
Τη δεκαετία του 1990 διαστάσεις επιδημίας έλαβε η διάδοση του AIDS στον πληθυσμό της Ταϊλάνδης, η οποία είναι από το 1989 πρώτη στην εξάπλωση της νόσου με μεγάλη διαφορά από όλες τις άλλες ασιατικές χώρες.

Μετά τις γενικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2001 ο Ταξίν Τσιαϊναγουάτ είναι πρωθυπουργός, ενώ βασιλιάς της χώρας παραμένει ο Ράμα Θ΄, του οποίου το όνομα είναι Μπουμιμπόλ Αντουλιαντέι και κατέχει το βασιλικό αξίωμα από τις 9 Ιουνίου 1946.

Από μορφολογικής άποψης η χώρα ανήκει στον ευρύτερο χώρο της Ινδοκίνας και καθορίζεται από τις ορεινές προεκτάσεις των Ιμαλαΐων. Γενικά η δομή της μορφολογίας είναι σύνθετη και παρουσιάζει διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Διακρίνεται η βορειοδυτική, η νοτιοδυτική και η ανατολική πλευρά της Ταϊλάνδης.
Συγκεκριμένα, στα βορειοδυτικά της χώρας τα όρη του Θιβέτ και της Μιανμάρ προεκτείνονται στο βόρειο τμήμα της χώρας με γεωγραφικά σημεία πάνω από 18° βόρειο πλάτος και δυτικά από τις 99° ανατολικό μήκος. Οι οροσειρές της περιοχής δεν έχουν μεγάλο ύψος, είναι σκεπασμένες από πλούσια δάση και χωρίζονται από βαθιές κοιλάδες από τις οποίες διέρχονται ποταμοί. Η οροσειρά Τάνεν Τονγκ Νταν απλώνεται στα ταϊλανδικά σύνορα με τη Μιανμάρ και έχει υψηλότερη κορυφή την Ντόι Ιντανόν με μέγιστο ύψος 2.295 μ. Τα όρη Ντόι Λουάνγκ με ύψος 2.115 μ. βρίσκονται στα σύνορα με το βόρειο Λάος. Η οροσειρά Ντάουνα με ύψος 2.080 μ. ορθώνεται στα δυτικά σύνορα με τη Μιανμάρ και πιο νότια η οροσειρά Μπιλάουκ Τάουνγκ εκτείνεται στη βόρεια Μαλαϊκή Χερσόνησο.
Στη νοτιοδυτική Ταϊλάνδη υπάρχει μια τεράστια πεδιάδα με πλάτος που κυμαίνεται από 150 μέχρι 200 χλμ. και μήκος από βορρά προς νότο 400 χλμ. Η κοιλάδα αυτή αρδεύεται από τον ποταμό Τσάο Πράγια και τους παραποτάμους του. Στα ανατολικά της πεδιάδας ορθώνεται η οροσειρά Θίου Κάο με ύψοος 2.320 μ.
Η ανατολική Ταϊλάνδη παρουσιάζει στο ανάγλυφό της το χαμηλό οροπέδιο Κοράτ, ύψους περίπου 1000 μ., που έχει έδαφος λιγότερο γόνιμο από ό,τι η νοτιοδυτική ζώνη.

Οι κλιματικές συνθήκες είναι υγρές και τροπικές με υψηλές θερμοκρασίες και τιμές υγρασίας, που επηρεάζονται από τη γεωγραφική θέση και το γεωγραφικό πλάτος και μεταβάλλονται σε μικρό εύρος ανάλογα με τις εποχές. Διακρίνονται τρεις εποχές: η θερμή που διαρκεί το πεντάμηνο από το Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούνιο, η βροχερή από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο και η (σχετικά) ψυχρή από τον Οκτώβριο μέχρι το Φεβρουάριο.
Η ύπαρξη οροσειρών επηρεάζει το ύψος των βροχοπτώσεων. Έτσι στα βόρεια της χώρας στην πόλη Ράνονγκ οι βροχές ετησίως φτάνουν τα 4.772 χιλιοστόμετρα, ενώ στην ανατολική ακτή Χουά Χιν οι βροχές μόλις που φτάνουν τα 1.007 χιλιοστόμετρα το χρόνο. Οι θερμοκρασίες κυμαίνονται από 24°C ως 30°C με μεγαλύτερες αυξομειώσεις στο βορρά και στα μεγάλα υψόμετρα, όπου κατά το μήνα Δεκέμβριο πέφτουν ακόμη και κάτω από 0°C. Στην Μπανγκόκ το ύψος βροχών κυμαίνεται από 1400 μέχρι 1500 χιλιοστόμετρα ετησίως και οι θερμοκρασίες τον Ιανουάριο είναι 25°C - 26°C και τον Ιούλιο 28°C - 29°C.

Το 2002 ο πληθυσμός της χώρας υπολογίστηκε στα 62.354.402 κατοίκους με πυκνότητα που εκτιμήθηκε στα 116 άτομα ανά τετρ. χλμ. και ποσοστό αστικοποίησης σχετικά χαμηλό 18,3% και μεγάλο αριθμό των κατοίκων (81,7%) να διαμένει στην επαρχία. Το 2002 το προσδοκώμενο όριο ζωής ετησίως έφτανε κατά μέσο όρο τα 69,18 χρόνια ζωής, τα 72,51 χρόνια για τις γυναίκες και τα 66 χρόνια για τους άνδρες. Τα δημογραφικά στατιστικά στοιχεία της Ταϊλάνδης παραπέμπουν στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όμως τα ποσοστά γεννητικότητας του 2002 που ήταν 1,6%, θνησιμότητας 0,75% και βρεφικής θνησιμότητας που ήταν 2,9% δείχνουν ότι δεν υπάρχουν ακραία τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά. Έτσι εξηγείται ο συγκρατημένος ρυθμός αύξησης του πληθυσμού που το 2002 έφτασε το 0,88%.
Το 2002 τα πληθυσμιακά στοιχεία έδειχναν ότι ο πληθυσμός της Ταϊλάνδης σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του (23,3%) δεν είχε ξεπεράσει το 15ο έτος της ηλικίας του, το 69,9% ήταν 15 ως 64 χρόνων και το 6,8% είχε υπερβεί το 65ο έτος.

Το οδικό και το σιδηροδρομικό δίκτυο επικοινωνίας είναι πολύ εκτεταμένα και αποτελούν τον κύριο συγκοινωνιακό άξονα που οδηγεί από τα βόρεια σύνορα μέχρι τη Μαλαισία. Καθώς οι οδικές και σιδηροδρομικές αρτηρίες διασχίζουν το βαθύπεδο του Μενάμ συνδέουν ταυτόχρονα και τις βόρειες και ανατολικές περιοχές του οροπεδίου Κοράτ. Το συνολικό μήκος του οδικού δικτύου εκτιμήθηκε στα 64.600 χλμ., από τα οποία τα 62.985 χλμ. είναι ασφαλτοστρωμένα. Το 2001 το μήκος των σιδηροδρομικών δικτύων ανερχόταν στα 4.071 χλμ.
Οι πλωτές οδοί συχνά χρησιμοποιούνται για τις αστικές μετακινήσεις και σπανιότερα για μεταφορές και μετακινήσεις στην επαρχία. Ο ποταμός Τσάο Πράγια εξυπηρετεί το πιο σημαντικό δίκτυο ναυσιπλοΐας της Μπανγκόκ και είναι πολυσύχναστος. Τα πιο σημαντικά από τα 22 λιμάνια είναι της Μπανγκόκ και του Σατταχίπ. Από τα 26 αεροδρόμια της Ταϊλάνδης τα 5 είναι διεθνή: το Ντον Μουάνγκ της πρωτεύουσας και τα αεροδρόμια των πόλεων Φουκέτ, Χατ, Γιάι, Ου Ταπάο και Τσιανγκ Μάι. Η Διεθνής Αεροπορική Εταιρεία της Ταϊλάνδης είναι ο εθνικός αερομεταφορέας του κράτους.
Το κρατικό σύστημα επικοινωνίας είναι επίσης αναπτυγμένο. Σε επίπεδο μεγεθών το 2000 λειτουργούσαν 5,6 εκατ. τηλεφωνικές συσκευές, καταμετρήθηκαν 13,96 εκατ. ραδιόφωνα περίπου και 15,19 εκατ. τηλεοπτικοί δέκτες.
Ορισμένες εφημερίδες χρησιμοποιούν την κινεζική και άλλες την αγγλική γλώσσα.