Πληροφορίες για: Αργεντινή

Περιγραφή

Η Δημοκρατία της Αργεντινής ή συνηθέστερα Αργεντινή είναι μια Ισπανόφωνη χώρα στο νότιο τμήμα της Λατινικής Αμερικής, μεταξύ των Άνδεων και του νοτίου Ατλαντικού ωκεανού. Είναι η δεύτερη σε μεγαλύτερη έκταση χώρα της Λατινικής Αμερικής μετά τη Βραζιλία. Συνορεύει με τις Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Βολιβία και Χιλή. Πρωτεύουσα της χώρας είναι το Μπουένος Άιρες, το οποίο βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της χώρας, που είναι και ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του Ατλαντικού ωκεανού. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι οι Σάντα Φε και Ροζάριο στο κεντρικό τμήμα της χώρας, Τουκουμάν στο βόρειο και Ρίο Γκράντε στο νότιο. Πήρε την ονομασία από το «αργέντουμ» (άργυρος), ένα πολύτιμο μέταλλο το οποίο προμηθεύονταν οι πρώτες ευρωπαϊκές αποικίες στην περιοχή.

Προκολομβιανή περίοδος

Τα πρώιμα στοιχεία ανθρώπινης παρουσίας στην Αργεντινή έχουν βρεθεί στην Παταγονία (Πιέδρα Μουσέο, Σάντα Κρουζ) και χρονολογούνται από το 11.000 π.Χ. (Σάντα Μαρία, Χουάρπες, Ντιαγκουίτας, Σαναβιρόνες). Η αυτοκρατορία των Ίνκας κατά την ηγεμονία του Πατσακουτέκ ξεκίνησε μία επεκτατική εκστρατεία το 1480, κατακτώντας τη σημερινή βορειοδυτική Αργεντινή και ενσωματώνοντάς την στην ευρύτερη περιοχή γνωστή με την ονομασία Κογιασουγιού. Αντίστοιχα, οι αυτόχθονες Γκουαρανί ανέπτυξαν ένα πολιτισμό βασισμένο στη γεωργία και στην καλλιέργεια της γιούκας, της γλυκοπατάτας και του καλαμποκιού. Στις κεντρικές και νότιες περιοχές (πάμπας και Παταγονία) υπήρχαν νομαδικές φυλές που ενώθηκαν κατά τον 17ο αιώνα κάτω από την αρχηγία των Μαπούτσε.

Αποικιοκρατία

Οι πρώτοι Ευρωπαίοι εξερευνητές έφτασαν στην Αργεντινή το 1516 και η Ισπανία ίδρυσε μία αποικία στη θέση του σημερινού Μπουένος Άιρες το 1580. Το 1776 ιδρύθηκε η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα και η ευρύτερη περιοχή αποικήθηκε από Ισπανούς και τους μετέπειτα απογόνους τους, που προσδιορίζονταν με την ονομασία κριόγιος. Παράλληλα, υπήρχαν σημαντικοί πληθυσμοί αυτόχθονων φυλών, καθώς και Αφρικανών σκλάβων. Τουλάχιστον το 1/3 των εποίκων της αποικιοκρατικής περιόδου ήταν συγκεντρωμένοι στο Μπουένος Άιρες και σε άλλες πόλεις, ενώ το υπόλοιπο κατοικούσε στις πάμπας. Οι αυτόχθονες κάτοικοι βρίσκονταν σε όλη την υπόλοιπη χώρα. Η Βρετανική Αυτοκρατορία προσπάθησε να κατακτήσει το Μπουένος Άιρες δύο φορές το διάστημα 1806-07, αλλά συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των κριόγιος και απέτυχε.

Ανεξαρτησία

Στις 25 Μαΐου του 1810, μετά από επιβεβαίωση της φήμης για την ανατροπή του βασιλιά Φερδινάνδου του 7ου από το Ναπολέοντα, οι πολίτες του Μπουένος Άιρες ίδρυσαν την πρώτη τοπική κυβέρνηση, γνωστή ως Χούντα (Επανάσταση του Μάη). Από αυτή την επανάσταση δημιουργήθηκαν δύο κράτη: Οι Ηνωμένες Επαρχίες της Νότιας Αμερικής (1810) και η Λίγκα Φεντεράλ (Ομοσπονδία) (1815). Άλλες επαρχίες, ως αποτέλεσμα διαφορών μεταξύ αυτονομιστικών και συγκεντρωτικών ρευμάτων, καθυστέρησαν την είσοδό τους στην Ένωση. Η Παραγουάη αποχώρησε το 1811, κηρύσσοντας την ανεξαρτησία της. Οι στρατιωτικές εκστρατείες με ηγέτη το στρατηγό Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν μεταξύ του 1814 και του 1817 ενίσχυσαν την ανεξαρτησία της Αργεντινής, και ο Σαν Μαρτίν θεωρείται σήμερα ο εθνικός ήρωας της ανεξαρτησίας. Η στρατιά του διέσχισε το 1817 τις Άνδεις και νίκησε βασιλικές δυνάμεις στη Χιλή και το Περού, εξασφαλίζοντας την αυτοδιάθεση της χώρας. Η βουλή του Τουκουμάν, που συνεδρίασε στις 9 Ιουλίου του 1816, διακήρυξε επίσημα την ανεξαρτησία από την Ισπανία. Η Λίγκα Φεντεράλ ηττήθηκε το 1820 από δυνάμεις των Ηνωμένων Επαρχιών της Νότιας Αμερικής και στρατιωτικές δυνάμεις της Πορτογαλίας, προερχόμενες από τη Βραζιλία, και ενσωματώθηκε τελικά στην Ένωση. Η Βολιβία κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1825, ενώ η Ουρουγουάη δημιουργήθηκε το 1828 ως αποτέλεσμα της εκεχειρίας στον πόλεμο Αργεντινής-Βραζιλίας. Αυτή η αντιφατική εκεχειρία οδήγησε στην άνοδο του κυβερνήτη της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, Χουάν Μανουέλ ντε Ρόσας, ο οποίος, ως υποστηρικτής της ομοσπονδίας, κυβέρνησε αυταρχικά, αλλά διατήρησε την ενότητα της εύθραυστης Ένωσης. Οι κεντρώοι Ουνιτάριος (Ενωτικοί) και οι Φεντεράλες (Ομοσπονδιακοί) διατήρησαν μία αντιπαλότητα μέχρι την αποπομπή της κυβέρνησης του ντε Ρόσας το 1852, και για να αποφευχθούν μελλοντικές διαμάχες, το 1853 συντάχθηκε το πρώτο σύνταγμα της χώρας. Η εθνική ενότητα ενισχύθηκε το 1865 μετά από επίθεση της Παραγουάης σε τοπικά βρετανικά συμφέροντα, και οδήγησε στον Πόλεμο της Τριπλής Συμμαχίας και την ήττα της Παραγουάης.

Η σύγχρονη Αργεντινή

Ένα κύμα ξένων επενδύσεων και μετανάστευσης από την Ευρώπη μετά το 1870, οδήγησε στην ανάπτυξη της σύγχρονης γεωργίας και τη σχεδόν αναγέννηση της κοινωνίας και της οικονομίας της Αργεντινής, ενισχύοντας παράλληλα τη συνομοσπονδία σε ένα ενιαίο κράτος. Παρόλα αυτά, η «κατάκτηση της ερήμου» τη δεκαετία του 1870 εξάρθρωσε τους υπάρχοντες αυτόχθονες πληθυσμούς των νότιων πάμπας και της Παταγονίας. Η Αργεντινή ενίσχυσε την ευημερία και τον πλούτο της μεταξύ του 1880 και του 1929, καθώς ήταν μία από τις δέκα πλουσιότερες χώρες στον κόσμο με μία επικερδή οικονομία βασισμένη στην αγροτική παραγωγή. Με τη μετανάστευση και τη μείωση της θνησιμότητας, ο πληθυσμός σχεδόν πενταπλασιάστηκε και τα οικονομικά μεγέθη έγιναν σχεδόν 15 φορές μεγαλύτερα. Στην πολιτική σκηνή κυριαρχούσαν συντηρητικά συμφέροντα με μη δημοκρατικά μέσα μέχρι το 1912, όταν ο πρόεδρος Ροκέ Σάενς Πένια καθιέρωσε την καθολική (μόνο για τους άντρες) και μυστική ψηφοφορία. Αυτό επέτρεψε στους παραδοσιακούς αντιπάλους των συντηρητικών, δηλαδή την κεντρώα Ριζοσπαστική Αστική Ένωση, να κερδίσει τις πρώτες ελεύθερες εθνικές εκλογές το 1916. Ο πρόεδρος Ιπολίτο Ιριγκογιέν εφάρμοσε κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυσε την υποστήριξη στις αγροτικές οικογένειες και τις μικρές επιχειρήσεις. Η μεγάλη οικονομική κρίση και η πολιτική απομόνωση όμως, οδήγησε στην παύση του από τον στρατό το 1930. Το διάδοχο συντηρητικό καθεστώς κυβέρνησε για μία δεκαετία, εφαρμόζοντας προστατευτικές πολιτικές. Η Αργεντινή παρέμεινε ουδέτερη κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και για το μεγαλύτερο μέρος του Δεύτερου, ενώ ήταν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές εφοδίων και τροφής για τους Συμμάχους.

Η κυβέρνηση Περόν και η τελευταία δικτατορία

Η πολιτική αλλαγή οδήγησε στην προεδρία του Χουάν Περόν το 1946, ο οποίος υποστήριξε την εργατική τάξη και διέδωσε το συνδικαλισμό, εφαρμόζοντας παράλληλα κοινωνικά και εκπαιδευτικά προγράμματα. Η σύζυγος του Περόν, Εύα Περόν, γνωστή και ως Εβίτα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο ως πρώτη κυρία κατά τις δύο πρώτες θητείες του Περόν. Αποτελούσε την κινητήρια δύναμη για την επιτυχία του Περόν στην εργατική τάξη. Το 1947 ίδρυσε το Ίδρυμα Εύα Περόν με προσανατολισμό κοινωνικής προσφοράς. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που η χώρα προσανατολίζονταν στην κοινωνική πρόνοια, κάτι που συνάντησε την αντίδραση της ολιγαρχίας. Η Εβίτα ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μη εκφραστικό Περόν και τους υποστηρικτές του. Εισήγαγε την ψήφο των γυναικών και οργάνωσε το Γυναικείο Κόμμα Περονιστών. Κατά τις δύο πρώτες θητείες του Περόν ενισχύθηκε η βιομηχανική και αστική ανάπτυξη. Μετά το θάνατο της Εβίτα το 1952 στην ηλικία των 33 ετών, η κυβέρνηση Περόν αποσυντονίστηκε μέσα από διαμάχες με την Καθολική Εκκλησία. Ο Περόν απομάκρυνε αρκετούς σημαντικούς και ικανούς συμβούλους του, ενώ προώθησε τον απολυταρχισμό. Ένα βίαιο πραξικόπημα τον ανέτρεψε το 1955, μετά από το βομβαρδισμό της Κάσα Ροσάντα και το θάνατο πολλών πολιτών. Ο Περόν διέφυγε στο εξωτερικό και τελικά παρέμεινε στην Ισπανία. Μετά από προσπάθειες υποβάθμισης της επιρροής του Περόν και τον εξοστρακισμό των Περονιστών από την πολιτική ζωή, οι εκλογές του 1958 έφεραν τον Αρτούρο Φροντίτσι στην κυβέρνηση, ο οποίος είχε την υποστήριξη μερικών οπαδών του Περόν, ενώ η πολιτική του ενίσχυσε τις απαιτούμενες επενδύσεις στη βιομηχανία και την ενέργεια, που παρουσίαζαν μεγάλο έλλειμμα για την Αργεντινή. Ο στρατός όμως παρενέβαινε συχνά υπέρ των συντηρητικών συμφερόντων και τα αποτελέσματα της πολιτικής ήταν αμφιλεγόμενα. Ο Φροντίτσι υποχρεώθηκε σε παραίτηση το 1962 και ο Αρτούρο Ίγια εκλέχθηκε το 1963 και εφάρμοσε επεκτατικές πολιτικές. Παρά την ευημερία, οι προσπάθειές του να συμπεριλάβει Περονιστές στην πολιτική σκηνή κατέληξε στην επέμβαση του στρατού για μία ακόμη φορά, με ένα αναίμακτο πραξικόπημα το 1966. Αν και απολυταρχικό, το νέο καθεστώς συνέχισε να υποστηρίζει την τοπική ανάπτυξη και επένδυσε υψηλά ποσά σε δημόσια έργα. Η οικονομία μεγάλωσε δυναμικά, ενώ η φτώχεια μειώθηκε στο 7% το 1975. Η πολιτική βία όμως κλιμακώθηκε και ο Περόν από την εξορία στήριξε τις φοιτητικές και εργατικές διαμαρτυρίες, με συνέπεια τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών από το καθεστώς το 1973. Ο Περόν επέστρεψε από την εξορία και σχημάτισε κυβέρνηση. Ο θάνατός του το 1974, έφερε την αντιπρόεδρο και τρίτη σύζυγό του, Ισαμπέλ, στην εξουσία. Η Ισαμπέλ Περόν αποτέλεσε μία συμβιβαστική επιλογή ανάμεσα στα ρεύματα των Περονιστών, με σύντομο χρόνο ζωής, καθώς η σύγκρουση μεταξύ των ακραίων ρευμάτων προκάλεσε οικονομικό χάος με αποτέλεσμα ένα νέο πραξικόπημα στις 24 Μαρτίου του 1976. Στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70, ένοπλες αριστερές ομάδες, όπως ο Επαναστατικός Λαϊκός Στρατός απήγαγαν και δολοφονούσαν πολίτες σχεδόν κάθε εβδομάδα. Το αυτονομαζόμενο καθεστώς της Εθνικής Διαδικασίας Αναδιοργάνωσης καταπίεζε την αντιπολίτευση και τα αριστερά ρεύματα με βίαια και παράνομα μέτρα, γνωστά και ως ο βρώμικος πόλεμος. Χιλιάδες διαφωνούντες εξαφανίστηκαν, ενώ η μυστική υπηρεσία SIDA συνεργάζονταν με τη χιλιανή DINA και άλλες νοτιοαμερικανικές υπηρεσίες, αλλά και τη CIA, στην Επιχείρηση Κόνδορας. Πολύ από τους στρατιωτικούς αρχηγούς που έλαβαν μέρος στον βρώμικο πόλεμο εκπαιδεύτηκαν σε σχολές με αμερικανική χρηματοδότηση, όπως οι Αργεντινοί δικτάτορες Ρομπέρτο Βιόλα και Λεοπόλντο Γκαλτιέρι\. Αυτή η νέα δικτατορία έφερε αρχικά σταθερότητα στη χώρα και κατασκεύασε μεγάλο αριθμό σημαντικών δημοσίων έργων. Αλλά το συχνό πάγωμα μισθών και η απορρύθμιση της οικονομίας κατέληξε σε απότομη μείωση του επιπέδου ζωής και υψηλό δημόσιο χρέος. Η αποβιομηχάνιση, η κατάρρευση του πέσο της Αργεντινής και η πτώση των επιτοκίων, μαζί με τη διαφθορά, τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την τελική ήττα της Αργεντινής στον πόλεμο των Φόκλαντ, οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος και στις ελεύθερες εκλογές του 1983.

Δημοκρατία

Η κυβέρνηση του Ραούλ Αλφονσίν (1983) ανέλαβε δράσεις για την αποκατάσταση των διωγμένων, καθιέρωσε τον πολιτικό έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις και εδραίωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τα μέλη των τριών δικτατοριών δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ισόβια. Το δημόσιο χρέος όμως που κληροδότησε το τελευταίο καθεστώς, άφησε την οικονομία της Αργεντινής σε κρίσιμη κατάσταση απέναντι στους ιδιώτες δανειστές και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Προτεραιότητα δόθηκε στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους σε βάρος των δημοσίων έργων και του εσωτερικού χρέους. Η αδυναμία του Αλφονσίν να επιλύσει τα συνεχώς διογκούμενα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στην απώλεια της λαϊκής στήριξης. Μετά από μία νομισματική κρίση το 1989 και τον σχεδόν δεκαπενταπλασιασμό των τιμών, η κυβέρνηση παραιτήθηκε πέντε μήνες νωρίτερα από τη θητεία της. Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Κάρλος Μένεμ ξεκίνησε τις διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων και μετά από ένα δεύτερο επεισόδιο υπερπληθωρισμού το 1990, ζήτησε τη συνδρομή του οικονομολόγου Ντομίνγκο Καβάγιο, ο οποίος επέβαλε σταθερή ισοτιμία πέσο-δολαρίου το 1991 και υιοθέτησε μακροπρόθεσμες πολιτικές αγοράς, καταργώντας τον προστατευτισμό και επιχειρηματικούς κανονισμούς, επιταχύνοντας τις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν σε σημαντικές αυξήσεις των επενδύσεων και της ανάπτυξης με σταθερές τιμές για το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του '90. Η σταθερή αξία του πέσο όμως μπορούσε να διατηρηθεί μόνο με τη χρήση δολαρίων στην εγχώρια αγορά, γεγονός που οδήγησε στην αύξηση του εξωτερικού χρέους. Το 1998 όμως, μία σειρά διεθνών κρίσεων στην οικονομία και η υπερεκτίμηση του πέσο προκάλεσαν σταδιακά μία εγχώρια οικονομική κρίση. Η αίσθηση της σταθερότητας και ευημερίας που επικρατούσε υποχώρησε γρήγορα και με το τέλος της θητείας του το 1999, ο Μένεμ δεν ήταν καθόλου δημοφιλής. Ο διάδοχος πρόεδρος Φερνάντο ντε λα Ρούα κληρονόμησε μειωμένη ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές, καθώς και χρόνια ελλείμματα. Ο κυβερνών συνασπισμός επανέφερε τον Καβάγιο στο Υπουργείο Οικονομικών, γεγονός που ερμηνεύτηκε ως μία κίνηση πανικού από τις αγορές παραγώγων. Ο Καβάγιο αναγκάστηκε να λάβει μέτρα για τα διαφυγόντα κεφάλαια και να αντιμετωπίσει την κρίση με πάγωμα των λογαριασμών. Η λαϊκή δυσφορία εντάθηκε και στις 20 Δεκεμβρίου του 2001, η Αργεντινή μπήκε στη χειρότερη θεσμική και οικονομική της κρίση από το 1890. Βίαιες διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις αρχές οδήγησαν σε τραυματισμούς και θανάτους. Το χαοτικό κλίμα που εντεινόταν και οι φωνές διαμαρτυρίας οδήγησαν τελικά στην παραίτηση του πρόεδρου ντε λα Ρούα.

Διακυβέρνηση

Σήμερα πρόεδρος της χώρας είναι η Κριστίνα Φερνάντες. Επικεφαλής του Υπουργικού Συμβουλίου είναι, από τις 7 Ιουλίου του 2009 ο Ανίμπαλ Φερνάντες. Από τις 10 Δεκεμβρίου του 2007 Αντιπρόεδρος είναι ο Χούλιο Κόμπος.

Εκλογές

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική.

Βουλευτικές εκλογές 2009

Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 28 Ιουνίου του 2009 για το ήμισυ των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και για το ένα τρίτο των εδρών στη Γερουσία. Παράλληλα διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στο Μπουένος Άιρες και δημοτικές εκλογές σε άλλες πόλεις. Αρχικά οι εκλογές είχαν οριστεί για τις 25 Οκτωβρίου του 2009, ωστόσο το Μάρτιο αποφασίστηκε να διενεργηθούν τον Ιούνιο, από το δήμαρχο του Μπουένος Άιρες, Μαουρίσιο Μάκρι. Η Αντιπολίτευση επέκρινε την απόφαση του δημάρχου.

Αποτελέσματα

Οι εκλογές είχαν αποτέλεσμα να υποστεί δεινή ήττα (για πρώτη φορά στην 6χρονη ηγεμονία τους) το κυβερνών κόμμα των Περονιστών, το οποίο απώλεσε την πλειοψηφία στο Κογκρέσο. O σύζυγος της προέδρου Φερνάντες, Νέστορ Κίρχνερ ηττήθηκε στο Μπουένος Άιρες από τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης, Φρανσίσκο ντε Ναρβάες, έναν κεντροδεξιό επιχειρηματία. Η απώλεια αυτή θεωρείται ταπεινωτική, καθώς το Μπουένος Άιρες ήταν προπύργιο των Περονιστών. Μετά τις εκλογές, η Φερνάντες προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησής της, στις 7 Ιουλίου.

Η συνολική έκταση της Αργεντινής (χωρίς τις εδαφικές διεκδικήσεις της στην Ανταρκτική) ανέρχεται σε 2.766.891 τετρ.χλμ, από τα οποία τα 2.736.691 είναι ξηρά και τα 30.200 επιφανειακά ύδατα. Στον άξονα βορρά-νότου η χώρα εκτείνεται κατά περίπου 3.900 χλμ, ενώ το μέγιστο εύρος της στον άξονα ανατολής-δύσης είναι 1.400 χλμ. Η Αργεντινή διακρίνεται σε τέσσερις κύριες περιοχές: τα υψίπεδα του Γκραν Τσάκο στο βορρά με το υποτροπικό κλίμα, τις γόνιμες πεδιάδες (πάμπας) στο κέντρο της χώρας, τις στεππώδεις εκτάσεις της Παταγονίας στο νότο, και την οροσειρά των Άνδεων στα δυτικά σύνορα με τη Χιλή. Το υψηλότερο σημείο της χώρας βρίσκεται στη περιοχή Μεντόζα, με την κορυφή Ακονκάγκουα στα 6.962 μέτρα να είναι το ψηλότερο βουνό σε όλη την ήπειρο της Αμερικής[4] (Βόρειας και Νότιας), καθώς και του νοτίου ημισφαιρίου[5]. Το χαμηλότερο σημείο της Αργεντινής είναι η λίμνη Λαγούνα ντελ Καρμπόν στην περιοχή Σάντα Κρους, στα -105 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας[6]. Το σημείο αυτό είναι και το χαμηλότερο στη Νότια Αμερική. Το γεωγραφικό κέντρο της χώρας βρίσκεται στη νοτιοδυτική επαρχία της Λα Πάμπα. Η Αργεντινή διεκδικεί μέρος της Ανταρκτικής, πράξη που δεν αναγνωρίζεται από καμία άλλη χώρα, και διατηρεί από το 1904 συνεχή παρουσία εκεί.

Επειδή η Αργεντινή εκτείνεται σε μεγάλο εύρος γεωγραφικών πλατών, καθώς και έχει μεγάλες υψομετρικές διακυμάνσεις, παρατηρείται στη χώρα ένα σύνολο κλιματικών τύπων. Κατά κανόνα, το κλίμα είναι κυρίως εύκρατο με διακυμάνσεις από υποτροπικό στο βορρά και υποπολικό στο νότο. Το βόρειο τμήμα της χώρας έχει χαρακτηριστικά ιδιαίτερα θερμά καλοκαίρια και ήπιους ξηρούς χειμώνες, με περιοδικές περιόδους ξηρασίας. Η κεντρική Αργεντινή έχει θερμά καλοκαίρια με καταιγίδες και ψυχρούς χειμώνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέγεθος χαλαζιού παγκόσμια έχει καταγραφεί στην κεντροδυτική Αργεντινή. Οι νοτιότερες περιοχές έχουν θερμά καλοκαίρια και ψυχρούς χειμώνες με έντονες χιονοπτώσεις, ιδιαίτερα στις ορεινές ζώνες. Τα μεγαλύτερα υψόμετρα έχουν πιο ψυχρές συνθήκες σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη. Οι πιο ακραίες τιμές θερμοκρασίες σε όλη τη Νότια Αμερική έχουν καταγραφεί στην Αργεντινή. Η μέγιστη θερμοκρασία των 49,1 °C σημειώθηκε στη Βίγια ντε Μαρία στην επαρχία Κόρδοβα στις 2 Ιανουαρίου του 1920. Η ελάχιστη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί είναι -39 °C στη Βάγιε ντε λος Πάτος Σουπεριόρ, στην επαρχία Σαν Χουάν, στις 17 Ιουλίου του 1972. Χαρακτηριστικός άνεμος της Αργεντινής είναι ο ψυχρός Παμπέρο που πνέει στις πεδιάδες της Παταγονίας και στις πάμπας, ενώ στο τέλος του χειμώνα ακολουθείται από θερμούς βόρειους ανέμους. Αντίστοιχα, ο Ζόντα είναι ένας θερμός ξηρός άνεμος της κεντροδυτικής χώρας. Προερχόμενος από τις Άνδεις έχει εξατμίσει όλη την υγρασία του κατά την κατάβαση από τα 6.000 μέτρα, και συχνά παρουσιάζει ριπές μέχρι και τα 120 χλμ/ώρα. Ο Ζόντα εμφανίζεται από τον Ιούνιο ως το Νοέμβριο και είναι επικίνδυνος για την εκδήλωση πυρκαγιών, ενώ συνοδεύεται με χιονοθύελλες στα μεγάλα υψόμετρα των Άνδεων. Οι Σουντεστάδα είναι νότιοι άνεμοι που πνέουν κατά την εμφάνιση ιδιαίτερα χαμηλών βαρομετρικών συστημάτων το χειμώνα, φέρνοντας μέτριες χαμηλές θερμοκρασίες και έντονες βροχοπτώσεις, θαλασσοταραχή και παράκτιες πλυμμήρες. Συνήθως εμφανίζονται στο τέλος του φθινοπώρου και το χειμώνα στις ακτές της κεντρικής χώρας και στο Ρίο ντε λα Πλάτα. Βασικό στοιχείο στις νότιες περιοχές της Αργεντινής είναι η μεγάλη περίοδος ημέρας από το Νοέμβριο ως το Φεβρουάριο, που κυμαίνεται μέχρι και 19 ώρες τη μέρα, καθώς και αντίστροφα μεγάλες νύχτες από τον Μάιο ως τον Αύγουστο.

Πληθυσμός

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2001) του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής και Απογραφών (INDEC) της Αργεντινής, ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται στα 36.260.130, τρίτος σε σειρά στη Νότια Αμερική και τριακοστός παγκόσμια. Η εκτίμηση για το 2008 ανέρχεται στα 40.482.000. Ο πληθυσμός έχει αυξητικές τάσεις με ποσοστό 1,11% ανά έτος, ενώ τα ποσοστά γεννήσεων και θανάτων είναι 19,51 ανά 1.000 κατοίκους και 8,62 ανά 1.000 κατοίκους, αντίστοιχα. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2009 τα 76,56 χρόνια (73,32 χρόνια οι άνδρες και 79,97 οι γυναίκες). Η Αργεντινή είναι επίσης το μόνο κράτος στη Λατινική Αμερική με εισρροή μεταναστών, η οποία ανέρχεται σε 0,4 μετανάστες ανά 1.000 κατοίκους σε ετήσια βάση.

Εθνοτικές ομάδες-θρησκεία

Το 85% του πληθυσμού αποτελείται απο λευκούς ενώ το υπόλοιπο 15% από Ινδιάνους και άλλες φυλές. Η επίσημη θρησκεία του κράτους είναι η ρωμαιοκαθολική (93%) και ακολουθούν οι ευαγγελικοί με 10%, οι εβραίοι με 2% και με 6% διάφορες άλλες, μεταξύ των οποίων Σουνίτες ισλαμιστές (1,5%) και μια μεγάλη κοινότητα Μορμόνων που αριθμεί γύρω στα 330.000 μέλη.

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.