Ο Δρόμος του Μεταξιού

Ο δρόμος του μεταξιού

Ο "Δρόμος του Μεταξιού" είναι ένα μάλλον απατηλό όνομα για το μεγάλο εμπορικό δρόμο Ανατολής - Δύσης, στο βαθμό που αφήνει να εννοηθεί ότι τα καραβάνια που διέσχιζαν την Κίνα, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή, ακολουθούσαν μία και μόνη διαδρομή και διακινούσαν ένα και μόνο αγαθό, το πολύτιμο μετάξι.
Στην πραγματικότητα, ο Δρόμος του Μεταξιού προσδιορίζει ένα τεράστιο δίκτυο από μονοπάτια καραβανιών - εμπορικών διαδρομών που ελίσσονταν ανάμεσα σε μερικά από τα ψηλότερα βουνά και τις πιο ανεμόδαρτες ερήμους της γης, ανάμεσα από κινούμενες αμμοθίνες, δύσβατα μονοπάτια, στέπες, πόλεις και κωμοπόλεις. Μονοπάτια που συγχωνεύονταν σε μια χούφτα περάσματα που είχαν χαραχθεί σε μερικά από τα πιο αδιαπέραστα βουνά του κόσμου - το Παμίρ, το Ινδοκούς και το Καρακορούμ – και μετά πάλι πολλαπλασιάζονταν, ωοτοκώντας δεκάδες διαδρομές απόκλισης.
O "Δρόμος του Μεταξιού", η μακρύτερη εμπορική οδός του κόσμου, αποτέλεσε για πάνω από 2.000 χρόνια μία από τις σημαντικότερες και συνάμα γοητευτικότερες πολιτιστικές περιπέτειες στην ανθρώπινη ιστορία. Ανέπτυξε ένα χωρίς προηγούμενο εμπόριο, αλλά η  πραγματική του δόξα και η θέση του στην ιστορία της ανθρωπότητας ήταν το αποτέλεσμα της ανταλλαγής ιδεών, τεχνολογίας και θρησκευτικών δοξασιών ανάμεσα στα διάφορα έθνη.
Από το δρόμο αυτό δεν διακινήθηκαν μόνο το πολυπόθητο μετάξι, πολύτιμες πέτρες και άλλααγαθά, αλλά και θρησκείες, πολιτισμοί γλώσσες, παραδόσεις, εμπειρίες, γνώσεις, ανακαλύψεις, γεύσεις, ιδέες. Κατά τη διάρκεια των αιώνων ο Δρόμος του Μεταξιού, που συνέδεε τους μεγαλύτερους πολιτισμούς του τότε γνωστού κόσμου, έγινε το σύμβολο κάθε επαφής Ανατολής – Δύσης.
Ο δρόμος αυτός χρησιμοποιήθηκε από ιδρυτές διαφόρων θρησκειών, ιερείς και μοναχούς, εργάτες και καλλιτέχνες, καθώς και από τους πρώτους "ερευνητές".
Από το δρόμο αυτό έφτασε ο Βουδισμός στην Κίνα, εδώ συναντήθηκε με το Ελληνικό πνεύμα που είχε ριζώσει στην περιοχή από τα χρόνια του Μέγα Αλέξανδρου.
Τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν αιώνες αργότερα οι Νεστοριανοί μοναχοί που αποκάλυψαν στον Ιουστινιανό το μυστικό της παραγωγής του μεταξιού, ένα από τα πιο καλοπροστατευμένα μυστικά της ιστορίας. Από το δρόμο αυτό ο Βενετός Μάρκο Πόλο πραγματοποίησε το ταξίδιτου στην Ανατολή.
Το μετάξι αδιαμφισβήτητα ανακαλύφθηκε στην Κίνα όπου, λόγω της υπέροχης αίσθησης και της μεγαλοπρεπούς εμφάνισής του, προτιμήθηκε για την κατασκευή των ρούχων. Η ιστορία του βέβαια χάνεται στα βάθη των αιώνων και είναι συνυφασμένη με Κινέζικους μύθους και παραδόσεις.
Οι Κινέζοι απαγόρευαν με αυστηρούς νόμους τη διάδοση της σηροτροφίας, ενώ η εξαγωγή των σπόρων του μεταξοσκώληκα τιμωρούνταν με θάνατο. Επιτρεπόταν μόνο η εξαγωγή κατεργασμένων νημάτων και υφασμάτων. Η Ιαπωνία, οι Ινδίες και η Περσία ήταν κέντρα εμπορίας του εξαγόμενου μεταξιού.
Αυτό άλλαξε 3ο π.Χ. αι., όταν τα ταξίδια του ZHANG QIAN έφεραν τη δυναστεία των Χαν (206 π.Χ.-220 μ.Χ.) σε επαφή με πολλά Κεντροασιατικά βασίλεια και άνοιξαν τον μεγάλο εμπορικό δρόμο ΑΝΑΤΟΛΗΣ – ΔΥΣΗΣ. Με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου (336-323 π.Χ.) το μεταξωτό ύφασμα εισήχθη και στην αρχαία Ελλάδα. Στα Ρωμαϊκά χρόνια οι εισαγωγές κατεργασμένης και ακατέργαστης Σινικής κλωστής και έτοιμων υφασμάτων συνεχίστηκαν. Οι πηγές μαρτυρούν ότι την περίοδο αυτή το μετάξι είχε τεράστια αξία, ίση με αυτήν των πολύτιμων λίθων και του χρυσού. Από το 105 π.Χ. η Κίνα και η Παρθία ξεκίνησαν τις εμπορικές συναλλαγές μέσω του δρόμου των καραβανιών που υπήρχε μεταξύ τους. Τότε ουσιαστικά γεννήθηκε ο Δρόμος του Μεταξιού. Όμως μόλις το 1870 ο Γερμανός γεωγράφος Φερδινάνδος φον Ριτχόφεν έδωσε το όνομα που μας είναι πια γνωστό ως ο "Δρόμος του Μεταξιού".
Το εμπόριό του αρχικά γινόταν από μεγάλα καραβάνια εμπόρων και ζώων που ταξίδευαν μέσα από δύσβατα μονοπάτια πάνω σε κάποια από τα ποιο αφιλόξενα εδάφη της επιφανείας της γης – ερήμους και χιονοσκέπαστα βουνά. Οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν οι έμποροι των καραβανιών ήταν τεράστιοι, όπως τεράστια όμως ήταν και τα κέρδη κάθε αποστολής, της οποίας η χρονική διάρκεια ξεπερνούσε πολλές φορές τα 2 χρόνια.
Ήταν πραγματικά ασύλληπτο το μέγεθος των δυσκολιών, της απόστασης και των κινδύνων για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης που επιχειρούσαν να συμμετάσχουν σ' αυτό το εμπορικό καραβάνι, σ' αυτό το πολιτισμικό "αλισιβερίσι" Ανατολής - Δύσης!
Το καλοκαίρι τα καραβάνια ταξίδευαν κατά τη διάρκεια της νύχτας - φοβόντουσαν λιγότερο τους μυθικούς δαίμονες της ερήμου παρά την αφόρητη ζέστη. Μεγάλες αμμοθύελλες ανάγκαζαν ανθρώπους και ζώα να σκύβουν στο χώμα για μέρες μέχρι να περάσει. Ασθένειες υψομέτρου, τύφλωση από το χιόνι κλπ επιδρούσε σε ζώα και ανθρώπους που μαζί με τις αναρριχήσεις ήταν αιτίες πολλών ατυχημάτων.
Για το φόβο των ληστών που έλκονταν από τα φορτία του μεταξιού, πολυτίμων λίθων, αρωμάτων και μπαχαρικών, οι έμποροι ένωναν τις δυνάμεις τους σχηματίζοντας μεγάλα καραβάνια 1000 καμηλών (κυρίως αυτών με δύο καμπούρες, τις βακτριανές).
O εμπορικός αυτός δρόμος των καραβανιών ήταν μια αρτηρία μήκους 12.000 χιλιομέτρων – η απόσταση μεταξύ των δύο οικουμενικών πρωτευουσών της εποχής εκείνης: το Ξιάν της Κίνας και της Κωνσταντινούπολης του Βυζαντίου.
Για 12.000 χιλιόμετρα και διασχίζοντας 17 χώρες, η κύρια αυτή εμπορική αρτηρία του κόσμου ένωνε κάποιους από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς του κόσμου: Κινεζικό, Μογγολικό, Ινδικό, Περσικό, Μεσοποταμιακό, Αιγυπτιακό, Ελληνικό, Ρωμαϊκό, Βυζαντινό.
Με αφετηρία τη μεγαλοπρεπή πρωτεύουσα της Κίνας, το Χιάν (Τσαγκ Αν), τη μητρόπολη του μεταξιού, τα καραβάνια των Κινέζων εμπόρων, φορτωμένα με χιλιάδες μέτρα μεταξιού, πήγαιναν βορειοδυτικά, διέσχιζαν το γεωγραφικό διάδρομο του Γκανσού στην επαρχία GANSU και το διάδρομο HEXI στο Σινικό τείχος, με προορισμό την πόλη - όαση Ντουνγκχουάνγκ, "το άκρο του πολιτισμένου κόσμου" για τους Κινέζους, ένα ισχυρό στρατιωτικό οχυρό, που την εποχή της άνθισης του δρόμου του Μεταξιού ήταν μια από τις  πλουσιότερες πόλεις της Ασίας. Στο Ντουνχουάνγκ καταλήγει το περίφημο Σινικό Τείχος έχοντας διανύσει μια πορεία χιλιάδων χιλιομέτρων πάνω στο ποικιλόμορφο ανάγλυφο της  Κινεζικής γης. Από το σημείο αυτό και μετά, την προστασία της Ουράνιας Αυτοκρατορίας επωμιζόταν η φοβερή έρημος Τακλαμακάν, της οποίας το όνομα σημαίνει "η έρημος που δεν έχει επιστροφή", μαζί με την οροσειρά των Ιμαλαΐων στο νότο και την έρημο Γκόμπι στο βορρά.
Εκεί, πωλούσαν ή αντάλλαζαν εμπορεύματα με τους Κεντροασιάτες μεσίτες - Πάρθους, Σογδιανούς, Ινδούς, Κουσάν - που τα μετέφεραν στις πόλεις των Περσών, των Συρίων και των Ελλήνων εμπόρων. Κάθε αλλαγή ανέβαζε το κόστος της τελικής τιμής του προϊόντος, που έφθανε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από Εβραίους και Έλληνες εμπόρους. Μέχρι το Ντουνχουάνγκ τα καραβάνια είχαν διανύσει περίπου 800 χιλιόμετρα. Τα επόμενα 1.500 χιλιόμετρα ήταν τα δυσκολότερα όλης της διαδρομής. Στις παρυφές της Τακλαμακάν, με θερμοκρασίες ημέρας 400 C και νύχτας -200 C, οι αμμοθύελλες ήταν σφοδρές και οι κινούμενες αμμοθίνες έχουν θάψει ολόκληρες πόλεις.
Στο Ντουνχουάνγκ οι δρόμοι χωρίζονταν:
• Πολλά καραβάνια έπαιρναν το Βόρειο δρόμο μέσω του περάσματος JadeGate (Yumenguan), βορειοδυτικά του Ντουνχουάνγκ, κατά μήκος των Νότιων πλαγιών των Τιέν Σαν (TienShan, Ουράνια όρη). Περνούσαν τη Βόρεια πλευρά της ερήμου ΤΑΚΛΑΜΑΚΑΝ προς τις πόλεις-οάσεις Hami, Turpan, Yangi, Korla, Kucha, Aksu και  Kashgar.
• Άλλοι διάλεγαν τον πιο δύσκολο αλλά ίσιο δρόμο από το YangguanPass, Νοτιοδυτικά του Ντουνχουάνγκ και κατά μήκος των Βόρειων πλαγιών του βουνού Kunlun, στη Νότια πλευρά της ΤΑΚΛΑΜΑΚΑΝ, προς τις πόλεις-οάσεις Μίραν, Έντερε, Νίγια, Κερίγια, Khotan, Yarkand και Kashgar.
• Στην ουσία τα δύο αυτά τμήματα ακολουθούσαν την περίμετρο της ερήμου ΤΑΚΛΑΜΑΚΑΝ.
• Άλλο ένα παρακλάδι ήταν ο "δρόμος του κέντρου": από το Γιού Μεν Κουάν περνούσε κοντά στη Βόρεια όχθη της λίμνης ΛοπΝορ και διασχίζοντας την όαση Λουλάν κατέληγε στο Βόρειο κλάδο.
• Οι συνηθισμένοι στις απάνθρωπες κλιματολογικές συνθήκες της ερήμου ντόπιοι, χρειάζονταν συνήθως ένα μήνα πορείας μέσα από οάσεις και αμμόλοφους προκειμένου να φτάσουν στο Κασγκάρ, την πόλη-σταυροδρόμι των εμπόρων. Ίσως δεν υπάρχει άλλη περιοχή πάνω στη γη, στην οποία επί αιώνες ο πολιτισμός να επηρεάστηκε τόσο πολύ από την οικονομία, όσο στους εμπορικούς δρόμους της Κεντρικής Ασίας και ιδιαίτερα στις πόλεις – οάσεις ανάμεσα στο Ντουνχουάνγκ και το Κασγκάρ (Kashi). Εκεί όπου οι ορεινοί όγκοι της Κεντρικής Ασίας αγκαλιάζουν την έρημο Τακλαμακάν και το Ισλάμ διαπερνά τα σύνορα της Κίνας, βρίσκεται η σημαντικότερη όαση της Κινεζικής Δύσης, το Κασγκάρ, μια πόλη – σταθμός στο δρόμο του μεταξιού και των καραβανιών της Κεντρικής Ασίας. Η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Ουιγούροι και η πόλη είναι διάσπαρτη με μνημεία Μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής.
Στην πόλη αυτή τα εμπορεύματα για άλλη μια φορά άλλαξαν χέρια, περνώντας σε τολμηρούς ορεσίβιους μεταπράτες, οι οποίοι είχαν διάφορες επιλογές, προκειμένου τα φορτία τους να φτάσουν στη δυτική πλευρά των βουνών που αγκάλιαζαν το Κασγκάρ.
• Κάποιοι πήγαιναν Δυτικά από το πέρασμα Terek των TienShan για να βρεθούν στη συνέχεια στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, στα βασίλεια της Fergana και Σογδιανής (Τασκένδη, Σαμαρκάνδη και Μπουχάρα του σημερινού Ουζμπεκιστάν) και πέρα από τον ποταμό Ώξο στη Merv. H διαδρομή αυτή των καραβανιών ήταν η πιο γνωστή και προτιμητέα από τους εμπόρους της εποχής εκείνης.
• Άλλοι διέσχιζαν την οροσειρά των Παμίρ κοντά στη Tashkurgan και πήγαιναν κατά μήκος του WakhanCorridor του Αφγανιστάν, στο αρχαίο Ελληνοπερσικό βασίλειο της Βακτρίας και από εκεί συναντούσαν το Βόρειο δρόμο στη Merv της Περσίας.
• Άλλος δρόμος από το Kashgar περνούσε από την Tashkurgan και μέσω του ορεινού περάσματος του Karakoram έφθανε στο σημερινό Αφγανιστάν. Ήταν ίσως το δυσκολότερο κομμάτι του δρόμου, η λιγότερο γνωστή και προτιμητέα διαδρομή.
• Επίσης υπήρχαν βραχίονες με κατεύθυνση νότια προς το Καρακοράμ και την Ινδία και βόρεια μέσω του ποταμού Ili στις στέπες της Σάκα.
Από τη Merv ο δρόμος συνέχιζε Δυτικά - πιο εύκολα πια - προς την παλιά πρωτεύουσα της Παρθίας, την Εκατόμπυλο (σημερινή Damghan), διέσχιζε το Βόρειο Ιράν (Τεχεράνη, Ταυρίδα), συνέχιζε Νότια της Κασπίας προς τη Χαμαντάν (Νοτιοδυτικά της Τεχεράνης) και προς τις αρχαίες δίδυμες πόλεις Σελευκεία και Κτησιφώντα κοντά στη Βαγδάτη, στον ποταμό Τίγρη.
Από εκεί διάφοροι δρόμοι οδηγούσαν μέσω Συρίας στην Αντιόχεια, στην Παλμύρα, στις Ανατολικές ακτές της Μεσογείου και στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία – αργότερα και στην Κωνσταντινούπολη. Τα αγαθά προωθούντο μέσω της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, ενώ τα καραβάνια επέστρεφαν με νέα φορτία πάνω στα ίδια μονοπάτια.
Μπαχαρικά, πορσελάνες, πολύτιμοι λίθοι, αρώματα κινούνταν προς δυσμάς με αντάλλαγμα χρυσάφι, ασήμι, γυαλί, μαργαριτάρια, κοράλλια, μάλλινα και λινά υφάσματα. Στη μέση βρισκόταν η Κεντρική Ασία που με τα ζώα της - άλογα και βακτριανές καμήλες - βοηθούσε στη διακίνηση των αγαθών και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Από την Κίνα ήρθαν το γλυκάνισο, τα τριαντάφυλλα, τα χρυσάνθεμα, το κεχρί, η μουριά, αλλά και το χαρτί, η πυρίτιδα και η μαγνητική πυξίδα.
Από τη Δύση ήρθαν στην Κίνα το τριφύλλι και τα κρασοστάφυλα. Η τέχνη της παρασκευής κρασιού ήρθε αργότερα.
Από την Περσία φιστίκια, ροδάκινα, αχλάδια, καρύδια, νάρκισσος, μύρο, λιβάνι.
Από την Κεντρική Ασία αμύγδαλα, jade, λάπιςλάζουλι, αγγούρια, κρεμμύδια, άλογα.
Από την Ινδία σπανάκι, λωτός, σανδαλόξυλο, πιπέρι, βαμβάκι.
Η πτώση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας το 15ο αιώνα διατάραξε τη ροή των αγαθών διαμέσου της Ασίας και οι Ευρωπαίοι άρχισαν να αναζητούν θαλάσσιες οδούς προς την Άπω Ανατολή. Πορτογαλέζικα πλοία - εξοπλισμένα με πυξίδες και εφοδιασμένα με πυρίτιδα - έφτασαν στην Κίνα το 1515, ανοίγοντας το δρόμο στην ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου, το οποίο έκανε πλέον περιττό το Δρόμο του Μεταξιού, με αποτέλεσμα τη βαθμιαία παρακμή του.