ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ

Η εξερεύνηση των ακτών της Αφρικής και του εσωτερικού της βορείου και της νοτίου Αφρικής το 15ο αιώνα, καθώς και η ανακάλυψη της Αμερικανικής ηπείρου από τους Ευρωπαίους, έδωσαν νέα ώθηση στο πλέον ζοφερό κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας: στη σκλαβιά, που ναι μεν μέχρι τότε υπήρχε, έκτοτε όμως… άνθισε.
Από τις αρχές του 16ου ως το τέλος του 19ου αιώνα πολλά εκατομμύρια Αφρικανών πέρασαν τον ωκεανό.
Οι ιθαγενείς και οι μαύροι σκλάβοι, που άρπαζαν οι έμποροι από την Αφρική και τους μετέφεραν κάτω από άθλιες συνθήκες στην Αμερική όπου τους πουλούσαν σε μεγαλοϊδιοκτήτες για να τους εκμεταλλευτούν στην καλλιέργεια του βαμβακιού, ήταν το καύσιμο που έδινε κίνηση στο παραγωγικό σύστημα. Η φυσική δύναμη των Αφρικανών και η ευάλωτη στους επιθετικούς ξένους δομή των κοινωνιών τους, καθιστούσαν τους κατοίκους της Μαύρης ηπείρου ελκυστική λεία για τους γειτονικούς λαούς.
Μέσα στο 16ο αιώνα τα πορτογαλικά καράβια μετέφεραν στο Νέο Κόσμο πάνω από 125.000 Αφρικανούς (Γιορούμπα από τη Νιγηρία, Μπαντού ή Κόνγκος από το σημερινό Κονγκό, τη Μοζαμβίκη και την Αγκόλα, Αμπακουά από τη Νιγηρία, Αραρά από το Μπενίν - τέως βασίλειο της Δαχομέης κλπ.). Οι Βραζιλιάνικες φυτείες καφέ, οι φυτείες ζάχαρης στην Καραϊβική και τα ορυχεία της Αργεντινής δέχθηκαν χιλιάδες σκλάβους.
Στις αρχές του 17ου αιώνα οι Ισπανικές αρμάδες μετέφεραν δεκάδες χιλιάδες Μαύρους στην Αμερική, αλλά ήρθε n σειρά των Ολλανδών να κυριαρχήσουν στο δουλεμπόριο.
Η οικονομική αποδοτικότητα του δουλεμπορίου στους Πορτογάλους και Ισπανούς γρήγορα υποκίνησε τη διάθεση για ανταγωνισμό και από άλλα Ευρωπαϊκά κράτη (Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία). Με την επικράτηση των Άγγλων αποικιοκρατών στα τέλη του 17ου αιώνα, το Αγγλικό θαλάσσιο εμπόριο σχεδόν μονοπώλησε τη διακίνηση των Μαύρων στην Αμερικανική ήπειρο.
Οι Άγγλοι ανέπτυξαν το δουλεμπόριο, υιοθετώντας μεθόδους εξαιρετικά αποτελεσματικές. Επινόησαν μια τριγωνική διακίνηση με κορυφές του τριγώνου την Αγγλία, την Αφρική και την Αμερική. Τα πλοία γέμιζαν τα αμπάρια τους από τα λιμάνια της Αγγλίας (κυρίως το Λίβερπουλ) με όπλα, υφάσματα, χάντρες και ψεύτικα κοσμήματα με τα οποία πλήρωναν το ανθρώπινο εμπόρευμα της Αφρικής. Οι κάσικοι της Αφρικής δέχονταν τα εμπορεύματα της Βρετανικής βιομηχανίας και παραχωρούσαν τα φορτία των σκλάβων στους δουλεμπόρους, εξασφαλίζοντας τα όπλα για να οργανώνουν νέα ανθρωποκυνηγητά μέσα στα χωριά.  Όσοι επιζούσαν από την πείνα, τις αρρώστιες και το τσουβάλιασμα της μεταφοράς, εκθέτονταν στην κεντρική πλατεία των αποικιών για να πουληθούν. Τα πλοία ξαναγύριζαν στην Αγγλία φορτωμένα με τροπικά προϊόντα των φυτειών της Αμερικής: ζάχαρη, βαμβάκι, καφέ και κακάο.
Ο απολογισμός του Διατλαντικού Εμπορίου Σκλάβων, υπήρξε τραγικός. Υπολογίζεται ότι από το 1520 ως το 1860, μεταφέρθηκαν ως σκλάβοι 11 με 12 εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά από την Αφρική.
Αναρίθμητοι Αφρικανοί πέθαναν στη μεταφορά, θύματα επιδημιών ή υποσιτισμού και αρκετοί αυτοκτονούσαν. Οι σκλάβοι στοιβάζονταν σαν δέματα. Τα πλοία που μετέφεραν σκλάβους ξεχώριζαν από τη μυρωδιά τους. Οι μεταδοτικές ασθένειες και οι ξαφνικοί θάνατοι μπορούσαν να ανατρέψουν τις οικονομικές προσδοκίες του επιχειρηματία-εμπόρου, που πολλές φορές ήταν ο ίδιος ο πλοίαρχος. Για το λόγο αυτό πολλοί πλοίαρχοι φόρτωναν επιπλέον αριθμό σκλάβων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις πιθανές αβαρίες του ταξιδιού.
Το βουντού στην Αϊτή, το καντομπλέ στη Βραζιλία, η σαντερία στην Κούβα και το σάνγκο στο Τρινιδάδ δεν είναι παρά όψεις της παλιάς θρησκείας της φυλής των Γιορούμπα που μεταφέρθηκαν από τους δουλέμπορους ως σκλάβοι στις ακτές της Καραϊβικής.