ΤΑΝΓΚΟ: «Μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται»

Κατά το 19ο αιώνα οι μετανάστες χαμηλών, ως επί το πλείστον, τάξεων που κατέφταναν από την Ευρώπη για να αναζητήσουν την τύχη τους στην Αργεντινή, είχαν τόπο συνάντησης και κοινωνικής συναναστροφής τα σαλόνια στα μπορντέλα του Μπουένος Άιρες. Εκεί η έντονη νοσταλγία για την πατρίδα εκφραζόταν μέσα από πονεμένα τραγούδια της κάθε χώρας, μαζί με συνοδεία οργάνων όπως φλάουτο, κιθάρα, βιολί και μπαντονεόν (ένα είδος μικρού ακορντεόν που έφεραν μαζί τους οι Γερμανοί μετανάστες). Έτσι διαμορφώθηκε σιγά σιγά ένα καινούργιο είδος μουσικής, το τάνγκο, που περιελάμβανε στοιχεία ευρωπαϊκής, νοτιοαμερικάνικης και αφρικανικής μουσικής.
Περιμένοντας τη σειρά τους, διασκέδαζαν παίζοντας μουσική και χορεύοντας μεταξύ τους έναν αυτοσχέδιο χορό, συνδυασμό επιθετικότητας και ερωτικής επιθυμίας, σαν ένας αγώνας επικράτησης ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα.
Η έλλειψη γυναικών ανάγκασε τους άνδρες να χορεύουν αρχικά μεταξύ τους και με τον καιρό η γυναικεία παρουσία προσέδωσε στο τάνγκο τη γνώριμη μορφή του.
Ωστόσο, τόσο η μουσική που αναπτύχθηκε όσο και ο γεμάτος ένταση χορός περιφρονήθηκαν αρχικά, ως συνδεδεμένα με τα πορνεία της πόλης.
Όταν, όμως, ο διάσημος Ροδόλφο Βαλεντίνο υιοθέτησε τη μουσική και τον αισθησιακό αυτό χορό στις ταινίες του, έγινε μόδα τόσο στα σαλόνια της Ευρώπης όσο και στην Αμερική.
Έτσι, αποκτώντας φήμη σε όλο τον κόσμο, άρχισε να βγαίνει από τις κακόφημες συνοικίες και να ακούγεται και στα σαλόνια του Μπουένος Άιρες.
Το 1916 ο περίφημος Κάρλος Γκαρντέλ αποφάσισε να τραγουδήσει τάνγκο για πρώτη φορά δημόσια. Ο πρόδρομος της χρυσής εποχής του μουσικού αυτού είδους ανέπτυξε το tango cancion, ανάγοντάς το σε υψηλή τέχνη, ενώ το τραγούδι του «Mi Noche Triste» έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο θάνατός του σε αεροπορικό δυστύχημα το 1935 στην Κολομβία προκάλεσε απέραντη θλίψη σε εκατομμύρια γυναίκες - έως και αυτοκτονίες. Κάθε χρόνο στις 11 Δεκεμβρίου (ημέρα των γενεθλίων του Γκαρντέλ) γιορτάζεται η «Ημέρα του Τάνγκο», με παραστάσεις, υπαίθριες εκδηλώσεις και χιλιάδες προσκυνητές στο μνήμα του, στο νεκροταφείο της Τσακαρίτα - το δεύτερο πιο αριστοκρατικό (!) της πόλης..