fb

Φάντος

Τα Φάντος είναι η εθνική λαϊκή μουσική της Πορτογαλίας, με τις ρίζες τους να βρίσκονται κάπου στον 12ο αιώνα, καθιερώθηκαν όμως τον 18ο αιώνα, τότε που οι Πορτογάλοι αριστοκράτες, επιστρέφοντας από τα ταξίδια τους, έφεραν τις εμπειρίες τους στην πατρίδα. Ξεκίνησε ως ένα κράμα πορτογαλικής και βραζιλιάνικης μουσικής,  που ακουγόταν κυρίως στα σαλόνια της αριστοκρατίας. Όμως στην ουσία το φάντος δημιουργήθηκε στις φτωχογειτονιές της Λισαβόνας, στα μπαρ και τα κλαμπ των συνοικιών, όπου μαζεύονταν οικογενειάρχες, ναυτικοί, πόρνες και λαθρέμποροι.
Η μουσική και οι στοίχοι των τραγουδιών είναι μελαγχολικοί και κάθε ένα τραγούδι αφηγείται  μια ιστορία. Ιστορίες για τη ζωή των φτωχών, για ταξίδια των ναυτικών, για ανεκπλήρωτους πόθους και έρωτες.
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη και πιο αντιπροσωπευτική ονομασία από τη λέξη Φάντος, που στα πορτογαλικά σημαίνει μοίρα, πεπρωμένο.
Τα φάντος χαρακτηρίζονται από τη saudade, μια λέξη που δεν μπορεί να μεταφραστεί στην ουσία, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η αίσθηση νοσταλγίας και προσμονής αναμειγμένη με λύπη, χαρά και πόνο συνάμα (χαρμολύπη).
Υπάρχουν δύο είδη φάντος. Τα φάντος της Κοΐμπρα, που θεωρούνται πιο εκλεπτυσμένα και ερμηνεύονται από μαυροφορεμένους φοιτητές και τα φάντος της Λισαβόνας, που έχουν λίγο πιο εύθυμο ρυθμό και τραγουδιούνται τόσο από άνδρες όσο και γυναίκες σε δημόσιους χώρους ή στα "σπίτια του Φάντος" (Casas de Fados). Αυτά είναι και τα πλέον διαδεδομένα και τραγουδιούνται με τη συνοδεία πορτογαλικής κιθάρας και ένα είδος βιόλας.
Η Αμάλια Ροντρίγκεζ καθιέρωσε την πιο γνωστή μορφή τραγουδιών φάντο.
Η Ντούλτσε Πόντες ανέμειξε την παραδοσιακή με τη σύγχρονη πορτογαλική μουσική, ενώ η Κριστίνα Μπράνκο και το συγκρότημα Μαντρεντέους πρόσθεσαν μουσικά όργανα και νέους ρυθμούς, διατηρώντας από τα παραδοσιακά φάντο το μελαγχολικό τους στυλ και την αίσθηση του saudade.