Πληροφορίες για: Φιλανδια

Περιγραφή

Η Δημοκρατία της Φινλανδίας είναι ανεξάρτητη χώρα της Βόρειας Ευρώπης με έκταση 337.030 τ. χλμ.. Η χώρα έχει μέγιστο μήκος από βορρά προς νότο 1.160 χλμ. και μέγιστο πλάτος από ανατολή προς δύση 540 χλμ. Η Φινλανδία είναι η έβδομη σε έκταση ευρωπαϊκή χώρα (προηγούνται η Ευρωπαϊκή Ρωσία, η Ουκρανία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Σουηδία και η Γερμανία) και καταλαμβάνει το 3,5 περίπου της συνολικής έκτασης της Ευρώπης. Η χώρα περιλαμβάνει εκτός από τα ηπειρωτικά εδάφη και 6.554 νησιά και νησάκια, από τα οποία κατοικούνται μόνο το 60 περίπου. Ο πληθυσμός της το 2002 αριθμούσε 5.183.545 κατοίκους. Πρωτεύουσά της είναι το Ελσίνκι.


Η Φινλανδία καταλαμβάνει ένα τμήμα της Βόρειας Ευρώπης και το 1/3 περίπου της έκτασής της ανήκει στον Πολικό Κύκλο. Βρίσκεται στα ανατολικά της Σκανδιναβικής χερσονήσου, στις ακτές της Βαλτικής θάλασσας και συνορεύει βόρεια και σε μήκος 716 χλμ. με τη Νορβηγία, βορειοδυτικά και σε μήκος 536 χλμ. με τη Σουηδία και ανατολικά και σε μήκος 1.269 χλμ. με τη Ρωσία, ακόμη βρέχεται από τον Βοθνικό κόλπο, που τη χωρίζει από τη Σουηδία στα δυτικά, και από τον Φιννικό κόλπο στα νότια. Στη Φινλανδία ανήκουν και τα νησιά Άχβενανμαα (Όλαντ), που βρίσκονται στην είσοδο του Βοθνικού κόλπου· ξεχωρίζουν τα νησιά Βάλγκραντ και Κάρλε.

Μέχρι τον 20ό αιώνα
Η Φινλανδία πρωτοκατοικήθηκε πριν 9.000 χρόνια από τους προγόνους των σημερινών Λαπώνων και 6.000 χρόνια αργότερα πληθυσμοί από τα νοτιοανατολικά εποίκισαν την περιοχή. Οι πρόγονοι των σημερινών Φινλανδών κατοίκησαν τη χώρα κατά την 1η π.Χ. χιλιετία, ενώ οι νομάδες Λάπωνες περιορίστηκαν στις βόρειες ζώνες. Πολύ αργότερα (8ος - 11ος αιώνας) οι Σουηδοί εγκαταστάθηκαν στα νοτιοδυτικά παράλια. Το 12ο μ.Χ. αιώνα ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των Σουηδών και των Ρώσων με πεδίο τη Φινλανδία επεκτάθηκε στο θρησκευτικό επίπεδο και το 1172 οι Σουηδοί με προτροπή του Πάπα κατέκτησαν τα φινλανδικά οχυρά, για να "προστατέψουν" τους Φινλανδούς από τη ρωσική επιθετικότητα. Το 1227 ο Ρώσος δούκας Γιαροσλάβος εκχριστιάνισε με τη βία κατοίκους της ανατολικής Φινλανδίας και ο Πάπας απέκλεισε εμπορικά τη Ρωσία (1229) για αντίποινα από μέρους της Φινλανδίας της οποίας ανέλαβε την προστασία. Το 1362 ο Σουηδός βασιλιάς Χάκων επέτρεψε στους Φινλανδούς να εκλέγουν βασιλιά, το 1386 η Φινλανδία συμμετείχε στην Ένωση του Κάλμαρ και ενσωματώθηκε στη Σουηδία. Τους επόμενους αιώνες η Φινλανδία πέρασε πολλές περιπέτειες με εμφύλιους πολέμους και πολεμικές συγκρούσεις εναντίον των Σουηδών. Το πρώτο μισό του 16ου αιώνα ο Μίκαελ Αγκρίκολα (1509-1557) μετέδωσε το λουθηρανισμό στους κατοίκους, τον οποίο μετέφερε από τη Γερμανία. Το 1581 ο Σουηδός βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ ανακήρυξε τη χώρα σε δουκάτο.
Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα οι Ρώσοι κατέκτησαν τη Φινλανδία για μια οκταετία (1713-1721) και μετά το ρωσοσουηδικό πόλεμο (1741-1743) ένα φινλανδικό τμήμα προσαρτήθηκε από τη Ρωσία. Όταν ξέσπασαν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, οι Ρώσοι κατέκτησαν όλη τη φινλανδική επικράτεια (1809) και μετά την επικύρωση της ρωσικής κυριαρχίας με τη συνθήκη της Χεμίνα τον ίδιο χρόνο η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Ελσίνκι, στο οποίο χτίστηκαν περίφημα νεοκλασικά δημόσια κτίρια. Στα χρόνια που ακολούθησαν η αντιμετώπιση της Φινλανδίας από την τσαρική ηγεσία δεν υπήρξε ομοιόμορφη. Ο φινλανδόφιλος τσάρος Αλέξανδρος Α΄ που βασίλεψε μέχρι το 1825 παραχώρησε την αυτονομία στη χώρα, που ανακηρύχθηκε δουκάτο με ισχύον το παλιό σουηδικό σύνταγμα, όμως ο Νικόλαος Α΄ (1825-1855) που τον διαδέχτηκε επιχείρησε τον εκρωσισμό των κατοίκων με βιαιότητα και αγριότητες, που υποδαυλίζονταν από τους Ρώσους εθνικιστές. Επί Αλεξάνδρου Β΄ (1855-1881) έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα του φινλανδικού πληθυσμού, οι ιδιαιτερότητες και οι ευαισθησίες του όμως στα χρόνια του τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄ (1881-1894) ήταν έντονη η καταπίεση και η δύναμη του ρωσικού αστυνομικού κράτους.

Ο 20ός αιώνας
Ο τσάρος Νικόλαος Β΄, που ανέλαβε την εξουσία το 1904, αρχικά ακολούθησε πολιτική εκρωσισμού και μετά το 1905 και μέχρι το 1917 οπότε κυριάρχησαν οι κομμουνιστές, έγινε προσπάθεια πολιτικού συμβιβασμού με τους Φινλανδούς, που με αναγεννημένη την εθνική τους συνείδηση προέβησαν σε πράξεις αντίστασης κατά των κυρίαρχων τους.
Το Δεκέμβριο του 1917 η Φινλανδία εκμεταλλεύτηκε την πολιτική αστάθεια και τις ανακατατάξεις στη ρωσική εξουσία και ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος. Δύο χρόνια αργότερα και μετά την απώθηση μιας ρωσικής επίθεσης εγκαθιδρύθηκε καθεστώς δημοκρατίας. Κατά το μεσοπόλεμο η πολιτική ζωή χαρακτηριζόταν από αστάθεια και η μεγάλη οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα κοινωνικές συγκρούσεις. Τα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής επέτειναν τη δυσπραγία σε όλους τους τομείς στο εσωτερικό της χώρας. Το πρώτο πρόβλημα σχετιζόταν με τις νήσους Όλαντ, που αν και επιδικάστηκαν στη Φινλανδία από την Κοινωνία των Εθνών οι σουηδόφωνοι κάτοικοί τους ήθελαν να ενωθούν με τη Σουηδία. Το δεύτερο σημαντικότερο πρόβλημα σχετιζόταν με τη μόνιμη απειλή την οποία υφίσταντο τα ανατολικά φινλανδικά σύνορα από τη Σοβιετική Ένωση.
Μετά την επίθεση της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον της χώρας στις 30 Νοεμβρίου 1939 διαμείφθηκε η συνθήκη της Μόσχας ανάμεσα στα δύο κράτη, τη 12η Μαρτίου 1949, που ανάγκαζε τη Φινλανδία να παραδώσει το νοτιοανατολικό τμήμα της επικράτειάς της και να εκμισθώσει στη Σοβιετική Ένωση τη χερσόνησο του Χάνκο για μια τριακονταετή περίοδο. Με το ξέσπασμα του πολέμου ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και στη Σοβιετική Ένωση στις 22 Ιουνίου 1941, οι Φινλανδοί, που έβλεπαν στη Γερμανία μια φυσική σύμμαχο ενάντια στον παλιό της εχθρό, κατέλαβαν μεγάλο τμήμα της Ανατολικής Καρελίας από τους Σοβιετικούς. Το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου βρήκε τη Φινλανδία να είναι με το μέρος του ηττημένου άξονα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1944 υπογράφηκε ανακωχή ανάμεσα στη Φινλανδία και στη Σοβιετική Ένωση που επανέφερε σε ισχύ τους όρους της συνθήκης της Μόσχας του 1940 και εξανάγκαζε τη χώρα να πληρώσει στην αντίπαλό της δύσβατα ποσά ως πολεμική αποζημίωση (αγαθά αξίας 300 εκατ. δολ.). Η τελική συνθήκη που υπογράφηκε ανάμεσα στις δύο χώρες το Φεβρουάριο του 1947 στο Παρίσι επαναλάμβανε τους όρους της ανακωχής του 1944.
Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε από τις επίπονες προσπάθειες για ανασυγκρότηση, οικονομική ανάπτυξη και σταθερή φιλική πολιτική απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Το 1955 έγινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών και του Βόρειου Συμβουλίου, αργότερα ανέπτυξε οικονομικές σχέσεις με την ΕΟΚ και την ΚΟΜΕΝΟΝ και το 1986 αναγνωρίστηκε ως πλήρες μέλος των EFTA. Το 1989 για πρώτη φορά έγινε επίσημη αναγνώριση της ουδετερότητας της Φινλανδίας από το Σοβιετικό πρόεδρο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Η Φινλανδία έχει πολίτευμα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που στηρίζεται στο σύνταγμα του 1919, όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 1988. Ανώτατος πολιτικός άρχοντας είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται για μια εξαετία με έμμεσο τρόπο. Το εκλογικό σώμα επιλέγει έναν αριθμό εκλεκτόρων, που ψηφίζουν ανάμεσα σε δύο υποψηφίους το μελλοντικό πρόεδρο, που μοιράζεται με το υπουργικό συμβούλιο του οποίου προΐσταται την εκτελεστική εξουσία. Τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι κυρίως ρυθμιστικά: διορίζει τον πρωθυπουργό και το Συμβούλιο του Κράτους (Υπουργικό Συμβούλιο), ενώ σε περίπτωση πολιτικού αδιεξόδου μπορεί να διορίσει μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, που δεν αποτελείται από πολιτικούς. Ακόμη έχει το δικαίωμα της αρνησικυρίας (veto) όταν δεν συμφωνεί με την έγκριση κάποιου νομοσχεδίου, οφείλει όμως να το υπογράψει όταν αυτό εγκριθεί από το Κοινοβούλιο. Τα προεδρικά καθήκοντα περιλαμβάνουν τη δυνατότητα διάλυσης του Κοινοβουλίου, έγκρισης διαταγμάτων και διεύθυνσης της εξωτερικής πολιτικής σε ζητήματα ελάσσονος σημασίας, για σημαντικά θέματα εξωτερικής πολιτικής και κήρυξης πολέμου απαιτείται η κοινοβουλευτική συναίνεση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ηγείται επίσης των ενόπλων δυνάμεων της Φινλανδίας.
Η εκτελεστική εξουσία είναι έργο της κυβέρνησης του οποίου τα μέλη είναι υπόλογα στο Κοινοβούλιο, ασκούν την εσωτερική και εξωτερική πολιτική και μπορούν να εισάγουν νομοσχέδια στη Βουλή για έγκριση στο όνομα του προέδρου. Η κυβέρνηση - όπως σε όλα τα δημοκρατικά κράτη - πρέπει να διαθέτει με βάση την "αρχή της δεδηλωμένης" την εμπιστοσύνη ή τουλάχιστον την ανοχή της Βουλής.
Η νομοθετική εξουσία ασκείται από του "Έντουσκουντα", το Κοινοβούλιο, που αριθμεί 200 μέλη τα οποία αναδεικνύονται με γενικές άμεσες εκλογές για μια τετραετία. Το εκλογικό σώμα αποτελείται από όλους τους Φινλανδούς πολίτες (άντρες και γυναίκες) άνω των 18 ετών, που διατηρούν ταυτόχρονα το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις βουλευτικές εκλογές, που διεξάγονται με το αναλογικό σύστημα. Η επικράτεια χωρίζεται σε 15 εκλογικές περιφέρειες και το εκλογικό σύστημα της αναλογικής εκπροσώπησης ευνοεί την ίδρυση πολυάριθμων πολιτικών κομμάτων από τα οποία τα πιο σημαντικά είναι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, η Λαϊκή Δημοκρατική Ένωση που στα μεταπολεμικά χρόνια ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους, οι Πράσινοι που προνοούν ιδιαίτερα για την περιβαλλοντική προστασία, και άλλα μικρότερα κόμματα. Η παρουσία και η πολιτική δράση μιας πληθώρας κομμάτων σε συνδυασμό με το εκλογικό σύστημα της αναλογικής δεν εξασφαλίζουν την πολιτική σταθερότητα της χώρας. Την αδυναμία αυτή καλείται να αναπληρώσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος με την εξαετή θητεία του και τη δυνατότητα να επανεκλεγεί περιβάλλεται με το απαραίτητο κύρος που θα του επιτρέψει να λειτουργήσει ως σύμβολο πολιτικής ενότητας και σταθερότητας για το σύνολο του φινλανδικού λαού.

 

Η σημερινή πολιτική κατάσταση
Το 1992 υπογράφηκε συνθήκη οικονομικού και πολιτικού περιεχομένου μεταξύ της Ρωσίας και της Φινλανδίας, η οποία μετά από αίτησή της το 1992 έγινε δεκτή από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δημοψήφισμα επικύρωσε τη συμμετοχή της χώρας στην Ε.Ε. τον Ιανουάριο του 1995. Πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Paavo Lipponen.

Η Φινλανδία παρουσιάζει μορφολογικά χαρακτηριστικά εδάφους που θυμίζουν το σκανδιναβικό τοπίο (σουηδικό και νορβηγικό) και προαναγγέλλουν τις ιδιαιτερότητες του ρωσικού εδάφους. Η διαβρωτική και προσχωματική δραστηριότητα των πάγων, που κάλυπταν διαδοχικά αλλά ολοκληρωτικά το φινλανδικό έδαφος κατά τον Τεταρτογενή αιώνα, δημιούργησε από τις αρχαιότατες οροσειρές ένα εκτεταμένο ημιεπίπεδο αυλακωμένο από κοιλάδες.
Με την υποχώρηση των παγετώνων δημιουργήθηκαν πολλά μοραινικά πετρώματα που σχημάτισαν υψώματα ακανόνιστης διάταξης τα οποία συχνά παρουσιάζουν το επίμηκες σχήμα τύπου drumlins. Το βάρος των παγετώνων που αποσύρθηκαν πίεσε το γήινο φλοιό καθοδικά και η τήξη των πάγων επέτρεψε την ανύψωση του φλοιού της γης, που κάθε χρόνο (ακόμη και στην εποχή μας) φτάνει και τα 9 χιλιοστόμετρα στο μυχό του Βοθνικού Κόλπου. Η ιδιαιτερότητα του φινλανδικού εδάφους έγκειται στην ύπαρξη υψωμάτων που είναι καλυμμένα από δάση και τα οποία εμποδίζουν την εκβολή των άφθονων υπέργειων υδάτων στη θάλασσα. Το αποτέλεσμα είναι να σχηματίζονται 55.000 περίπου λίμνες, αναρίθμητοι ποταμοί και ελώδεις περιοχές, που καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση. Η θέα του φινλανδικού τοπίου εντυπωσιάζει και ορισμένες φορές μελαγχολεί τον επισκέπτη.
Το φινλανδικό έδαφος έχει γενικά χαμηλό ανάγλυφο. Εξαίρεση αποτελεί το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας στα σύνορα με τη Νορβηγία και τη Σουηδία, στο οποίο απαντάται η υψηλότερη οροσειρά σε όλη την επικράτεια. Οι κορυφές της είναι πάνω από 1.000 μ. και η υψηλότερη είναι η κορυφή Χάλτιατουντουρι που ανήκει στο σύστημα των Σκανδιναβικών Άλπεων και φτάνει τα 1.324 μ. Στην υπόλοιπη έκταση τα υψώματα είναι λόφοι με υψόμετρο 200 με 250 μέτρα. Στη νότια Φινλανδία η σταδιακή αποχώρηση των παγετώνων έδωσε το χρόνο στα μοραινικά πετρώματα να σχηματίσουν δύο μακρές, παράλληλες σχεδόν, σειρές υψωμάτων, που ονομάζονται Σάλπαουσελκαιε και απέχουν μεταξύ τους γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα. Τα υψώματα είναι μικρότερα και από 100 μ., με βόρειες πλαγιές που είναι ομαλές και νότιες πλαγιές απόκρημνες.
Στη χώρα διακρίνονται τέσσερις φυσιογραφικές περιοχές: η παράκτια ζώνη προς τον Φιννικό και Βοθνικό Κκόλπο, η περιοχή των λιμνών, η κεντροφινλανδική χώρα και η βόρεια Φινλανδία.
Η περιοχή των παραλίων προς τον Φιννικό και Βοθνικό κόλπο είναι απόκρημνη και φαίνεται σαν να χαράσσεται από αναρίθμητους μυχούς με διάφορους τρόπους. Αν και το έδαφός της είναι γόνιμο, οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα δεν ευνοούν τις καλλιέργειες, ιδιαίτερα προς τα βόρεια. Το υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής είναι εξαιρετικά πυκνό και οι ποταμοί της παρουσιάζουν σημαντική δυναμική ενέργεια, επειδή μέχρι να εκβάλουν στη θάλασσα αναγκάζονται να διέλθουν από τα υψώματα του φράγματος του Σάλπαουσελκαε. Κατά μήκος των ακτών σχηματίζονται χιλιάδες νησάκια, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι ακατοίκητα. Το σημαντικότερο νησιωτικό συγκρότημα, που βρίσκεται ανάμεσα στη Φινλανδία και στη Σουηδία είναι το Όλαντ (Άχβενανμαα) και αριθμεί περίπου 300 νησιά. Τα νησιά Όλαντ χωρίζονται από τη Σουηδία από τον πορθμό Σέντρα Κοάρκεν που λειτουργεί σαν ένα είδος φυσικής γέφυρας ανάμεσα στις δύο χώρες.
Η περιοχή των λιμνών βρίσκεται στην ενδοχώρα και οριοθετείται από τα υψώματα του Σάλπαουσελκε προς νότο και από τα κεντροφινλανδικά υψώματα προς βορρά. Ονομάζεται έτσι επειδή εκεί βρίσκονται οι περισσότερες από τις χιλιάδες φινλανδικές λίμνες, που καλύπτουν τη μισή από τη συνολική έκταση της χώρας και σε συνδυασμό με τους ποταμούς που τις τροφοδοτούν και με τα έλη που τις περιβάλλουν σχηματίζουν ένα μοναδικό υδρογραφικό δίκτυο για τα παγκόσμια δεδομένα.
Τα κεντροφινλανδικά υψώματα είναι μια περιοχή γεμάτη λόφους με μικρό υψόμετρο που μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά τα 600 μέτρα. Βρίσκεται στα βόρεια της περιοχής των λιμνών και απλώνεται μέχρι τη νοητή γραμμή του Αρκτικού Κύκλου ενώνοντας τη Φινλανδία με την περιοχή της Φιννοκαρελίας (βορειοδυτική Ρωσία).
Η ζώνη της βόρειας Φινλανδίας εκτείνεται στα βόρεια του Αρκτικού Κύκλου ως τις 70° περίπου βόρειο πλάτος. Δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις στο ανάγλυφο του ανατολικού της τμήματος σε σχέση με τη μορφολογία των κεντροφινλανδικών υψωμάτων, όμως στο βορειοδυτικό μέρος της ζώνης κάνουν την εμφάνισή τους τα ακραία τμήματα των Σκανδιναβικών Άλπεων, που κατοικούνται από Λάπωνες.

Το κλίμα της Φινλανδίας παρουσιάζει γενικά χαμηλές θερμοκρασίες όπως και διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις πολύ βόρειες και νοτιότερες περιοχές και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ηπειρωτικές επιδράσεις και λιγότερο από το Ρεύμα του Κόλπου. Γενικά τα καλοκαίρια είναι δροσερά και οι χειμώνες, που διαρκούν πολλούς μήνες, είναι ψυχροί με μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες που δεν κατεβαίνουν κάτω από τους -15°C, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες σημειώθηκαν μέχρι και -40°C (Λαπωνία). Στα πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο φινλανδικά εδάφη το χιόνι δε λιώνει σχεδόν ποτέ στις βόρειες πλαγιές των βουνών, αλλά μπορεί να καλύπτει το έδαφος για περισσότερες από 200 ημέρες το χρόνο. Κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που διαρκεί το καλοκαίρι από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο ο ήλιος δε δύει καθόλου και οι θερμοκρασίες μπορούν να φτάσουν στους 27°C.
Στο νότιο και νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας οι θερμοκρασίες το χειμώνα δεν κατεβαίνουν κάτω από τους -20°C και παρουσιάζουν μέση ετήσια βαθμονόμηση -6°C. Τα καλοκαίρια είναι σχετικά θερμά, επειδή παρουσιάζουν μέγιστες θερμοκρασίες που ξεπερνούν τους 30°C, αν και το γεωγραφικό πλάτος δεν ευνοεί τις θερμομετρικές αυξήσεις. ο μέσος όρος των καλοκαιρινών θερμοκρασιών κυμαίνεται ανάμεσα στους 15°C και 17°C. Οι χιονοπτώσεις ανέρχονται στα 635 χιλιοστόμετρα στο νότο και μειώνονται στο βορρά, επίσης οι βροχοπτώσεις είναι πιο αυξημένες στο νότο, ανέρχονται στα 500 με 650 χιλιοστόμετρα το χρόνο και στο βορρά είναι πιο μειωμένες· περίπου 450 χιλιοστόμετρα ή λιγότερο ετησίως.
Όλοι οι υδάτινοι όγκοι της χώρας παγώνουν επιφανειακά κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Παχύ στρώμα πάγου καλύπτει την επιφάνεια της θάλασσας κατά τον Ιανουάριο και λιώνει κατά τον Απρίλιο. Στο βόρειο Βοθνικό Κόλπο ο σχηματισμός του στρώματος του πάγου ξεκινά νωρίτερα από τον Ιανουάριο και διατηρείται μέχρι τον Μάιο.

Ο πληθυσμός της Φινλανδίας ανέρχεται στα 5.183.545 κατοίκους και η πυκνότητα ήταν 15,38 άτομα ανά τετρ. χλμ. (εκτιμήσεις του 2002). Το 1997 το 65,1% του πληθυσμού κατοικούσε στα αστικά κέντρα, ενώ το 34,9% διέμενε στην επαρχία. Σταδιακά αυξάνεται η αστικοποίηση, όμως είναι θετικό ότι δεν παρουσιάζονται υδροκέφαλες πόλεις. Το 2002 το προσδοκώμενο όριο ζωής ήταν τα 77,75 χρόνια, 81,52 για τις γυναίκες και 74,1 για τους άνδρες, ενώ για κάθε 1000 κατοίκους αναλογούσαν 10,6 γεννήσεις και 9,78 θάνατοι αντίστοιχα. Η Φινλανδία παρουσιάζει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των προηγμένων δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών. Με χαμηλό το ποσοστό της γεννητικότητας και υψηλό το μέσο όρο ζωής, που συνδυάζεται με τα χαμηλά ποσοστά θνησιμότητας (η βρεφική 0,376% το 2002) είναι αναπόφευκτη η χαμηλή δημογραφική αύξηση (φυσική αύξηση 0,14% το 2002) και η γήρανση του πληθυσμού. Επιβάλλεται η αύξηση των γεννήσεων για την αποφυγή της πληθυσμιακής μείωσης, που αναμένεται για τις τελευταίες δεκαετίες. Οι προοπτικές για το φινλανδικό πληθυσμό είναι αποθαρρυντικές, το 2010 θα μειωθεί στα 5.109.000 η μείωση αυτή θα έχει τις συνέπειές της στον εργαζόμενο πληθυσμό, που θα είναι περιορισμένος σε σχέση με το τωρινό εργατικό δυναμικό. Οι τάσεις αυτές είναι εμφανείς στην ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, όπως αυτή μας δόθηκε το 2002. Το 17,9% των Φινλανδών ήταν μέχρι 15 ετών, το 66,9% ήταν από 15-64 ετών, ενώ το 15,2% ήταν από 65 ετών και άνω.

Το σύγχρονο συγκοινωνιακό δίκτυο είναι επαρκές, παρουσιάζει ελλείψεις στις βόρειες κυρίως περιοχές που είναι οι πιο αραιοκατοικημένες και παρουσιάζουν τις πιο δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Το οδικό δίκτυο στις νοτιοανατολικές περιοχές είναι σπάνια ευθύγραμμο λόγω των πολυάριθμων λιμνών και συχνά υποβοηθείται από γέφυρες ή από πορθμειακές γραμμές όπου συνδέει ηπειρωτικά με νησιωτικά εδάφη. Το 1999 το οδικό δίκτυο ήταν 77.831 χλμ. από τα οποία το 64% είναι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι και τα 250 χλμ. αποτελούν την κεντρική εθνική αρτηρία.
Το σιδηροδρομικό δίκτυο επαρκεί μόνο στις νοτιοδυτικές, πυκνοκατοικημένες περιοχές και είναι μικρότερο από το οδικό, φτάνει τα 5.865 χλμ. από τα οποία το 38% είναι εξηλεκτρισμένο και συνδέεται με το ρωσικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Με αυτό εξυπηρετήθηκαν 45 εκατ. επιβάτες και μεταφέρθηκαν 32,6 εκατ. τόνοι φορτίου. Το Ελσίνκι έχει υπόγειο σιδηρόδρομο από το 1982.
Το εκτεταμένο δίκτυο των πλωτών υδάτινων οδών της περιλαμβάνει λίμνες, ποτάμια και διώρυγες και παίζει ζωτικό ρόλο στη συγκοινωνία και στις μεταφορές της χώρας. Ιδιαίτερη ανάπτυξη παρουσίασε η διακίνηση των εμπορευμάτων από τη λίμνη Σάιμαα προς τον Κόλπο της Φινλανδίας, μετά τη μίσθωση της ρωσικής πλευράς της διώρυγας, που συνδέει τη λίμνη με τον κόλπο, από την τότε Σοβιετική Ένωση το 1963. Τα σπουδαιότερα εμπορικά λιμάνια είναι του Ελσίνκι και του Τούρκου· εκεί ναυλοχούν τα φινλανδικά πλοία με τα οποία διεξάγεται το υπερπόντιο εμπόριο της χώρας. Τακτικές ακτοπλοϊκές γραμμές λειτουργούν προς τη Ρωσία, την Πολωνία, την Εσθονία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και τη Δανία.
Ήδη από τη δεκαετία του 1960 υπήρχαν αρκετά αεροδρόμια, το 1998 λειτουργούσαν 25 αεροδρόμια με προγραμματισμένες πτήσεις. Από αυτά τα σημαντικότερα είναι τα διεθνή του Ελσίνκι και του Τούρκου και το βορειότερο από όλα είναι της πόλης Ίβαλο στις όχθες της λίμνης Ίναρι. Ο εθνικός αερομεταφορέας είναι η εταιρεία Finnair, που εξυπηρετεί τις εσωτερικές και διεθνείς αεροπορικές συγκοινωνίες και μεταφορές.
Το σύστημα επικοινωνίας είναι εξαιρετικό. Το 2001 αναλογούσε 1,5 ραδιόφωνο σε κάθε Φινλανδό, ένα τηλέφωνο ανά 1,82 άτομα, ένα κινητό τηλέφωνο ανά 1,4 άτομα και ένας δέκτης τηλεόρασης για κάθε 1,62 άτομα. Ειδικότερα για τη ραδιοτηλεόραση, υφίσταται ο εθνικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας από το 1926 και ενώ τυπικά δεν είχε θεσμοθετηθεί το κρατικό ραδιοφωνικό μονοπώλιο, στην πραγματικότητα μέχρι το 1985 δεν επιτρεπόταν η ίδρυση και λειτουργία ραδιοφωνικών σταθμών από ιδιώτες. Το 1999 λειτουργούσαν στην Φινλανδία 120 τηλεοπτικοί σταθμοί και 189 ραδιοφωνικοί (2 στα μεσαία, 186 στα FM και 1 στα βραχέα κύματα).
Από το 1919 με ειδικό συνταγματικό νόμο προστατεύεται η ελευθερία του τύπου και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των δημοσιογράφων. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις και όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέπει την απαγόρευση της κυκλοφορίας κάποιων εκδόσεων. Στη χώρα ισχύουν οι νόμοι προστασίας από την κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας και από τη συκοφαντική δυσφήμηση. Το 1771 άρχισε η έκδοση εφημερίδων και μια σουηδόφωνη εφημερίδα της Φινλανδίας που εκδίδεται μέχρι τις ημέρας μας μέτρησε τον πρώτο χρόνο ζωής της το 1824. Το 1992 κυκλοφορούσαν 559 ημερήσιες εφημερίδες ανά 1000 άτομα ποσοστό, που είναι από τα μεγαλύτερα σε παγκόσμια κλίμακα· οι περισσότερες από αυτές είναι ιδιωτικές και ακολουθούν ανεξάρτητη πολιτική γραμμή, κάποιες άλλες εκδίδονται από πολιτικά κόμματα ή συνδικάτα εργαζομένων. Το εθνικό πρακτορείο είναι ανεξάρτητο, ονομάζεται Φινλανδικό Πρακτορείο Ειδήσεων και συστήθηκε το 1887.